Εικόνες από μία έκθεση

Οχι, η έκθεση στην οποία αναφέρομαι δεν είναι από τις επετειακές, τις ολυμπιακές, τις προβεβλημένες μετά δεξιώσεων και διαφήμισης.Ο τίτλος παραπέμπει σε ένα γνωστό μουσικό έργο, που είχα συνεχώς στο μυαλό μου όταν την επισκέφτηκα. Πρόκειται γιά μιά μικρή αποθήκη, χωνεμένη στη γωνιά ενός κλιμακωτού οικοπέδου, σε ένα νησιώτικο ημιορεινό χωριό.Ήπιαμε κρύο νερό στο σπίτι του Τάκη, κάτω από την κρεβατίνα και ξαφνικά ο Δημήτρης, όταν η εγκαρδιότητα περίσσεψε, τον ρωτάει : «Δεν θα μας δείξεις τις αποθήκες σου;».

Μας τις έδειξε. Ήταν μιά άκρως τακτοποιημένη, καθαρή και εύληπτη συλλογή από πρακτικά και χρηστικά αντικείμενα, αγροτικά, βιομηχανικά, αναμνηστικά και curiosities.Υπήρχε γιάλινη εντομοπαγίδα, αλλά και πατητήρι που δούλευε.Υπήρχε πορσελάνη τριατατικής κολόνας , αλλά και μιά χελιδόνα, ένα μακεδονίσι γιά ξύλινο φύλλο.Ολα ευκρινή, όλα με τάξη και μεράκι. Κλειδαριές, σκεύη και εργαλεία,μπουκάλια και παλιά κυνηγετικά όπλα, όλα εξαρτήματα μιάς παράξενης εποχής, όπου η χειρωναξία δεν θεωρούνταν βρισιά και η χειροτεχνία δεν είχε περιοριστεί στην παραγωγή αναμνηστικής και νοσταλγικής θεραπείας ,προορισμένης γιά την ανάταξη ανθρώπων που βίωναν την ψηφιακή εποχή χωρίς να τους θερμαίνει την καρδιά.Ο Τάκης δεν κλείδωσε τις αναμνήσεις τις ζωής του σε ένα θαλάμι, μήτε οργάνωσε ένα μικρό μαυσωλείο όπου οι προσωπικές του αξίες θα ήταν σε μόνιμη αντιπαλότητα με την «ευτέλεια» των καιρών και τον ήχο των ημερων που θα έρθουν. Έβλεπα πως κρατούσε τα αντκείμενα που μού έδειχνε: με τον τρόπο του χειριστή τους, όχι με τον τρόπο του συλλέκτη.Αγαπούσε αυτό που προστάτευε, δεν προστάτευε αυτό που αγαπούσε.

Μερικοί τόποι και μερικοί άνθρωποι, μερικά τοπία και μερικοί ουρανοί ,είναι από μόνοι τους δημόσια κτήματα, χωρίς την ανάγκη ανίχνευσης. Τι θα ωφελούσε άν σας έγραφα ότι αυτά που βίωσα, μιά ωρίτσα από την ζωή της περασμένης εβδομάδας, έγιναν στον οικισμό Χωροεπίσκοποι της Κέρκυρας;Σπίτια διακοσίων και βάλε ετών, μιά λιμνοδεξαμενή που θα γίνει κάποτε στα ανατολικά, ένα λατομείο που ενοχλεί, ένα τοπίο μπροστά αφάνταστο, μιά κοιλάδα σαν κύτος αμνημόνευτης κιβωτού.Μνήμη Θεοτόκη, του συγγραφέα, μιά μουσμουλιά πυκνή,πρόσωπα σκαμμένα και ευαίσθητα, πάντοτε χαμογελαστά.

Ευχαριστώ.

Το μόνο μου ιντερέσο

Ξενύχτησα υπό την σελήνη του Αγίου Στεφάνου, της οποίας την ύπαρξη υπέθετα βέβαια, αφού το νερό που έπεσε στα μέρη μας, έκανε πιό πιστευτό το απίστευτο παλιροϊκό κύμα που απλώθηκε στον Ινδικό, ως βουβό και χαμογελαστό μέλος μιάς νεοελληνικής παρέας, με συνεκτικό κρίκο, ένα μαλακό κρασί και μιά κιθάρα.

Χάζευα ένα σκίτσο του Lear που έμεινε ένα φεγγάρι του 1856 στο χωριό που κατοικώ και συστήνει  στην αδελφή του να το λέει Hocus-Pocus ,επειδή δεν υπάρχει περίπτωση να μάθει σωστά την προφορά του, ενώ ολόκληρη η ντόπια παράδοση άφηνε τους ήχους της να σκάσουν πάνω στην βλαχοποντιακή μου γκλάβα,δημιουργώντας σάστισμα. Εμαθα γιά μιά πέμπτη φωνή ,την λεγόμενη «σουλτάνα», που την αναλάμβαναν γιαγιάδες και έμοιαζε παράφωνη, ενώ δεν ήταν, άκουσα πλήθος στίχων γιά δύο αστέρια που λείπουν από το στερέωμα επειδή τα κατέχει μιά κυρά που ρίχνει τα μαύρα μαλλιά της έξω από το παράθυρο γιά να ανέβει ο ερωτευμένος,μόνο και μόνο γιά να της ψιθυρίσει «θά΄σαι το μόνο μου ιντερέσο/ και η μορόζα μου», που οι Μακεδόνες θα το εξέφραζαν ως «σένα μόνο θα νοιάζουμαι, την αγαπητικιά μο’» και οι επιβήτορες του λαϊκού ενδιάθετου θα τραγουδούσαν «θα ζε μπροζέχω μπουλάγκι μου,  έτσι και ζ΄έχω γκομενάγκι μου»,στιχάκι που φοβάμαι ότι χρειάζεται περισσότερη μετάφραση από το επτανησιακό του έκδοχο. Οι αμπελουργοί της παρέας πείραζαν τον οικοδεσπότη που παγκοσμιοποίησε την φετεινή του σοδειά φέρνοντας σταφύλι από την Νεμέα,υπακούοντας στην πανάρχαια σχέση μίσους και αγάπης με τους Κορινθίους, που ήταν και μία από τις αφορμές του πελοποννησιακού πολέμου.Είχα ήδη τρελαθεί ακούγοντας από ένα ντόπιο κανάλι το «ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον» με παιδική χορωδία και πιάνο, όταν μιά κυρία που ήρθε από γάμο, μου μήνυσε ότι το «Ησαϊα χόρευε» μόλις εκτελέστηκε μέσα στον ναό (επειδή έβρεχε καρέκλες) με ακορντεόν και δύο ακόμη όργανα.

Χάρηκα και μελαγχόλησα ταυτόχρονα. Εδώ,ακόμη κι άν μακροημερεύσω,θα παραμείνω στην χειρότερη περίπτωση ένας αμερικανός τουρίστας, όλο «γουάου» και «ινκρέντριμπλ» και στην  καλύτερη ένας σεμνός θαυμαστής του τόπου που πάντοτε θα βλέπει τα δικά του φαντάσματα πίσω από την επιφάνεια.Σε έναν κυματιστό, παραδοσιακό χορό τους, γιά παράδειγμα ,δεν άκουγα βιολιά και μελίσματα, αλλά τα πηδηχτά ,αρμονικά τύμπανα μιάς κέλτικης κομπανίας.Ήδη έπλασα την θεωρία ότι κατοικώ σε μία μεσαιωνική επαρχία δυτικού τύπου (που είναι και η μόνη βυζαντινή)υπόλοιπο που διατηρήθηκε από τον πολιτιστικό σεισμό της Κωνσταντινούπολης του 1453 και το παλιροϊκό του κύμα ξεπέρασε τις συμφορές του Πουκέ.

Φαίνεται ότι η περιέργεια «είναι το μόνο  μου ιντερέσο/και η μορόζα μου»..

Η γή τρέμει

Δεν είμαι σινεφίλ (μάλλον εχθρεύομαι το είδος) και οι ταινίες που προσφέρουν πολλές εφημεριδες,ενίοτε πολύ καλές, δεν με οδηγούν στην απόλαυση του κινηματογραφικού έργου, αλλά σε μία ιδιότυπη κατάσταση, όπου περισσότερο ανατρέχω στην εποχή που πλάστηκαν. Τελικά, ανακάλυψα ότι κατάκλεψα όχι μόνον ατάκες αλλά και συμπεριφορές ολόκληρες από μερικές ταινίες.Δεν θα κάπνιζα με μανία άν δεν πρόσεχα στα 17 πώς άναβε στο «Αλφαβίλ» το άφιλτρο ο Έντι Κονσταντέν,μήτε θα απλωνόμουνα σε σκοτεινές γιορτές άν δεν γοητευόμουνα από την απότιση φόρου τιμής στον Τσάπλιν που επιχειρεί ο Παζολίνι σε ένα επεισόδιο των «Θρύλων του Καντέρμπουρι».Τελικά, χρωστάω την συμπεριφορά μου στο σινεμά ή μήπως επιλεκτικές σκηνές του χρησίμευσαν ως δικαιολογίες γιά την ζωή μου;

Αναρωτιόμουνα ενόσω με απασχολούσαν τα καθημερινά, όταν μία δόνηση, καλούτσικη, τάραξε το σπίτι. Δεν έδωσα σημασία, έζησα Σαλονίκη την εποχή των σεισμών, και σε ένα δύωρο ,η γή ξανακουνήθηκε.Μάλιστα, σμηνοσειρά,όπως στα Ψαχνά. Οταν τρίτωσε το κακό, άρχισα να ψάχνομαι. Αλλα΄δεν υπήρξε δημόσια ανακοίνωση, πράγμα που με ευκολία απέδοσα σε κάποια συνομωσία.

Την άλλη μέρα , έγινε φασαρία. Απέναντι από το χωριό που κατοικώ υπάρχει ένα τεράστιο νταμάρι και οι συγχωριανοί μου (όχι όλοι, επειδή πολλοί ανέχονται τη  λειτουργία του γιά να βγαίνει το μεροκάματο) έδειχαν ρωγμές στα σπιτικά τους,που προκαλούνταν από τις εκρήξεις του λατομείου.Πήρα κι εγώ απόφαση ότι ωραία η φύση, αλλά οι άνθρωποι δεν ζούνε βάσει της ωραιότητος αλλά βάσει των αναγκών και συνέχισα τον βίο μου, ελαφρώς πιό μελαγχολικός.

Πέρασαν μερικές ώρες και το σπίτι κουνήθηκε πάλι.Έστειλα τα δέοντα μπουκέτα στους λατόμους.Αλλά δεν έφταιγαν αυτοί. Ηταν ένας σεισμός! Ανακοινώθηκε,ήταν τεσσάρης, με την υπόμνηση ότι έγιναν κι άλλοι αυτές τις μέρες.

