Δεκαετία του πενήντα στη Θεσσαλονίκη.Η πόλη διατηρεί το προπολεμικό της σχήμα και χρώμα ,αλλά ήδη η μετεμφυλιακή περίοδος ραγίζει.Στο κέντρο της ,αρχίζοντας από την πλατεία Ναυαρίνου υψώνονται οι πρώτες πολυκατοικίες.Οι ανατολικές συνοικίες ήδη χάνουν τα πρώτα αρχοντικά.Δεν υπάρχει νέα παραλία και τα παιδιά κάνουν μπάνιο από την Ευζώνων στο Αλατίνι.Ο νέος σιδηροδρομικός σταθμός και η Έκθεση,διανοίξεις δρόμων και νέα λεωφορεία,νέα κτίρια στο πανεπιστήμιο, δημιουργούν μια αίσθηση ανάπτυξης, ενώ μπαίνουν στην αγορά απορρυπαντικά και  πλαστικά παιχνίδια.Ο κόσμος σφίγγεται οικονομικά, ζορίζεται πολιτικά, αλλά τα νιάτα θέλουν να σπουδάσουν και τα δειλινά είναι ούτως ή άλλως ανυπέρβλητα.

Ένας τριαντάρης αρχιτέκτων,ο Νικόλαος Μουτσόπουλος, με διεισδυτικό βλέμμα και ολότελα παράξενος για τα γούστα των μπαγιάτηδων, έρχεται στη Θεσσαλονίκη, καθηγητής στο Πολυτεχνείο. Οι γκρινιάρηδες ερμηνεύουν την επιλογή του, όπως και την επιλογή άλλων κατωτικών αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, ως προσπάθεια του Μετσοβείου να καπελώσει την νέα σχολή. Νέοι άνθρωποι, με ιδέες και οράματα, που δεν διανοούνται να γίνουν ιπτάμενοι καθηγητές, όπως σε άλλα περιφερειακά πανεπιστήμια, αργότερα.Ενσωματώνονται στην λειτουργία της πόλης και υποδέχονται τους νέους φοιτητές.Σύντομα, η ακτινοβολία της Πολυτεχνικής επισκιάζει τις ήδη θρυλικές σχολές της Θεσσαλονίκης, την Ιατρική της και εν μέρει την Φιλοσοφική.Επειδή η κρίσιμη μάζα,οι νέοι φοιτητές, είναι τα πιο δυνατά μυαλά της εποχής.Τους έχουν διδάξει μελαγχολικοί γονείς και σχέδια Μάρσαλ ότι η Ελλάδα ανασυγκροτείται και ανοικοδομείται.Το τρελό 7% της ετήσιας αύξησης του εθνικού εισοδήματος δεν οφείλεται σε δημόσιες επενδύσεις αλλά στην μητέρα αντιπαροχή. Κάθε νεοέλλην κάτοχος ενός αστικού οικοπέδου είναι δυνητικά εύπορος,κάθε έξυπνος με δυό φράγκα στην τσέπη έχει οραματιστεί το Ελδοράδο του.Η αστυφιλία, αγκαλιά με την μετανάστευση ,γίνονται σταυραδελφές  υπό πλήρη κρατική αναγνώριση.Οι αριστεροί που δεν μπορούν μήτε κλητήρες να γίνουν χωρίς πιστοποιητικό,βάζουν μια προτομή του Μάρξ στο εργολαβικό τους γραφειάκι και ξεκινούν μαζί με τους υπόλοιπους την ανοικοδόμηση.Το λαχείο Συντακτών χαρίζει διαμερίσματα.Οι νέοι φοιτητές έχουν ήδηπ ληροφορηθεί ότι μπορούν να συμμετάσχουν στο συμπόσιο της πίστεως.Ξεσκίζονται στο διάβασμα για να γίνουν μηχανικοί.Είναι ξύπνια παιδιά, αγαπούν τις μοντέρνες μουσικές, ονειρεύονται ότι θα περάσουν την ζωή τους πλούσιοι, πολύγαμοι και διάσημοι στην νύμφη του Θερμαϊκού, και όταν θα πεθάνουν, τουλάχιστον τριακοσίων ετών,θα έχουν ήδη τις προτομές τους στημένες σε όλα τα πυρίκαυστα σταυροδρόμια.