Και τώρα, τι να πιστέψω; Εντέλει αυτές οι τέσσερις δονήσεις ήταν από τον Ποσειδώνα ή από τον μιναδόρο;κι άν μοιράστηκαν την επιχείρηση, γιατί το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το ίδιο; Το εμβρόντητο βλέμμα του ηθοποιού Τσίτι ήταν που με έκανε να ξεκινάω πάντοτε έτσι τις πλάκες προς τους φίλους μου ή το βλέμμα ήταν κλεμμένο από κάπου αλλού; Οταν η γή τρέμει από την επέμβαση του Ερεισίχθονος και όχι κάποιων συγκατοίκων του πλανήτη, γιατί δεν ενοχλούμαστε τόσο;μήπως επειδή θεωρούμε ότι οι ατακτούντες παίζουν τον δαίμονα,ενώ είναι άγγελοι; Η αφηνόμαστε στην μοιρολατρία, επειδή δεν μπορούμε να παρέμβουμε στην τοπική αυτοδιοίκηση ζητώντας το δίκιο μας;

Τελικά δεν είμαι σινεφίλ, αλλά εξαρτημένος από τις εικόνες που παίρνω απ όλους σας.

Τα αβγά

Στο νησί όπου διάλεξα να αφήσω τα κόκκαλά μου, το χιόνι είναι σπάνιο σαν  παραίτηση ιεράρχη και το φαγητό παράξενο στην ορολογία του, σαν επιχειρήματα των υπερασπιστών του Γιοσάκη.Την ομελέτα την λένε «φλουτάγια» και τα αβγά ποσέ «μπανιομαρία».Αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα αβγά παραμένουν αβγά.Παράγονται από κότες, σπάζουν άν τα αφήσεις να πέσουν από ύψος και τα λοιπά. Ενώ δύσκολα μπορώ να νοσταλγήσω την  πατρίδα μου, επειδή τα μηνύματα που έρχονται μοιάζουν σταλμένα από κάποιον μαρκόνη που ξεχάστηκε σε μιά παμπάλαιη σκούνα και στέλνει τα ίδια και τα ίδια,εδώ και πενήντα χρόνια. Λόγου χάρη, το ΥΜΑΘ πρέπει να καταργηθεί, η Περιφέρεια και η Νομαρχία βρίσκονται στις επάλξεις γιά τον χιονιά, η Θεσσαλονίκη είναι αδικημένη και το έργο του Σκαμπαρδώνη κινδυνεύει από μία απεργία.Προσφιλής νεαρός μου στέλνει ένα μουσικό κομμάτι να ενσωματώσω στο κινητό μου και είναι ένα τσάμικο,μπερδεμένος από το  γεωγραφικό πλησίασμα του τόπου με την Ήπειρο, ενώ εδώ ψέλνουν  με χορωδίες και πιάνο και ρίχνουν στη θάλασσα κάθε κλαρίνο.Αλλά όταν οι επικεφαλής της «κάθαρσης» μιλάνε γιά «κεφάλια που θα κοπούν» και γιά «μαχαίρι που θα φτάσει στο κόκκαλο», σκέφτομαι ότι αυτά τα αιματοβαμμένα  συνθήματα δεν θα βελτιώσουν το κλίμα, ακόμη κι άν γίνουν πράξη.Επειδή  οι κρινόμενοι γίνονται κριτές και τούμπαλιν, όλοι μιλάνε με όρους κρεοπωλείου, όχι ιδιαίτερα καθαρού, αλλά το μόνο  πράγμα που δεν έχει αλλάξει μήτε κατα κεραία στα Μέσα ,είναι οι διαφημίσεις: κρατικός τζόγος, αγοράστε αυτοκίνητα, αγοράστε έντυπα γεμάτα με δωράκια.Το χιόνι πολιορκεί την Θεσσαλονίκη,αλλά κανένας δεν θα αγοράσει ποτέ το ειδικό φτυάρι που καθαρίζει τις εισόδους,όπως έκαναν ο Ιγκι και ο Αλβιν γιά να πάει η μικρή Λουλού στο σχολείο.Μήτε πότε θα μείνουν κλειστά τα σχολειά δεν ξέρουν: αντί να βάλουν τους δήμους να αποφασίσουν, θα αποφασίσουν οι διευθυντές των σχολείων.Έτσι και στην «κάθαρση»,τρέχουν πίσω από πρωτοδίκες και ιεράρχες,ελπίζοντας ότι τα φαινόμενα είναι πρόσκαιρα και ατομικά, ενώ είναι σαφώς ομαδικά και μόνιμα. Είναι σαφές ότι υπάρχει αντιγνωμία ως προς τον τρόπο μαγειρέματος των αβγών, ενώ τα αβγά πάνω απ όλα, πρίν απ όλα, γιά να  μαγειρευτούν, πρέπει να σπάσουν. Πρέπει ,μου φαίνεται , να ξεχάσω τα γιαπράκια και το σκορδοστούμπι ,τα τσίπουρα και τους σαρμάδες, και να συνηθίσω τον ουρανίσκο μου στις συκομαϊδες, την παστιτσάδα, το λεμοντσέλο και το σοφρίτο.Αλλά η Θεσσαλονίκη δεν είχε μήτε δέκα χρόνια Ενετοκρατία, ενώ η Κέρκυρα μήτε δέκα χρόνια τουρκοκρατία.Φαίνεται ότι πρέπει να σταματήσει η ισχύς του ρητού «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» γιά να μετακομίσουμε στην μελαγχολία του «στην Ελλάδα δηλώνεις αυτό που είσαι».Αναρωτιέμαι ποιό είναι το μυστικό, ποιά μυστήρια και γιγαντική ομάδα ανθρώπων με επιρροή κρύβεται πίσω από το νέφος που εξακοντίζεται στους δικαστές, στους αρχιερείς, στους δημοσιογράφους και σε ένα σωρό άλλους και γιατί έχουμε πέσει στη λούμπα με τέτοια απόλαυση.Τέτοια εμπιστοσύνη έχουμε στην απόφαση της λησμονιάς και στην παντοκρατορία της λήθης; Η μήπως δεν τρώμε αβγά;

Η πίκρα

Όπως όλοι σας, ζώ τη  ζωή μου κανονικά έως την ώρα των βραδυνών «αποκαλύψεων».Τελικά βγαίνει το συμπέρασμα ότι κακώς σπατάλησαν τη φαιά τους ουσία οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες και οι ανθρωπιστές.Όποιος δεν ανακατεύτηκε με τα πίτουρα, ή ανακατεύτηκε νομίζοντας πως ήταν όρνιθα (ενώ ήταν κολιμπρί) κακώς υπάρχει.Πίσω από τον εικονικό βίο που ξέρουμε όλοι και παθιαζόμαστε γιά έπεα πτερόεντα, όπως η εκπαίδευση, η μόρφωση και η κριτική σκέψη, φαίνεται ότι διαχρονικά κυριαρχούν διαφόρων τύπων κυπατζήδες, πάντοτε ευσεβείς και αείποτε σεβαστικοί.Η επίθεση κατά του Χριστόδουλου είναι τόσο συστηματική και επίμονη, ώστε καταλαβαίνω πάρα πολύ το ότι δεν έχει καταλάβει ο ίδιος την έντασή της.Φυσικά, η φιλοδοξούσα να αναλάβει την «κάθαρση» νέα τάξη πραγμάτων, δεν θα έχει μήτε κάν την ατσαλωσύνη και τη γενική διάλα που αποπνέει ένας Μπερλουσκόνι (άς σημειώσω ότι προσεγγίζω το ζήτημα διαφορετικά από τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, που βαφτίζοντας κάτι (δεν παίζει ρόλο τι) «ανήθικο»,μετατρέπεται στον πολυτιμότερο παίκτη της Νέας Δημοκρατίας,παρά τις κορόνες).Και σε αυτό το γενικό κλίμα που προβλέπω να γίνει της πλάκας όσο περνάνε οι μέρες, ο Συνασπισμός επιλέγει να μη γίνει «ουρά του δικομματισμού», μέσα από έναν συλλογισμό ακατανόητο σε κάθε έμβιο όν του 2005 αλλά γιά τον οποίον όλοι οι μεγάλοι προφήτες της μεγάλης αριστεράς ,από τον Μπλανκί έως τον Γκράμσι, θα ήταν περήφανοι. Αφερίμ.Το μόνο  που θέλω να επαινέσω και να σταθώ με περίσκεψη, είναι το πρόσωπο του μητροπλίτη Σύρου.Σταχτής από πίκρα και απελπισία, φαρμακωμένος. Προσπαθεί να εκστομίσει με ηρεμία μερικά λόγια και είναι οφθαλμοφανές ότι ο άνθρωπος υποφέρει και υφίσταται τρομερή πνευματική βάσανο.Δεν είναι σαν τον νεαρό Επιφάνιο, που είναι εριστικός όπως ακριβώς εκείνο το εφηβάκι ,ο γιός του φαιοχίτωνα που έδειξαν οι αδελφοί Ταβιάνι στην «νύχτα του Σάν Λορέντσο». Στην σκηνή παραπέμπω, όχι στα πραγματικά στοιχεία.Τώρα καταλαβαίνουν όλοι, κρατούντες και μή, ότι όταν θυσιάζεις στο χρυσό μοσχάρι της επικοινωνίας, δεν υπάρχει έγγραφο που να θεωρείται γνήσιο, μήτε φωτογραφία που να μη είναι μοντάζ.Και τι ήθελαν όλοι αυτοί οι πατριώτες στα Ιεροσόλυμα;πάλι έσωσαν τον ελληνισμό;κι άν τον ελληνισμό μπορεί να τον σώσει μόνον ένας υπό αναστολήν κατάδικος, που μπορεί να βγάλει πλαστή ταυτότητα και κάνει δημόσιες σχέσεις αλλά είναι και καλόγερος, τότε γιατί δεν γινόμαστε όλοι Βέλγοι ή Αργεντίνοι, να γλυτώσουμε;

Αφήστε το καλύτερα.Ψάχνω να βρώ το όνομα της χώρας που κατοικώ και άκρη δεν βγάζω. Οπως έλεγε ένας ντόπιος καταπιεσμένος: «παλιά μας λέγαν μπούλγκαροι, τώρα μας λένε σκοπιανοί, να δούμε πότε θα μας πούνε ατηναίοι»…

To Ξένο Γιαλί

Δεν ξέρω πόση μη εντόπια τηλεόραση βλεπετε, αλλά στην περίπτωσή μου, που κατοικώ απέναντι στα Αλβανικά βουνά,έχω στη διάθεσή μου το κρατικό αλβανικό κανάλι και το δορυφορικό της γείτονος.Κι έχω περάσει πολλές ευχάριστες ώρες παρακολουθώντας παραδοσιακή τους μουσική από διάφορους τόπους (είναι καλοί στα πολυφωνικά, αν και το παρακάνουν ,όπως όλοι οι βαλκάνιοι, με τα θεατρικά και επινοημένα στοιχεία μιάς παράξενης «λαογραφίας» γιά την οποία κανένας λαός ποτέ δεν είχε πάρει χαμπάρι) αλλά τέτοια προσλαμβάνω κι από την Κορέα, από το Ντουμπάι, από παντού. Κοίταζα λοιπόν να περάσω πιό παραγωγικά τις ώρες αναγκαστικής αδράνειας (γιά μένα ψυχαγωγία είναι το γράψιμο και τα παιχνίδια στον υπολογιστή) μετρώντας τι ακριβώς προσπαθούν να περάσουν οι Αλβανοί στον τόπο τους.

Λοιπόν, το τοπίο τους ξαφνιάζει. Μιμούνται τους πάντες στις Ειδήσεις και στις συζητήσεις.Εμάς, μας θυμούνται σε δύο περιπτώσεις: στα ποδοσφαιρικά τους, (όπου η αναμέτρηση των εθνικών μας ομάδων είναι κάτι σαν θρύλος) και στην παρουσίαση των γκλαμουράτων τραγουδιστών τους. Είναι προφανές ότι δεν έχουν ως πρότυπο τα ιταλικά παραδείγματα, αλλά εκείνο το μίγμα φανφάρας, λαμέ, χορευτικών τσαλιμιών, σκηνικών (τα μισά virtual) που χαρακτηρίζουν την νεοελληνική χλίδα (άλα τις!), από το Fame story έως τα ξενυχτάδικα.Είναι ένας τομέας στον οποίο μας αναγνωρίζουν απόλυτη υπεροχή.Σε μερικά πάνελς γαλλοφέρνουν  κάπως (έχουν λίγους συνομιλητές που μιλάνε πολύ και δεν διακόπτουν ο ένας τον άλλον) ενώ στις υπόλοιπες εικόνες τους είναι προφανής η έλλειψη μέσων και στόχων. Σαν ελληνική τηλεόραση του 1990, να μη πώ τίποτε χειρότερο.

Από την Ελλάδα έχουν αρκετά ρεπορτάζ, παραπάνω από  ενδιαφερόμενοι γείτονες, μάλλον σαν κάτοικοι μιάς επαρχίας που έχουν το μάτι στην πρωτεύουσα.Η κυβερνητική τους παρουσία θυμίζει μάλλον δικούς μας νομάρχες και περιφερειάρχες, αλλά δεν μπορώ να καυχηθώ ότι καταλαβαίνω τι λένε, αφού με το ζόρι μέσα σε μιά εβδομάδα κατάφερα να μάθω εκατό δικές τους λέξεις.Τώρα με τα χιόνια ,περνάνε τα πανδεινα. Τα μετεωρολογικά τους δελτία περιορίζονται στο πόσα μέτρα χιόνι έχουν οι πόλεις τους (δυόμιση μέτρα είναι το ρεκόρ) και βέβαια, δεν περιμένουν κάποιον να τους σώσει. Μήτε έχουν εκδρομείς που κολλάνε με δήθεν τετρακίνητα έξω από χασαποταβέρνες. Τα κάστρα τους είναι τόσο παρατημένα όσο τα δικά μας, και οι αρχαιολογικοί τους χώροι έχουν τους ίδιους θάμνους με τους δικούς μας. Δεν υπάρχει οφθαλμοφανής «ξένη» προπαγάνδα. Αλλά υπάρχει κάτι άλλο, βασικό:

Συστηματικά, κάθε πρωί, υπάρχουν μαθήματα Ιταλικών. Τόσο καλά και πειστικά, που άρχισα να τα παρακολουθώ! Βλεπετε, όταν ένα κράτος διαθέτει εξωτερική πολιτική, δεν την θεωρεί ένα σύστημα ταξιδιών και «επτιτυχιών». Κάνει υπόγεια, θετική δουλειά. Εμείς αφήσαμε στον έξοχο ιεράρχη, τον αρχιεπίσκοπο Αλβανίας όλη τη  δουλειά.Δεν νομίζω ότι υπάρχει Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στην Αλβανία. Οχι σαν υποστήριξη της Βόρειας Ηπείρου, αλλά γιά κάτι αυτονόητο: φιλοξενούμε το ένα τρίτο τουπ ληθυσμού τους, στα μέρη μας.

Καλά, ας μη το σοβαρέψω πάλι…

Τα χαμένα γιαλιά

Καλά που έχασα τα καβαφίζοντα γιαλιά μου πρίν μήνες έξω από το όρος του Μονοίκου (ναι, πρόκειται γιά το πριγκηπάτο του Μονακό..)και τα παιδιά της Δίωξης (αυτά που αναζητούν τον Βαβύλη) δεν με κοιτάζουν περίεργα όταν διαλέγω φρέσκο σινάπι από την λαϊκή που βρίσκεται μέσα στην τάφρο του Νέου Φρουρίου ,όπου δοξάστηκε ο Σούλενμπεργκ.Αλλά προσέχοντας πάλι και πάλι αυτην την φωτογραφία ταυτότητας του φυγόδικου, νομίζω ότι έχει μιά ομοιότητα με τον Ταλάτ, που μόλις κέρδισε τις τουρκοκυπριακές εκλογές στα κατεχόμενα.Και αναρωτιέμαι: βρε, μπάς και είναι ο ίδιος; Οι ημερομηνίες ταιριάζουν, η δράση υπέρ οικοπέδων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στο βόρειο τμήμα του νησιού ομοίως.Λές να εξαφανίστηκε ,όχι σε διαμερίσματα του Χολαργού, ή μεταξύ Καλαβρίας και Χίου, αλλά μέσα στην πολιτική ζωή του ψευδοκράτους; Ως συγγραφέας δεν θα είχα τον παραμικρό δισταγμό να τον τοποθετήσω εκεί. Θυμάμαι εξάλλου μιά διήγηση του πατέρα μου, σύμφωνα με την οποία ένας άτακτος θείος της οικογένειας, επειδή δεν του άρεσε η νύφη που του έταξαν,κρύβοντας άλλη κοπελα κάτω από την καλύπτρα, πήρε των ομματιών του από το Ιρκούτσκι της Σιβηρίας και τον ανακάλυψαν στην Σαμαρκάνδη να παρασταίνει τον κατή και τον χότζα σε ένα τουρκομανικό χωριό.Η διολίσθηση προς έναν διαφορετικό βίο, μοιάζει να είναι η τελική λύση γιά κάποιον απελπισμένο, που έκανε μαντάρα την υπάρχουσα ζωή του.Τελικά, πόσος Βαβύλης εμπεριέχεται μέσα στα γονίδιά μου;Απλό. Είναι όπως στις παραδοσιακές συνταγές. Οταν ρωτάς την γερόντισσα πόσο αλεύρι μπαίνει στον χυλό, σου απαντά αφοπλιστικά «όσο πάρει». Τόσος Βαβύλης λοιπόν περιέχεται στις πράξεις και τα λόγια μου (επίτηδες χρησιμοποιώ πρώτο ενικό, γιά να μή αισθανθήτε εσείς ένοχοι, οι αναγνώστες μου).

Μάλιστα, ζούμε ιστορικές στιγμές.Μπορεί να μας κυνηγούν πανευρωπαϊκώς επειδή δεν μπορούμε να ανακυκλώσουμε τα σκουπίδια μας, αλλά είμαστε πρωτοπόροι παγκοσμίως στην ανακύκλωση λόγων, εγγράφων, αποδεικτικών στοιχείων και πλαστών ενδείξεων. Νομίζω μάλιστα ότι σε αυτό το λαμπρό πεδίο δόξης υπνώττει η μελλοντική κάλυψη όλων των δημοσίων ελλειμάτων μας,άν αποφασίσουμε να μετατρέψουμε την σχετική τεχνογνωσία σε εξαγώγιμο προϊόν.Όπως έρχονται στους Ιρλανδούς γιά software,και στους Σκοτσέζους γιά παραλλαγές ταρτάν, εμάς θα θυμούνται όποτε έχουν ανάγκη να μπλέξουν μηρούς, να ρίξουν μελάνη,να προσποιηθούν τις σουπιές, να παίξουν τις στρουθοκαμήλους.

Από την άλλη, σκέφτομαι ότι κακώς δεν έχω αντικαταστήσει τα καβαφίζοντα γιαλάκια με πανομοιότυπα.Στο κάτω κάτω,μήγαρις  το τελευταίο δημοσιευμένο ποίημα του Καβάφη δεν είναι αφιερωμένο στον Ιουλιανό και στην προσπάθειά του να εξαφανίσει το άγιο λείψανο του πολιούχου της Αντιοχείας, που τον έλεγαν (άκουσον, άκουσον..) Βαβύλα;

Αποχαιρετισμός στη Σάντρα Ντή

Τα μπλούζ του Ηλία Ζάικου συνόδευαν τους καταρράκτες του ουρανού στο Μαντούκι. Ακούγοντας και βλέποντας την κιθάρα του να γίνεται όλμος,εκεχειρία, αναστεναγμός και τρυφερότητα,το μυαλό μου δεν έβοσκε στα παλιά λημέρια, όταν παίζαμε στο θέατρο και στο σινεμά είκοσι χρόνια νεότεροι,και εξίσου απένταροι, αλλά στην Σάντρα Ντή, την μικρή υπερατλαντική ουτοπία με το άψογο ξανθό μαλλί και το μακρυνό χαμόγελο που πέθανε τις προάλλες στα εξήντα της.Ούτως ή άλλως, τα λογάκια του Ηλία ενόσω ετοίμαζε γιά το κοινό του το επόμενο κράμα ήχων και πόνου(μερικές φορες τα λέμε τραγούδια γιά συντομία) ήταν κατάφορτα με αφιερώσεις γιά σολίστες και μουσικούς που πέρασαν στον άλλο κόσμο εσχάτως.Αλλά εμένα μου κόλλησε η Σάντρα Ντή, επειδή την αγαπούσαν πολύ οι εξαδέλφες μου και οι φίλες τους, ιδίως όταν πήγαμε στο σινεμά «Απόλλων» στην Αγία Τριάδα και την είδαμε να πρωταγωνιστεί με τον Πήτερ Φόντα,ως γοητευτικό γιατρουδάκι με ένα πουλόβερ που άναβε πόθους και έκαιγε καρδιές τον καιρό που δεν μπορούσε μήτε ο ίδιος να φανταστεί ότι θα έβαζε ένα πέτσινο και θα μας έστελνε στους μελαγχολικούς δρόμους της εσωτερικής μας ερημιάς ως easy rider.H Σάντρα Ντή, ήταν πάντοτε μιά ηρωίδα της, η Τάμι.Από κεί και το ομώνυμο τραγούδι που βέβαια το έχετε ξεχάσει άπαντες συμπαντικώς.Και ήταν ερωτευμένη με τον Μπόμπι Ντάριν,και τσακωμένη, και ξαναερωτευμένη, και μητέρα ενός παιδιού. Κι όταν ο Πήτερ Φόντα πήρε τους δρόμους, σε λίγο ο Μπόμπι Ντάριν πήρε την άγουσα γιά το νεκροταφείο.Χαλκομανίες του Χόλιγουντ, φτιαγμένες από Όσκαρ,αέρα και νερό, σαν αυτό που τυραννάει τις προσχώσεις στο Μαντούκι,κατασκευασμένες σαν αποκριάτικα κοστούμια ένα μέγεθος, γιά να χωράμε όλοι.Αλλά εμείς δεν τα χάφταμε κάτι τέτοια.Εμείς ήμασταν χωρίς εντόπιες αγάπες, επειδή γουστάραμε την μόνη πραγματικότητα του κόσμου, δηλαδή την καθαρή φαντασίωση που παράγει ένα εφηβικό μυαλό και είναι η μόνη που δεν μπορεί να σου κλέψουν στον δρόμο οι «ειδικοί» και οι «επαγγελματίες», αλλά και η σιωπηλή πλειοψηφία που δεν μπορεί να ξεχωρίσει μιά τηλεοπτική εκπομπή από ένα μετεωρολογικό φαινόμενο.Ηθελα να του πώ «Ηλία, μάλλον είμαστε αυθεντικά αμερικανάκια,εσύ με τα μπλούζ, εγώ με τους μπίτνικς», αλλά ντράπηκα.Και ανεβαίνοντας γιά το σπίτι,φαρμακωμένος από το τσιγάρο,γιά να αντέξω την μαύρη φύση,αναγκάστηκα να ακούω επαναληπτικά το 7ο τραγούδι από το Undercover των Stones που διασώζει λίγα ξέφτια από Alexis Corner,την εποχή που μεσουρανούσε η Σάντρα Ντή,ενώ ο Λόμαξ,που που έταξε ο εκδότης μου,δεν έφτασε από την Αθήνα με το ταχυδρομείο.