Αυτην την μαγιά είχε μπροστά του ο Νικόλαος Μουτσόπουλος, όταν με αρματωσιά του ένα καλό βιογραφικό,μια τεράστια ήδη ερευνητική δουλειά και καλές εκπαιδευτικές βάσεις,βάλθηκε να δυναμιτίσει το σκηνικό.

Θα περίμενε κάποιος, αφού οι συνθήκες ήταν αυτές, ότι στο Πολυτεχνείο θα διδάσκονταν το αυτονόητο,δηλαδή πώς να χτίζεις μια σωστή πολυκατοικία.Αντιθέτως,η ακαδημαϊκή παράδοση της αττικής μοντερνίστικης περιόδου είχε ακόμη το δέλεαρ της εναλλακτικότητας.Οι νέοι αρχιτέκτονες ,βαλτοί από το σύστημα να το υπηρετήσουν, έπρεπε πρώτα από όλα να γίνουν οι Ταλιμπάν της πόλης.Ασκήθηκαν να σιχαίνονται τους πολιτικούς μηχανικούς, να θεωρούν παραχώρηση και έκπτωση κάθε πρακτική οικοδόμησης, να ντύνονται και να φέρονται επιβλαβώς για την κοινή δημόσια εικόνα. Μόλις έγιναν στέρεη σέχτα,προχώρησαν σε έξεργες πολιτικές πολιτικής,κινεζόφεραν, αναρχήθηκαν και ξεσάλωσαν, ακριβώς επειδή οι καλύτεροι υποστηρικτές του κατεστημένου είναι αυτοίπ ου αισθάνονται άνετα μέσα του, ελεύθεροι να το παραβιάζουν.

Σε αυτήν την τρέλα που κράτησε μόλις δεκαπέντε χρόνια και αφορούσε ελάχιστους ανθρώπους (το δελτίο ταυτότητος που μου έδωσε το ΤΕΕ είχε αριθμό μητρώου κοντά στο 19000, που σημαίνει ότι  μιλώ για μια υπόθεση δύο χιλιάδων ανθρώπων στην διαχρονία του αιώνα)ο Νικόλαος Μουτσόπουλος επέπεσε ως κεραυνός.

Έστειλε τους μαθητές του σε πύλες ανάποδες.Τους περπάτησε σε εμφύλια βουνά και τους έδειξε πρωτοφανή κτίσματα.Φοιτητάκια που έμαθαν μετακομίζοντας στην Θεσσαλονίκη τι θείο πράγμα ήταν η φορμάϊκα και ευτυχώς που απαλάχτηκαν από τις αρτ ντεκό παλιατζούρες των γενεθλίων τους κατοικιών,τα μακεδονίτικα αρχοντικά, οι πύργοι, τα κάστρα, οι αυλές, τα ταβάνια,οι κρήνες και τα καλντερίμια , οι τοιχογραφίες, τα μοναστήρια και οι ναοί στάθηκαν μια μαύρη, ενοχική και άκρως φοβική τρύπα στην συνείδηση.Ο Μουτσόπουλος έφερε στην κοινωνία αυτή μια επώδυνη αυτογνωσία. Ένας άνθρωπος, κόντρα σε μια ολόκληρη ιδεολογία ζωής.