Λεξούλες

Η Έλενα Παπαρίζου δήλωσε ότι το ευρωτραγούδι της «έχει ρίζα», ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος παρέπεμψε στον «συγγραφέα» μιάς επιστολής,αντί να εκτιμήσει ο ίδιος την όποια σημασία της.Και η γειτόνισσά μας, προσθέτω, στην πρόθεσή μας να βάλουμε κανένα σύνεργο στα παράθυρα, μη μας φάνε τα κουνούπια, μέρες που έρχονται, πρότεινε «στσι  φενέστρες τα σκούρα να τά΄χομε λιμπρέτο».Αυτό το τελευταίο γλωσσικό ιερογλυφικό το κατάλαβα: να γέρνουμε τα παντζούρια στα παράθυρα.Τα άλλα, ακόμη τα περιεργάζομαι.Κοντεύω να ερμηνεύσω τον δίσκο της Φαιστού και την ασπίδα του Αχιλλέα (που λέει ο λόγος..) αλλά μερικές λεξούλες θα μείνουν εσαεί στο φλού.

Σιγά μη «έχει ρίζα» το τραγούδι! Με κάτι τέτοια ο αείμνηστος Φραγκίσκος Μανέλης, παριστάνοντας τον οδοντίατρο, έγδυνε εύχυμη  πελάτισσα και στην ερώτησή της «μα τι κάνετε εκεί κάτω γιατρέ;» απαντούσε «ψάχνω να βρώ την ρίζα»,κάποιου τραπεζίτη, υποθέτω.Ενα κλαδάκι διαθέτει, μ ένα φύλλωμα φανταχτερό,όπου βρίσκεται κρεμασμένο ένα ζευγάρι μπότες, η μιά κρητική, η άλλη ποντιακή και γιά το ευρωπαϊκό κοινό «κάτι της μόδας».Οσο για τις επιστολές, τις συντάσσουν και δεν τις συγγράφουν, παρεκτός κι αν πρόκειται γιά ψευδοεπιστολές που κρύβουν ένα σύνηθες λογοτεχνικό είδος ή εάν τις έχει συντάξει ο Σουίφτ  και ο Παπαδιαμάντης, οπότε ,όλο και κάποια συγγραφική επίνοια δαπανάται κατά την σύνταξή τους.

Που υπάρχει πρόβλημα; Στις έννοιες.Η λέξη «ρίζα» μεταφορικά παραπέμπει σε κάτι που δεν είναι επιφανειακό, άρα έχει την αξία του,πράγμα που ισχύει γιά τις πατάτες και το τζινγκσενγκ αλλά όχι γιά τις ανεμώνες και τις ροδακινιές, ενώ  η χρήση της λέξης «συγγράφω» αντί «συντάσσω», άν δεν είναι αδόκιμη, κρύβει ελαφρά απαξίωση της δουλειάς του συγγραφέα, που κατά την κοινή γνώμη, κρύβει τις δυνατές ,απλές γεύσεις, με διάφορες σάλτσες.Ετσι, ο συγγραφέας μιάς επιστολής, είναι δυνητικά ένας αναξιόπιστος πλαστογράφος.Αν είναι μάλιστα και υπουργός,τόσο το χειρότερο που δεν «συντάσσει»,αλλά «συγγράφει», άρα φαντασιοκοπεί.

Πίσω από αυτήν την φλουταρισμένη χρήση ελαχίστων συλλαβών, κρύβεται η ετοιματζίδικη και πρωτόλεια τροφοδοσία της ομαδικής συνείδησης, με το προσφάι που εκείνη προτιμά, όχι με την τροφή που μπορεί να προσλάβει.Η κοινή συνείδηση εκτιμά την ρίζα παραπάνω από το φύλλωμα, επειδή φοβάται τα μέλλοντα και δεν καταλαβαίνει από την περιοδική γοητεία της άνθησης.Εκτιμά επίσης πολύ (μάλλον  ατενίζει με θαυμασμό) έναν ανύπαρκτο πολιτικό χαρακτήρα: τον αγράμματο πλήν  δραστήριο εκτελεστικάριο, που ξηλώνει με τα δόντια το κακό και μετά καταπίνει κανα δυό αντιπαθείς διανοουμένους που σε τρελαίνουν με τα «ναι μεν αλλά» τους.

Γι΄αυτό και εμείς θα΄χουμε λιμπρέτο τα σκούρα στις φενέστρες γιά να κάθονται τα μοσκίτα στον μπότζο…

Ο νόμος και η παροιμία

Χά! Χαχαμπούχα! Δικηγόρος δέρνει στο κέντρο του Αθηνιστάν κάποιον και ο πρόεδρος του επαγγελματικού συλλόγου του, του μηνάει να του στείλει απολογία ώστε να κρίνει άν θα πράξει κάτι αυτεπάγγελτα. Όιντα! Τεφαρίκι! Κόβουν τον κερκυραϊκό ελαιώνα γιά καύσιμο πιτσαρίας στην Ιταλία και ένα νομοσχέδιο στα σκαριά φυτρώνει ένα χρόνο στο ωραίον υπουργείο που διευθετεί τα αγροτικά, ενώ 453 τοπικοί υπεύθυνοι παραδέχονται την βαρύτητα του προβλήματος. Αφερίμ! Αν δεν καταγγείλεις, δεν κλάψεις ,δεν θρηνήσεις, δεν απαιτήσεις, δεν διασυρθείς στο γιαλί, δεν αποδεχτείς την προδικαστική διαδικασία των πρωινών, μεσημεριανών και βραδυνών άνκορμεν, κανένας δεν ελέγχει τρόφιμα, σφαγεία, ζαρζαβατικά. Τέλεια! Ρητορικές περί «κοινωνίας πολιτών» απαιτούν να γίνουμε κοινωνία ρουφιάνων, επειδή η μεγάλη δύσχρηστη και αιωνόβια κρατική μηχανή ασχολείται να πλένει τα εσώρουχά της, ή να «καλύπτεται με έγγραφα».Δεν με πείθει ο υπουργός, δεν με πείθει ο σκιώδης υπουργός, δεν με καλύπτει ο αρνητισμός του  ΚΚΕ και δεν καταλαβαίνω ντιπ από Συνασπισμό.Τι να κάνω τώρα; Επιπλέον,έχω λάβει μέρος σε σπάνιες όμορφες στιγμές της δημόσιας ζωής και σε πάμπολλες ανοησίες της. Δεν έχω μήτε την έσωθεν καλή μαρτυρία, που να κυνηγάω την έξωθεν.Αλλά πραγματικά, τι κάνουμε τώρα; Η μόνη ζώσα πραγματικότητα στην χώρα, η μόνη αυτεπάγγελτη δυναμική της είναι η πλήρης αποδοχή και η χρήση των παροιμιών,ενίοτε αντιθέτων μεταξύ τους. Δηλαδή «λαγός την φτέρην έσειε, κακόν της κεφαλής του», «όταν καλοθερίζανε,γειά σου κυρ Αριστείδη και όταν αλωνίζανε τι θέλεις βρε κασίδη» «Τι΄χεις Γιάννη, τί΄χα πάντα», «Εχει κι ο Γιάννης καϊκι», «Η στραβά πάει ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε» και τα παρόμοια. Αν τα ανακατέψω με τις παροιμιώδεις κοιτοτυπίες «δυναμική τοπικών κοινωνιών», «αποκέντρωση εδώ και τώρα» «πόσο πάει ο μαϊντανός» «Ο Μουρατίδης είναι θεά» «Εν οιδα ότι ουδέν οίδα» «το ζήτημα απαιτεί λεπτούς πολιτικούς χειρισμούς» «οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι..», ίσως δημιουργήσω ένα τεφτέρι  αρκετά ογκώδες γιά να βαράω ρυθμικά την γκλάβα, όπως οι καλόγεροι στο «Δισκοπότηρο» των Μόντι Πάιθονς.Αν δεν εφαρμόζουμε τους νόμους, τι το κρατάμε το ρημάδι το μυαλό; Άν δεν υπάρχουν εφαρομοστές του νόμου, με σηκωμένα μανίκια επί εικοσιτετραώρου βάσεως, γιατί να πληρώνω διορισμούς γιά τις χαμαλοδουλειές που μετατρέπονται σε εργάτες γραφείου στο πιτς φιτίλι; Δεν ξέρω τι να κάνω, αν και κάτι πρέπει να κάνω.  Δεν έχω που αλλού να μετακομίσω, αφού το έπραξα 46 φορές σε 57 χρόνια. Ο Καποδίστριας έχει αλλάξει όλα τα ονόματα των τόπων που αγάπησα. Ο Νίμιτς θα αλλάξει και το όνομα της περιφέρειας. Προτείνω το «Μακηδονία»,δηλαδή την «διαρκή ηδονή» ,ώστε νά΄χουμε αντίπαλο τον Χιού Χέφνερ, κι όχι τους ζόρικους βαλκάνιους.Από την άλλη, μήπως είμαι έτοιμος γιά μετακόμιση στις μεσοδυτικές πολιτείες, όπου η εθνική κραυγή είναι το «γίπι-άιο-κάι-έεεε»;

Εκδρομικοί έφηβοι

Πρώτη φορά τους προσέχω, όχι από μιά πόλη εκκίνησης, αλλά σε μία πόλη υποδοχής.Γιά χάρη τους έχουν ανοίξει τα πρώτα τουριστικά μαγαζιά, έχουν απλωθεί λόχμες από καρέκλες,τα μάτια των επιχειρηματιών είναι στους ουρανούς και βλέπουν εχθρικά τα σύννεφα,μη βρέξει και στοκάρουν τις φραπεδιές και τους φρέδους.Τα λεωφορεία συνωστίζονται σε χύμα ή οργανωμένες αλάνες,οι δημοτικοί άρχοντες θυμούνται ότι υπάρχουν και διαλέγουν τις ώρες αιχμής των νεαρών εκδρομέων γιά να ασφαλτοστρώσουν, να χαράξουν λευκές ρίγες, να μαζέψουν μεσημεριάτικα τα σκουπίδια.Αυτοί που κόβουν εισιτήρια και μονέδα σε διάφορους χώρους ,χάνουν την χειμερινή βολή τους.Από τα λεωφορεία κατεβαίνουν σε ομάδες που γίνονται ολοένα και μικρότερες όσο απομακρύνονται από τις αυτόματες θύρες τους.Πενήντα στη Σπιανάδα, εικοσαριές στο Λιστόν, δέκα-δέκα στα φρούρια, ανά πέντε στο Καμπιέλο και στη Γαρίτσα.Στα εστιατόρια ξαναμαζεύονται, ενώνουν τραπέζια,γελάνε με τα τρέχοντα.Μιλούν κυρίως γιά την βραδυνή έξοδο που προετοιμάζεται, από το Νέο Φρούριο έως το Κεφαλομάντουκο,στα εντεταλμένα προς τούτο ξενυχτάδικα,απ όπου η θάλασσα που διακρίνεται ανάμεσα στις ταμπέλες είναι η μόνη διαφορά από τα ξενυχτάδικα των πόλεών τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, όπου η «πολιτιστική» πτυχή της εκδρομής είναι ένα μάλλον μαραμένο κερασάκι σε μία τούρτα ταχυφαγίας και αναμνηστικών δώρων,τα παιδιά κυκλοφορούν ,άλλα με πρωτευουσιάνικο αέρα, άλλα με την συστολή ενός επαρχιακού λυκείου, φορώντας τις ίδιες στολές, βαμμένα και στολισμένα τα κορίτσια χωρίς τις επεμβάσεις της μαμάς, σε εύθυμα μπουλούκια τα αγόρια, κάνοντας ομαδικές πλάκες, σαφώς πιό κινητικά και παιδόμορφα απ΄ότι οι συμμαθήτριές τους.Το νησί τους αρέσει και το δείχνουν, αλλά πιό πολύ τους αρέσει που αισθάνονται ελεύθερα, που βρίσκονται «αλλού», που έχουν μετακομίσει προσωρινά από τα φροντιστήρια και τα τρέχοντα, που τα μεγάλα πλοία οδηγούν  πέρα από την γραμμή των οριζόντων.Λίγες εβδομάδες πρίν τις εξετάσεις, που εκπαιδεύτηκαν να θεωρούν οριακό κόμβο στη ζωή τους, μοιάζουν κάπως με μονομάχους που διασκεδάζουν πρίν τους ξαποστείλουν στις θηριομαχίες.

Θα ξανάρθουν, πολλά χρόνια αργότερα, ζευγαρωμένοι και άγαμοι, μετά παντρεμένοι μετά τέκνου,συχνά με φιλικά ζευγάρια, θα ξανάρθουν ίσως γιά δουλειές η τράνζιτ, και μετά μισόν αιώνα σε εκδρομή γερόντων. Το νησί θα ασχολείται πάλι με τον τουρισμό του και τα τρέχοντα, ενώ πάντοτε οι μαγαζάτορες θα κοιτούν με ανησυχία τα σύννεφα στον ουρανό…

Ποιός δεν κάθεται ήσυχος;

Κάποιος γείτονας είχε λάβει πεσκέσι ένα καλούτσικο φλασκί  από την Όσσα,καθήσαμε να το δοκιμάσουμε μερικοί πολιτιστικώς ανόμοιοι προγέροντες καθώς έπεφτε ο ήλιος ανήμερα των Βαϊων, ανάμεσά μας χορταρούδια, λείψανα ενός ξαρμυρισμένου βακαλάου, δυνατή σκορδαλιά, είχαμε καθαρίσει τις αυλές μας,κάψαμε φύλλα και ξερόκλαδα,λευκοί καπνοί ξέπνοοι,κουβεντιάζαμε γιά λιτανείες, φιλαρμονικές, γιά τους πολλούς επιταφίους που θα κύκλωναν στην Σπιανάδα,λέγαμε ιστορίες πόσο διαφέρει η μαγειρίτσα από τα τσιλίχορδα,η μεγάλη εβδομάδα έμπαινε μέσα μου καθώς το άρωμα από τις πασχαλιές που εδώ τις λένε λαμπριές, ενώ πασχαλιές λένε τις γλυτσίνες,ανακάλυπτα στα λόγια τους τα πτωχοπροδρομικά «χορδοκοιλίτσια» και τις «μαγειρίες»,προχτές μου είχαν δείξει κάτι νερόμυλους υπέροχους,ώσπου τα μικρά της παρέας άνοιξαν τηλεόραση, επειδή μάλλον παρουσίασαν σύνδρομα στέρησης και τους έλειπαν οι φεϊμστορίτες, το number one και ο Σάκης,οπότε από το κουτί βγαίνει ένα παράπονο φρικτό. «Αφήστε μας ήσυχους, αφήστε τον κόσμο να κάνει Πάσχα, αυτοί που ενδιαφέρονται τόσο, μα τόσο γιά την Εκκλησία, αφήστε μας, αφήστε μας!» Τι συνέβαινε; Ο αρχιεπίσκοπος μετά την λειτουργία, έκανε δηλώσεις, μονταρισμένες με αντίστοιχες δηλώσεις άλλων ιεραρχών.Κοιταχτήκαμε. Και ο κουμούνας, και η δεξιάντζα και ο λόγιος (αχαχούχα!) και ο σύριζας και ένας οπαδός του Δρύ (ναι,υπάρχουν ακόμη..).Ποιός ατάκτησε,ποιός πρόλαβε; Ήσυχοι ήμασταν όλοι.Εκτός από κάτι «εκκεντρικούς» που επιμένουν σε δευτερεύοντα, ακόμη κι ο Μακης θα έβγαινε με Νταλάρα στην εκπομπή του, ο Κούγιας δήλωνε ότι τον έλκει το άλλο φύλο,η αρθρογραφία ήταν άλλα λόγια ν άγαπιόμαστε, ο κόσμος νήστευε, ακολουθούσε έθιμα περιμένοντας κόσμο από τα αστικά κέντρα,ποιόν ακριβώς έπρεπε να αφήσουμε περισσότερο ήσυχο;μόνον στα Ιεροσόλυμα και στη Μπολόνια ,λόγω Ειρηναίου και Βαβύλη,γινόταν κάτι άκεφα και περίπου υπηρεσιακά.Κανένας δεν είπε «δεν θα πάω στον Επιτάφιο και στην Λαμπρή»,απεναντίας έκλειναν ραντεβού από τώρα,θαρρείς και θα έχαναν τις τελετές, όπως τα αρνάκια χάνουν την εθνική τους ταυτότητα, πάντοτε τέτοιες μέρες.Εδώ και αρκετές εβδομάδες, τα πράγματα έχουν ηρεμήσει, η τελευταία αναστάτωση στους ρασοφόρους μάλλον θα πάρει την άγουσα προς την περιπαικτική γραμματολογία, ώστε μετά έναν αιώνα να προστεθεί στην ζώσα παράδοση ενός παιχνιδιάρη λαού, που γεμίζει διαχρονικώς τις εκκλησίες αλλα δυό τρείς φορές το χρόνο θυμάται πώς τρίβουν το πιπέρι οι καλογέροι.Στο κάτω κάτω, ποιός συνέθεσε και διασκέδαζε με την «ακολουθία του σπανού», μήγαρις ο Βορίνας; Κάποιοι αποθαμένοι εδώ και χίλια χρόνια.

Κάποιος σκέφτηκε φωναχτά: μήπως αισθάνονται περίεργα που τους έχουμε όντως αφήσει ήσυχους; Μήπως τους έλειψαν οι κόντρες, οι καταγγελίες, τα βάσανα και οι προβληματισμοί περί αγαμίας, υπερτελών συνόδων και πηγών χρυσού,ήτοι Χρυσοπηγών; Τον αποπήραμε αμέσως.Τα τσιλίχορδα δεν είναι μαγειρίτσα.Αρνίσιο ψαχνό, διαλυμένο με το χέρι,με πολύ σκόρδο,να αφήνει μιά πηχτή σάλτσα.Με εντεράκια ,βεβαίως.Και πιπέρι.Τριμμένο στον μύλο.

Μάθε τέχνη κι άστηνε..

Καθώς η ζωή μου δεν έχει ωράριο, δεν έχει φυσικά μήτε διακοπές ή Σαββατοκύριακα.Οταν δεν έχεις ωράριο,δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος.Εντούτοις παρασύρθηκα από την εκδρομική συγκυρία και μετά από πολλά χρόνια, πήρα ένα χαρτόνι Α4, ένα πενάκι,μιά μελάνη καφετιά και βάλθηκα να σκιτσάρω ένα ορθογωνικό ξέφωτο ανάμεσα σε ελιές και κυπαρίσια.Σαν απόμαχος που λατρεύει το ρητό «μάθε τέχνη κι άστηνε».

Σιγά μη την μαθαίνεις, άν την αφήσεις, έστω και γιά μία μέρα!Το χέρι μου κυριολεκτικά έτρεμε ,διαγράφοντας απλές γραμμές,παιδικά σχήματα, και μόνον η εμπειρία συγκρατούσε σε υπανάπτυκτο βαθμό κάποιες αναλογίες.Τα μάζεψα σαν βρεμένη γάτα, έβαλα ημερομηνία και τίτλο στο κακούργημα, γιά να έχω μιά απόδειξη της εγκατάλειψης κι αυτής της τέχνης, που δήθεν την έμαθα και την άφησα.

Αντίθετα με τις γραμμές του σκίτσου, η λεζάντα που έβαλα ήταν απολύτως καλογραμμένη και ορθογραφημένη, με ωραία συμπιλήματα γραμμάτων,έμπειρα και ορμητικά.Τυπικά δημιουργήματα ενός ανθρώπου των γραμμάτων, ενός βιβλιοπόντικα και ενός σκεπτομένου (άλα τις!)όντος. Κι έτσι, μπόρεσα να κάνω τις απαραίτητες αναγωγές, εννοώ τις μεταπασχαλινές του πολιτικού μας βίου.

Η τέχνη του τσουγκρίσματος αβγών σε στρατόπεδα, είναι ακμάζουσα τέχνη, επιδέχεται αστειάκια και χαριτωμενιές. Η τέχνη των σκηνογράφων και ενδυματολόγων όπου γής, που αναπαριστούν σε απερίγραπτες ταινιούλες σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης και του Θείου Δράματος, παραμένει ρουτινιάρικη αλλά επαγγελματική. Τα λουζόμαστε κάθε μεγάλη εβδομάδα, κι όμως παραμένουμε σταθεροί στις προτιμήσεις μας. Δεν υπάρχει γυναίκα επί της οθόνης που να μη φοράει καλύπτρα φαιόχρωμη και μανίλα λευκή εσωτερικά, αλλά δεν υπάρχει πουθενά καμία «τσίπα», δηλαδή κανένα κάλυπτρο του προσώπου: οι γυναίκες των Γραφών παραμένουν πεισματικά φεμινίστριες. Παρομοίως οι άνδρες δεν υπάρχει περίπτωση να μη φοράνε χειμωνιάτικες χλαμύδες και ωραία πέδιλα, μεταξύ μοναχών μεσαιωνικού τάγματος και χίπιδων της κοιλάδας του θανάτου.Αυτά δεν παίζουν κανέναν ρόλο,αφού η τέχνη τηςπ λασματικής αναπαράστασης καλά κρατεί.Μήτε οι «δηλώσεις» των θεσμικών εκπροσώπων, χρονιάρες μέρες, κινδυνεύουν,αφού η «τέχνη» τους, επανέρχεται περιοδικά: συνετή αντιστοίχιση των επετειακών ημερών με εθνικούς κινδύνος, ολίγον πνεύμα της άνοιξης, αγάπη προς όλους, εντάξει όλα.