Η μακεδονική αυτογνωσία,αυτογνωσία βυζαντινής επίνοιας,δεν θα ήταν δυνατό να ξεφύγει από το αδύναμο φολκλόρ και την εθνικιστική γραφικότητα, χωρίς την διδακτική και προσωπική συμβολή του Μουτσόπουλου σε μία Ελλάδα διαχωρισμένη και δύσπιστη.Ο Μουτσόπουλος δίδαξε τον σεβασμό στο αλλότριο, αλλά ουδέποτε δίδαξε το αλλότριο.Ουδέποτε σύστησε το ελληνίζειν, επειδή υπήρξε ρωμιός που υπερέβη τις καταβολές του.Το τούρκικο, το ιθαγενές, το βλάχικο ,το γιαπωνέζικο, το ινδικό, το αιγυπτιακό,το αθηνέικο,προβλήθηκαν από τον δάσκαλο με κοινή συνισταμένη το μεράκι, το καλό γούστο, την καταλλαγή , το χιούμορ και την αγάπη προς την ζωή.Το κάθε τι καλόγουστο, που είχε στυλ, που είχε ζουμί και ποιότητα, ήταν στα χέρια των μαθητών του, ανεξαρτήτως γλώσας, διαλέκτου και ιδιοπροσωπείας.Πρώτος έψαξε τα Βαλκάνια, πρώτος αναζήτησε τις συγγένειες στην χερσόνησο του Αίμου, πρώτος σε αυτήν την γενιά βρήκε τους δρόμους του μεταξιού και τις προσβάσεις της καθ ήμάς ανατολής.

Ο Μουτσόπουλος ήξερε ή έμαθε τις υπόγειες διαδρομές που συνέδεαν την Στεμνίτσα, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, την ρωμέικη λατινοφωνία, την σλαβική ορθοδοξία και την μινωίτικη θαλασσοκρατορία.Μας το δίδαξε και έτσι,σήμερα,είναι παμπολλοι και διαθέσιμοι οι μακεδονολάτρες, οι αλληθωρίζοντες,οι πολυπολιτισμικοί και άλλα ζωντανά του μπαχτσέ.Να σημειώσω απλώς ότι οι διαβαλκανικές και οι εσωτερικού μετώπου στρατηγικές του δάσκαλου Μουτσόπουλου είχαν μια πρωιμότητα που κόντευε να τις ακυρώσει.Ίσως γι΄αυτό και δέχτηκαν τα νάματα της έρευνας και της εκπαιδευτικής του βασάνου άνθρωποι από κάθε ιδεολογικό και ιδεοληπτικό χώρο.

Φυσικά, βραβεύτηκε κατάλληλα.Όλοι οι ευεργετημένοι από τον Μουτσόπουλο, ο συνεργάτες, οι φοιτητές και οι συνάδελφοι τον αρνηθήκαμε, τον πουλήσαμε, τον περιφρονήσαμε.Ακόμη με τα ζόρια βρίσκει κάποια κονδύλια για να συμπληρώσει το έργο του. Το αρχείο του είναι ξενητεμένο στη Βέροια.Ο ίδιος δεν είναι ακαδημαϊκός της ακαδημίας Θεσσαλονίκης ,διότι αυτό μας έλειπε, να αποκτήσει η πρωτεύουσα των προσφύγων, η συμπρωτεύουσα, η πρωτεύουσα της ευρώπης, των βαλκανίων , η ερωτική πόλη και άλλα κολοκύθια,επετηρίδα, δημογέροντες, αρχές, εξουσία, ακαδημία και παραμυθία.

 Είμαστε πολίτες μιάς πόλης που οι προύχοντές της διακονούν το 3% της εξουσίας που τους αναλογεί,για να βγαίνουν όλοι μαζί ευχαριστημένοι στην φωτογραφία.Εξακολουθούμε να χαιρετάμε εγκάρδια ο ένας τον άλλον σε εγκαίνια και πεζοδρομίως και να αλληλοθαβόμαστε στο επόμενο πεντάλεπτο.Έχουμε αφήσει τα πράγματα στους μεταπράτες.

Δάσκαλε, πολύτιμε και γεραρέ.Είμαστε όλοι  χειρότεροί σου.Εντούτοις, πολλοί μέσα σε αυτό το έγκριτο ακροατήριο συμμετέχουν στην τιμή που σου απονέμουμε εγκάρδια, στοχαστικά, χωρίς ενοχές και δεύτερες σκέψεις.Περιμένουμε τις υποθήκες σου. Τα πράγματα πήγαν στραβά, αλλά καμιά φορά ξεστραβώνουν κι από μόνα τους. Υπήρξες τέκνο ευθύνης και πατέρας αναγκών.Ευχήσου για μας να παραμείνουμε τυχεροί μαθητές.