Ενώ το σκιτσάκι  του χωραφιού απέναντι, στα γκρέμια των Αρκαδάδων, σκέτος όλεθρος.Ποιός σου είπε, ανόητε επιφυλλιδογράφε, να μαθαίνεις τέχνες που ξεχνιούνται;τελικά, το μόνο επετειακό που ξέρεις καλά, είναι να διαλέγεις καλά αβγά και να τους τσακίζεις όλους στον σχετικό παραδοσιακό διαγωνισμό. Γι αυτό και οι άλλοι τρώνε τα σπασμένα αβγά, ενώ εσύ τα φυλάς ως τρόπαια στο εικονοστάσι…

Πώς γυρνάει η λιτανεία;

Κουβέντιαζα με κάτι ξενάκια τις εντυπώσεις μου από μιά λιτανεία στο χωριό. Μπροστά μιά πελώρια κατηφένια σημαία, η χορωδία, η μπάντα, η εικόνα,οι πολιτευόμενοι, το πλήθος.Πέρασαν μπροστά από το σπίτι, σε μία στενή άσφαλτο και σε κανένα τεταρτάκι επέστρεψαν.Η ερώτηση που έγινε με αιφνιδίασε: «καλά, που βρήκαν χώρο και γύρισαν;» Απέδοσα το γεγονός σε θαύμα, πράγμα που τους καθυσήχασε.

Και μετά, κατάλαβα ότι προ ετών, έτσι ακριβώς, ως συγκροτημένη λιτανεία, έβλεπα τους Πάσοκες να περιφέρονται κυβερνώντες,ψιθυρίζοντας περί βαριδίων του κρατικού μηχανισμού, με φλάμπουρο τον εκσυγχρονισμό,με μπάντα παιανίζουσα άσματα αγαπημένα στα πολιτιστικά ξενυχτάδικα,ενώ η χορωδία κρατούσε ενός λεπτού σιγή κάθε φορά που άλλαζε ύμνο,κάθε φορά υπέρ ενός άλλου δελφίνου και τους συνδικαλιστές μπερδεμένους με τους πολιτικούς,ενώ στο πλήθος συνυπήρχαν κλασικοί σοσιαλιστές, δεξιοί πρακτικιστές και αριστεροί ξέμπαρκοι.

Ανάμεσα στον κόσμο που τους κοίταζε, εκτός από τους συνήθεις αριστερούς, υπηρχαν ανυπόμονοι νεοδημοκράτες που δεν άφηναν την λιτανεία σε χλωρό κλαρί. Η εικόνα του κράτους δεν ήταν περιποιημένη, οι χορωδοί παράφωνοι, η μπάντα δεν πρόσεχε τις παρτιτούρες και χαμογελούσε στα κορίτσια, οι πολιτικοί ήταν λιγότεροι από τους σωματοφύλακες και περισσότεροι από τον κόσμο της πομπής.

Και μετά, η λιτανεία έστριψε θαυματουργικώς και γύρισε από την άλλη κατεύθυνση.Τώρα η μπάντα παιάνιζε το number one ,η χορωδία βάδιζε απλώς κρατώντας ψηλά από ένα κινητό, που έπαιζε το ίδιο ringtone. Οι πολιτικοί είχαν αλλάξει, δεν υπήρχαν συνδικαλιστές, αλλά κάτι καινούργιοι περίεργοι που τσίγκλιζαν διά δηλώσεων την εξουσία.Η λιτανεία έμοιαζε πανομοιότυπη, αλλά δεν ήταν.Διέφερε στους θεατές της. Οι περισσότεροι συνόδευαν την εικόνα στο πήγαινε, και τώρα, στο έλα, κάθονταν και σχολίαζαν. Κι ενώ η δουλειά ενός συνοδού μιάς λιτανείας είναι εξαιρετικά απλή (βαδίζει με μερικούς άλλους πίσω από τους επισήμους), τα σχόλια που άκουγα ήταν μιά αυστηρή κριτική γιατί οι παρόντες συνοδοί δεν τρέχουν, δεν καπνίζουν, δεν αναστενάζουν, δεν χασμουριούνται.

Με λίγα λόγια, αφού όλοι πηγαίνουν στις λιτανείες, για ποιόν ακριβώς λόγο φέρονται σα να συμμετέχουν σε κρουαζιέρα; Καταλαβαίνω να γκρινιάξουν επειδή ένα καπέλο από την μπάντα το φορούσε κάποιος στραβά, αλλά πώς γίνεται και την απαξιώνουν συνολικώς;

Σημασία έχει ότι λιτανεύσαμε και εφέτος τον  ΟΤΕ (γιά να επιστρέψω από τις παραβολές στην πραγματικότητα) και η εθελουσία έξοδος προβλέπω να αποτελέσει αφορμή γιά μιά ακόμη αθέλητη είσοδο.Επειδή, σε αυτήν την πομπή, ξεχάσαμε την εικόνα…

Κανέλα και γαρύφαλο

Ανήμερα του αγίου Πνεύματος, στα ερείπια από ένα ξεχασμένο πανηγύρι, το μοναστηράκι έξω από το χωριό που κατοικώ γιόρταζε με λειτουργία, αρτοκλασία, και φαγητό γιά όλους.Δεν υπηρχαν πλέον καλόγεροι, αλλά ενορίτες.Μακαρόνια με κιμά,τριμμένο τυρί και πολύ κρασί.Προηγήθηκε καφεδάκι, τραγούδια από την χορωδία.Η σάλτσα είχε γαρύφαλο και κανέλα.

Καπνίζαμε οι μεσόκοποι ανάμεσα στα κουφάρια των αυτοκινήτων μας,κάτω από ελιές και πλατάνια, με τα παιδάκια να στροβιλίζονται στο πλάτωμα, βάζοντας πλαστικές καρέκλες πλαγιαστά να παριστάνουν τα γκολπόστ, ενώ δυό βρεφάκια , κυκλοφορούσαν στις αγκαλιές όλων των γιαγιάδων, παίρνοντας ενίοτε τον υπνάκο τους, σαν σύμβουλοι παραγωγικού υπουργείου.

Λέγαμε διάφορα, το μοναστηράκι ήταν όμορφο,προσεγμένο, διορθωμένο γύρω στο 1850 και μετά στο 1950.Αστειάκια γιά σαρδέλες που θα τρώγαμε το βράδι, μιά μπιρίμπα εκκρεμής των γυναικών σε κάποια αυλή,κάποιος να ζητά διπλή μερίδα,ήρθε κι ένας αντιδήμαρχος και έλεγε «ωραία, ωραία». Κοίταζα τα κουφάρια των αυτοκινήτων και εναλλάξ τις κορυφές των γύρω λόφων, με ξέφτια από συννεφάκια που κύκλωναν το τοπίο.Δεν σας ενδιαφέρει, αλλά αυτά ήταν κοντά σε τοπωνύμιο ονόματι Σορωνιά , δυό βήματα από τα κτήματα ενός νοταρίου, του Μαλάκη,που υπογράφει ένα πωλητήριο γύρω στα 1360, «στην αναποταμίαν του Σιδάρεως».Ενας φίλος του Καποδίστρια, ο Αρλιώτης, που το σπιτικό του γειτονεύει με το δικό μου, φρόντισε και έλαβε ένα φόρτωμα πατάτες πρίν το κυβερνήτης τις κατεβάσει στο Ναύπλιο, κι έτσι οι Κερκυραίοι έγιναν οι πρώτοι καλλιεργητές της.

Με το πετρέλαιο στα ύψη και τις αγροτικές επιδοτήσεις να απειλούνται, ο τόπος αυτός θα γίνει εξαιρετικά κατάλληλος γιά φιλοσοφικές ενατενίσεις μελαγχολικών Άγγλων περιηγητών και συγγραφέων εκ Μακεδονίας που κόβουν ένα αγγουράκι από τον κήπο και το μετατρέπουν σε χρονογράφημα.Όλο μαζί το ετήσιο εισόδημα του χωριού μετα βίας καλύπτει ένα καλό παρτι σε νησί του Αιγαίου.Αντιλαμβάνομαι την σημασία των αντιθέσεων στον δυτικό βίο, αλλά τρελαίνομαι όταν παρακολουθώ όλες τις εξόδους των μικρών κοινωνιών μπλοκαρισμένες από εικαστικές χωματερές που μπροστά τους τα Λιόσια είναι κήπος ευωδίας.Οι τηλεοράσεις βάζουν στους γείτονες, που ανταλλάσουν χορταρικά και αβγά γιά το καθημερινο τους φαγητό,φλέγοντα ζητήματα. Ποιός βαφτίστηκε κι από ποιόν, πόσο άδειασε η Αθήνα,τι έγινε στον τάδε γάμο και πόσοι τραγουδούσαν το «σ΄έχω κάνει θεό».Οι άνθρωποι ακούνε γιά ασφαλιστικά, τονιμπλέρηδες,αποτύχατε στις Βρυξέλες,ακρίβηνε ο φρέδος, ΦΠΑ στα ακίνητα και αισθάνονται ότι τους περιτριγυρίζουν νταλίκες με εκρηκτικά,ιπτάμενες.Επί μερικά χρόνια είχαν την ψευδαίσθηση της προκοπής, έστω δανεικής, έστω θεόστραβης. Τώρα, που αισθάνονται ότι κλείνουν οι κουρτίνες του ουρανού τους,δεν έχουν κάν το κουράγιο να τρομάξουν.Εξάλλου, τα επαπειλούμενα θα αργήσουν μερικούς μήνες ή και χρόνια, οπότε δεν θα συμβούν ποτέ.

Μετά πήραμε τα αποφάγια και φύγαμε, να δοκιμάσουν τα κατοικίδιά μας κανέλλα και γαρύφαλο.

Τα γρήγορα σύννεφα

Συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τότε που η Εθνική το πήρε και το σήκωσε.

Από το Ιταλικό τακούνι και την Αλβανική ωμοπλάτη ξεκίνησαν ταχύτατα σύνεφα και περνούσαν πάνω από τις ελιές της Κέρκυρας κρυώνοντας τον αέρα. Οι τουρίστες τυλίχτηκαν στα πετσετικά τους και έφυγαν από τις παραλίες,δεκάδες φιλαρμονικές παρατάχτηκαν στη Σπιανάδα διώχνοντας τα αυτοκίνητα.Και σε πολλές πόλεις του πλανήτη, στήθηκαν προσκήνια και βγήκαν τραγουδιστές και συγκροτήματα γιά να διώξουν την φτώχεια.

Ποιό είναι το δίδαγμα και το ρητό; Η Κέρκυρα δεν θα μεταβληθεί σε Ισλανδία.Οι τουρίστες θα ξανάρθουν στο νερό.Το πάρκινγκ από αύριο θα ξανακόψει τη μονέδα του.Τα τριάντα χιλιάδες παιδιά που πεθαίνουν ημερησίως στην Αφρική,θα συνεχίσουν να πεθαίνουν.Η Εθνική δείχνει τον δρόμο.Τελεσιδίκως.Οι συγκεντρωτικές προσπάθειες έχουν ημερομηνία λήξης.

Και ποιός χαίρεται με όλα αυτά; Σαφέστατα οι επαγγελματίες. Αυτοί που έστησαν τις σκηνές, αυτοί που πούλησαν τον ήχο και νοίκιασαν τα φωτορυθμικά,αυτοί που γέμισαν το πρόγραμμά τους με εικόνες και μουσική.Η έννοια της μεταφοράς πόρων, ανθρώπων και δυνατοτήτων από τόπο σε τόπο, έχει μόνιμο εμπόδιο τα μεταφορικά.Οι παραθεριστές σκέφτονται περισσότερο τα ναύλα παρά το φαγητό και το ενοίκιο.Ολοι μας παραμένουμε σε αμηχανία με την τύχη του σημαντικού χρηματικού ποσού που έφυγε μόνον από την Ελλάδα γιά τα θύματα του τσουνάμι.Η βοήθεια, τα χρήματα και οι προθέσεις, συνήθως χάνονται στον δρόμο.Και να είστε βέβαιοι ότι δεν πετιούνται στη θάλασσα.

Βαρυέμαι ελαφρά τις τελετουργίες τέτοιου τύπου, κυρίως επειδή είναι απολύτως προβλέψιμες.Ακόμη και οι βίαιες εκρήξεις, που έχουν άμεσο αποτέλεσμα,σε βάθος χρόνου δουλεύουν υπέρ του συστήματος. Ο κομήτης θα φάει μιά στο δοξαπατρί γιά να μαζέψουνε τη σκόνη του προς μελέτην.Αλλά οι άλλοι κομήτες δεν πρόκειται να τρομάξουν και να μεταβάλουν πορεία. Παρομοίως οι G8 δεν υπάρχει περίπτωση να πάρουν μέτρα γιά την Αφρική επειδή τους φόβισε η επαναστατικότητα των Duran Duran. Θα πάρουν τα μέτρα που επιβάλει η συνδυασμένη τους οικονομική πολιτική.Αν υπηρχε παγκόσμια στάση εμπορίου γιά μιά μέρα, με καταλυτικά αποτελέσματα γιά πολλούς, οι ισχυροί θα φρόντιζαν απλώς να μη υπήρχε στο μέλλον παρόμοιο ενδεχόμενο. Οπως οι υπηρεσίες, που όταν βγαίνουν μερικά άπλυτα στην φόρα, ψάχνουν αυτόν που έκανε την διαρροή, όχι να πλύνουν τα άπλυτα.

Είναι λοιπόν όλα μάταια και δεν μετράει καθόλου ένα καθολικό αίτημα ή μιά γενική αντίδραση; Κάθε άλλο.Απλώς ο φόβος του πολιτικού κόστους, που προκαλεί μερικές φορές διαφοροποιήσεις στην οικονομική και κοινωνική πολιτική των κρατών, δεν μπορεί να τιθασεύσει τις απότομες κινήσεις των θηρίων που ζούνε στον βυθό της καθημερινότητας.

Τουλάχιστον να μη χαζεύουμε τα σύννεφα…

Τα κουνάβια

Τελευταία, οι γειτόνοι παθαίνουμε έναν βραδυνό ζαβλαμά, που δεν έχει σχέση με ατμοσφαιρικά φαινόμενα και ανθρώπινες σχέσεις. Ο ένας ψεκάζει το σουλτανί,ο άλλος πουλάει πίτσες, άλλος γράφει χρονογραφήματα κι ο διπλανός καθαρίζει πισίνες.Λέμε και καμιά καλημέρα, καλησπέρα, ανταλλάσσουμε κορόμηλα με σκορδαλιές και λέμε να την πέσουμε νωρίς. Αμ δέ! Κάθε βράδυ κι άλλο μοιρολόι: ο θρήνος γιά το εργασιακό, το αχαχούχα γιά τα ωράρια, το έλα να δείς γιά το ποιός θα μας αλλάξει τα πετρέλαια.Κάθε μέρα, η συνήθεια συνθλιβεται με ακόμη πιό άκριτη, ακόμη πιό δηλωσιακή πολιτική, και μάλιστα με το σταγονόμετρο .Οι δημοσιογράφοι ερμηνεύουν τις υπουργικές συλλαβές, άλλοι τις κόβουν, άλλοι τις κάνουν  πρωτοσέλιδο. Είναι γεγονός ότι βιώνουμε μιά περίοδο γενικής θραύσης αβγών, το πήραν είδηση τα κουνάβια και μας τρώνε και τις κότες.

Υποθέτω πίσω από αυτά βρίσκεται ένας απαθής επικοινωνιολόγος που κάνει τις συστάσεις του και το χειρότερο, τις ακούνε: βγάλε τα όλα τώρα στη φόρα αρχηγέ και τρισμέγιστε, τρέλανέ τους όλους. Οι απέναντι είναι παραζαλισμένοι, οι δικοί μας απασχολημένοι να μεταφράζουνε σε γνήσια νεοδημοκρατικά τα κορεάτικα που ξαμόλησες προχτές. Ευκαιρία να αναστατώσεις το μίγμα, να ωριμάσει ταχύτερα με την μαγιά που έρριξες.

Αυτά είναι ωραία και καλά, με ένα ζητηματάκι ανοιχτό: στην πολιτική ,χρειάζονται μερικοί, ΄εστω και λίγοι, που να έχουν μιά έστω αόριστη συναίσθηση που πηγαίνει το καράβι ή ο γιαλός.Αν ήξερα ότι υπήρχαν ακόμη και δύο ή τρείς άνθρωποι με γνώση της απέραντης νεοελληνικής ομελέτας, θα ήμουν και πάλι αμέριμνος.Αλλά δεν ξέρω. Απεναντίας, δεν έχω κανένα στοιχείο που να με σπρώχνει στην βεβαιότητα ότι κάποιος κάπου και κάποτε, κάτι ξέρει.

Τελικά, ωφελούνται τα κουνάβια, αυτά που εξαιτίας τους, υποτίθεται,τραβάμε τέτοια βραδυνή αβεβαιότητα.Καταλαβαίνω ότι το πρότυπο στις αρχηγικές ενατενίσεις είναι ο μακαρίτης ο Ανδρέας, αλλά κι αυτός φρόντιζα να κόβει το τυρί στη μέση: από τη  μιά εμείς, οι φωτεινοί και οι σωστοί, από την άλλη οι σκοταδιστές. Κι αυτό είχε απόδειξη: ξυπνήσαμε ένα πρωί οι σκοταδιστές των δέκα χιλιάδων μηνιαίως, μας έδωσαν αύξηση δυό χιλιάρικα, αλλά οι σωστοί που έπαιρναν οχτώ, ανέβηκαν στα δεκάξη. Αποτέλεσμα: μπόρεσε και ξήλωσε διευθυντές και πολέμησε με τα τελάρα, έχοντας πίσω του αφοσιωμένους οπαδούς.Επιπλέον, τους είπε ότι βρίσκονται όλοι σε ένα τρένο, οπότε κατέβαζε όποιον ατακτούσε.

Τώρα; Σα να βγήκε ο καϊμακάμης να ασκήσει τους γενίτσαρους και τους πρόσταξε να πιάσουν τα κουνάβια με το χέρι,που τρώνε τις κότες και δεν έχουμε αβγά. Αλλά εδώ δυσκολευόμαστε να πιάσουμε μιά κότα μέσα στο κοτέτσι της, υπάρχει περίπτωση να αγγίξουμε κουνάβι;Γιά τα αβγά, δεν το συζητώ.Σπάσανε.

Το φίδι που τρώει την ουρά του

«Φέτος»,μου λέει ο γείτονας που του πήγα εφημερίδα «θα καθόμαστε». «Περίεργη άποψη έχεις γιά το καθησιό» του απαντώ. «Πέρσι έκανα μαύρα μάτια να σε δώ.Μάζευες ελιές» «Δεν μαζεύουμε φέτος ελιές. Φέτος καθόμαστε». «Λόγω επιδοτήσεων;» «Ακριβώς. Βέβαια, έχω πενήντα κλαδεμένα δέντρα και θα βγάλω το λάδι του σπιτιού. Βγάζω και γιά σένα, άν θέλεις». «Ασφαλώς  θα βγάλεις και γιά μένα. Αλλά τα υπόλοιπα δέντρα;» «Δεν μαζεύω,άς ρημάξουν. Κι αν έχω σφίξη, τα κόβω γιά την ξυλεία τους.Ολόκληρες νταλίκες φεύγουν καθημερινώς γιά Ιταλία. Τις θέλουν γιά τους φούρνους στις πιτσαρίες τους.» «Πόσο πάει το δέντρο;» «Ε,τριάντα, σαράντα ευρώ…» «Ολόκληρο δέντρο πεντάμετρο;» «Όχι τα μικρά κλαδιά». «Κι άν σε πιάσουν, πώς θα βγάλεις το πρόστιμο;» «Ποιός να με πιάσει;» «Το κράτος» «Εσείς οι Μακεδόνες το εμπιστεύεστε το κράτος, έτσι;» «Στα χρόνια του Φιλίππου τουλάχιστον, το εμπιστευόμασταν». «Ασε τις πλάκες. Ο ελαιώνας δεν προστατεύεται. Αυτό μας έλειπε. Πώς θα χτίζουμε, πώς θα ορίζουμε το βιός μας». «Και δέν σκέφτεσαι να βγάζεις λιγότερο και καλύτερο λάδι, να το μοσχοπουλάς;» «Με τι χέρια; Οι Αλβανοί δεν έρχονται,άλλους δεν έχουμε». «Καλά, δεν έχεις τρία άνεργα παιδιά;» «Πώς δεν έχω. Ξέρεις τι μου κοστίζει το τσιγάρο και ο καφές τους;» «Γιατί να μη δουλέψουν τον ελαιώνα;» «Κοίτα, γείτονες είμαστε, μη παρεξηγηθούμε. Τα παιδιά μου δεν θα καταντήσουν σαν κι εμένα.Θα ταλαιπωρηθούμε, αλλά θα βρούνε δουλειά στην πόλη ή στην Αθήνα.» «Ξέρεις πόσο πάει το άθερμο λάδι; Σχεδόν δεν υπάρχει. Αφού θα παίρνεις την επιδότηση, γιατί δεν βγάζεις αγουρέλαιο να πιάσεις τιμή;» «Και ποιός θα το παίρνει;» «Οι οικολόγοι και οι τουρίστες». «Μάλιστα, ένα μπουκαλάκι το δίμηνο. Ασε μας ρε γείτονα και τρέχα στο κομπιούτερ σου»

Έτρεξα. Υπάκουος, έψαξα στατιστικά στοιχεία και νούμερα.Γιά να σωθούν οι γεωργοί, πρέπει να βγάζουν ποιοτικά προϊόντα.Μάλιστα. Γιά ποιούς; Γιά τους αστούς που έχουνε.Καλά, αυτοί μειώνονται.Και κόβουν εξόδους, διακοπές και ρούχα.Σιγά μη παίρνουνε ακριβό λάδι.Και τί θα γίνει μετά το  2012, που δεν θα έχει επιδοτήσεις; Οι γεωργοί θα κατεβούν στις πόλεις, όπου θα τους περιμένουν οι κτηνοτρόφοι.Και πώς θα ζούνε; Όπως και οι υπόλοιποι, από τις εξατμίσεις.Αρα, ποιός τρώει ποιόν; Άν δεν υπάρχει ρευστό στην αγορά, τι νόημα έχει να παράγεις;και πώς λέμε τόσο ανεύθυνα «μειώστε τις ανάγκες σας».Εφτά στα δέκα ευρώ που ξοδεύουμε είναι ανελαστικά. Είναι δυνατόν από τη μιά να τρελαινόμαστε στην επικοινωνία μεταξύ μας, ξοδεύοντας περιουσίες σε κουβέντες περί του πώς δεν την βγάζουμε, και από την άλλη να καταγγέλουμε την κακούργα κοινωνία;

Εξαντλήθηκα. Η επόμενη ερώτηση θα είναι περί έρωτος και ολίγων περί ψυχής.