Μόνος συγκράτησες μιάν ολόκληρη εποχή αλλοφροσύνης.Σε κοιτάζαμε έκπληκτοι όταν σχεδίαζες εκπληκτικά χωρίς να βλέπεις κάν τον πίνακα.Δεν το έκανες από εκζήτηση, αλλά επειδή γνώριζες ότι οι ασήμαντοι υποκλίνονται στους έχοντες ταλέντο που δεν μπορούν να υποκλέψουν.Σε ακούγαμε έκπληκτοι όταν μας αποκαλούσες αμαθείς και κακόγουστους, επειδή ακόμη και το χρώμα του χοντρού μαρκαδόρου με το οποίο μουτζούρωνες τα σχεδιαστικά μας δοκίμια ήταν ένα αξέχαστο μώβ του δειλινού.Σε αποκαλούσαμε εκκεντρικό και τρελό όταν μας οδήγησες να κοιμόμαστε σε γύφτικα γιατάκια, σε βλάχικα καλύβια, να αρρωσταίνουμε, οι φλώροι στα βουνά και στα τσεχνέμια χωρίς το φαγάκι της μάνας και χωρίς χάδι αγαπημένης, μιλωντας με αγριωπούς χωρικούς που έβγαζαν τον σουγιά να μοιραστούν μαζί μας το κρεμμύδι.Μας έβαλες σε μία πειθαρχία σκληρής δουλειάς,επιμένοντας στην αναζήτηση της φόρμας και στην χειρωναξία,να ιδρώνουμε πάνω στο χαρτί σέλερ τίμιο και δαπανημένο ιχώρα,ενώ οι  λοβοί του εγκεφάλου μας ανακάλυπταν τους υπολογιστές πρίν την ψηφιακή περίοδο,φεύγοντας από το πενάκι και τον γραμμοσύρτη στην εποχή του ραπιδογράφου και αργότερα του πλότερ.

Θυμάμαι μιά μέρα του Απρίλη,την ώρα που τα τρύπια χέρια του Στέφα έπαιρναν από την Παοκάρα την ελπίδα ενός πρωταθλήματος,όταν μου εμπιστεύτηκες, σε μιά Χαλκιδική παραλία,τρείς σχιστόπλακες πελεκημένες και μου είπες «χτίστες όπως νομίζεις εδώ» δείχνοντάς μου το κούφιο δόντι ενός υπέροχου τοίχου.Τέτοια τρίλιζα δεν έλυσα ποτέ στη ζωή μου.Κάθιδρος σχημάτισα ένα πεί στην τοιχοδομή,αφήνοντας ένα μικρό κούφωμα στην επιφάνεια,να μπεί ίσως αργότερα ένα γυάλινο δοχείο με δόντια κάβουρα, βαφτισμένοστο κρασί,μαγεμένο σαν την ίδια τηντέχνη της αρχιτεκτονικής.Ποτέ δεν έμαθα περισσότερα.Κι όταν ,αργότερα, χωρίς εσένα,άκουγα στις Πρέσπες και στη Βόλβη, στα Πυργαδίκια και  στα Γρεβενά,παλιούς τεχνίτες σου να μιλάνε γιά σένα, θερμαίνοντας τις παγωμένες γωνιές λησμονημένων καφενέδων,λάμποντας το μάτι τους όποτε παινεύονταν «δούλεψα με τον Μουτσόπουλο»,κατάλαβα γιατί η πραγματική ιστορία και γνώση αυτού του τόπου θα παραμείνει πεισματικά άρρητη και ανεγνώριστη.

Νά σαι καλά, να σε χαιρόμαστε.

 

[μιά από τις αντρέσες γιά τον δάσκαλό μου, αυτή άν θυμάμαι καλά, του 2000]

 

Advertisements