Η παραλία

Ανακάλυψα μιά παραλία με καλή άμμο, βραχάκια στα πέριξ γιά χαζολόγημα με τη μάσκα και όπου ο κόσμος σπανίζει, επειδή ο δρόμος έως εκεί με αυτοκίνητο είναι χειρότερος κι από χαλκιδικιώτικο τον καιρό των σεισμών.Επομένως καταλήγουν εδώ μερικοί γυμνιστές, ποδηλάτες και κάτι τύποι με μηχανάκια.

Πίσω, διακρίνεται ανάμεσα στα δέντρα, ένα ρημαγμένο μοναστήρι,απ΄οσο το έκοψα, μάλλον δέκατος όγδοος αιώνας με αρχαιότερο καθολικό.Παντού φυτρώνουν φτέρες, ευκάλυπτοι και κρίταμα.Παίρνω τις φλούδες του ευκάλυπτου γιά να καίω το βράδι διώχνοντας τα έντομα, κάνω και τουρσάκι τα κρίταμα. Τις φτέρες δεν ξέρω τι να τις κάνω.

Το καινούργιο στην υπόθεση, είναι ότι μεταβλήθηκα σε ορκισμένο εχθρό των σκουπιδιών. Έρχομαι πάντοτε με σακούλα και περιμαζεύω πλαστικά μπουκάλια, γλόμπους, λείψανα αντηλιακών, πακέτα τσιγάρα, ακόμη και μοναχικές σαγιονάρες.

Δεν ξέρω το γιατί. Συνεχίζω να δουλεύω ψιλό γαζί τις ομαδικές εκστρατείες καθαρισμού των ακτών, μελαγχολώ στη θέα των ομπρελών με τις ξαπλώστρες, κοιτάζω με οίκτο αυτούς που περιμένουν να καταλάβουν τι εστί μουσακάς από τα καλοκαιρινά εστιατόρια,αλλά από που προέκυψε αυτή η νοικοκυρωσύνη; Καλύτερα να εκπαιδευόμουνα συμμαζεύοντας το γραφείο μου, όπου κατοικούν χωρίς πρόβλημα τσιγάρα και αποτσίγαρα, ερείπια τρελής καφεποσίας, εφημερίδες παρελθούσης χρήσεως και βέβαια, τα μοναδικά μου κείμενα, αγκαζέ με χαρτάκια και σημειώσεις τηλεφώνων, επείγοντα και έναν σπάγγο που δεν θυμάμαι πότε τον άγγιξα τελευταία φορά.

Μάλλον κουράστηκα.Καθώς τα τρία στοιχεία που με απαρτίζουν, σώμα, πνεύμα και ψυχή (όπως θα έλεγαν οι γνωστικοί παλαιοί) παίρνουν το καθένα τον δρόμο του, σαν απόψεις της ΔΑΚΕ γιά τα εργασιακά,φαντάζομαι ότι καταλήγω στον ρόλο του άσχετου.Πράττω χωρίς σκοπό, καλύπτομαι χωρίς να ξεσκεπάζω, μιλάω χωρίς να ακούω.

Μετά, μπαίνω στη θάλασσα και συνέρχομαι. Καθώς το αλάτι ελαφρώνει το βάρος μου, κινούμαι σαν φυσιολογικός άνθρωπος στα κιλά του,κι όχι σαν φάλαινα που ξεβράστηκε στην παραλία.Μέσα στο νερό , μπορώ να κινούμαι στο ρυθμό cobrastyle,  που είναι,σας πληροφορώ, καλύτερη άσκηση του πνεύματος από τους λογοτεχνικούς γιγαντισμούς.Και με τα σκουπιδάκια μαζεμένα στο πορτμπαγκάζ,γιά να οδηγηθούν αργότερα στις χωματερές,δεν έχω και πολλές ενοχές.

Μιά μέρα θα εμφανιστώ με τα συμπράγκαλά μου στην ίδια παραλία και θα την έχουν κατοικήσει οι φυλές και τα έθνη των λογικών ανθρώπων. Οπότε θα κάνω κανονική στροφή και θα φύγω ακόμη πιό άβολά, ακόμη πιό μακρυά.

Έτσι έφυγα από την Θάσο, από τα σίδερα της Επανομής, από το Καλαμίτσι και την Κουμίτσα, από την Ελαφόνησο και τις Αχλαδιές.

Ξέρω τον τρόπο, ξέρω τον δρόμο, ξέρω το στρίβειν διά του αρραβώνος.

Ο απεργός της εξουσίας

Τον νομάρχη της Κέρκυρας τον βλέπω και τον ακούω στα τοπικά κανάλια,μιά φορά ,ανεγνώριστοι,διασταυρωθήκαμε στο αεροδρόμιο. Δεν ξέρω τον άνθρωπο, αλλά έμαθα, σε εννιά μήνες τον τρόπο του.Τις προάλλες δημιούργησε αίσθηση στο πανελλήνιο δηλώνοντας ότι αρχίζει απεργία πείνας γιά λόγους ασυνεννοησίας με τις κυβερνητικές αρχές και την έλλειψη προσωπικού των υπηρεσιών του.

Αλλά από νομάρχες γνωρίζω.Ήδη ,δημοσιεύοντας από το 1980 το ποίημα «Γράμμα σε έναν νομάρχη» απευθύνομαι στο στατιστικό τους δείγμα με τον στίχο «πώς να σε βάλω στο ποίημα να γλυτώνεις απ΄αυτά/και δακρισμένος να σκορπάς στην αγκαλιά των εργολάβων».Στο ενδιάμεσο διάστημα γνώρισα αρκετούς νομάρχες, συνεργάστηκα μαζί τους, έζησα στον πλανήτη τους, εκείνην την αμφίσημη σχέση με τους δημάρχους, τα αιτήματα προς την κεντρική εξουσία, τις πονεμένες ιστορίες επιχορηγήσεων, προσπαθειών ανάπτυξης, παρακολούθησης έργων και γενικής ανεπάρκειας πόρων και ανθρώπων. Ομολογω ότι είδα και άκουσα λιβέλους, απειλές, διαδηλώσεις, αιτήματα,εγγραφολογίες, δημόσιες αιτιάσεις και παραστάσεις με τη σέσουλα από την πλευρά τους. Ομολογώ επίσης ότι μήτε στιγμή δεν θα μπορούσα να σκεφτώ  ότι κάποιος νομάρχης κάνει απεργία πείνας γιά να προωθήσει τα θέματα γιά την διαχείριση των οποίων τον εξέλεξαν.Όπως δεν άκουσα ποτέ μου υπουργό να απεργεί, παρομοίως δεν άκουσα κάτι παρόμοιο γιά κάποιον επικεφαλής ενός φορέα.Το ότι ο συγκεκριμένος νομάρχης δεν ανήκει στο κυβερνητικό κόμμα, δεν λέει τίποτε, επειδή δεν θα φανταζόμουνα ποτέ τον Ψωμιάδη να κόβει το γεύμα του επειδή τον πρήζανε οι πάσοκες όταν κυβερνούσαν.Ένας νομάρχης παραιτείται άν βλέπει ότι κάτι πάει στραβά ή αγωνίζεται στο πολλαπλάσιο άν το κρίνει εύλογο.Δεν κάνει, κατά τη  γνώμη μου απεργία πείνας, επειδή θα του στέλνουν ορεκτικά, αντί κονδύλια.

Από την άλλη, σκέφτομαι την πολιτική ωριμότητα των Κερκυραίων και ίσως να εγκρίνουν αρκετοί την στάση του. Είναι πολύ ευγενείς, ομιλητικοί, φτιάχνουν συνεχώς επιτροπές γιά το καθετί, δεν κοντράρονται εύκολα, κι όταν το κάνουν οι φωνές τους είναι μάλλον γιά τα μάτια  των καναλιών και την επαύριο είναι πάλι ήρεμοι.Πρέπει να έχουν κάποιο σύνδρομο από την εποχή των Ρωμαίων, των Ανδηγαυών και των Ενετών.Διεκδικούν με έναν ήπιο, παραπονεμένο τρόπο.Παράδεισος γιά εμάς, τους ξενοχωρίτες τους μαθημένους σε καθημερινές σφαλιάρες και γαβγίσματα,αλλά άν ένας τυπικός Μακεδόνας ή Θεσσαλός ή Θρακιώτης πολίτης έπρεπε να χρησιμοποιεί τους Κερκυραϊκούς δρόμους στην πατρίδα του, θα είχε κάνει ήδη αντάρτικο, να μη πώ κάτι πιό αυτονομίστικο.Ίσως γι άυτό, απευθυνόμενος σε νομάρχη στο ποίημα του 1980, του λέω ότι φέρεται «καθώς δειλός καθηγητής που αφήνει τη διάλεξη στην μέση/βρίσκει με βήμα σαθρό ένα δωμάτιο και κεί ντυμένος μωρό/βλέπει ποτάμια στο ταβάνι».

Βλέπετε το τσιγάρο και το φαγητό κόβονται πιό εύκολα από την εξουσία…

Μηχανικός στη μηχανή

Ήτανε να βρεθώ στο λιμάνι της Κέρκυρας, να αφήσω μουσαφιραίους ,να πάρω άλλους.Φυσούσε,ο μαϊστρος  έγινε γραιγολεβάντες (άλα τις, ορολογία άντρακλα πελαγίσιου ο βλαχοπόντιος…) τα αεροπλάνα άλλαξαν γωνία προσγείωσης και περνούσαν εκατό μέτρα πάνω από τις τσιμινιέρες,ποικίλα σιδερένια κήτη άφηναν ντιζελοκαπνό λοξά πάνω από το Βίδο, σαν εκείνες τις λιθογραφίες που ιστορούσαν θωρηκτά στην ναυμαχία της Τουτσίμα προ αιώνος.Αυτοκίνητα, νταλίκες, κλάρκ και ενοικιαζόμενες γουρούνες στοιχημένα στον μόλο, παρκαρισμένα και ξέχειλα ταξιδιώτες και αποσκευές.Αφησα το αμάξι μπροστά στα τόλ και έφτασα στο χείλος της αποβάθρας, αναζητώντας με τα μάτια ένα χαϊσπινταριστό έγχρωμο θηρίο που  περίμενε αρόδο να αδειάσει ένας μόλος.Και τότε πρόσεξα  ότι ο ορίζοντας, κλειστός και ανοιχτός, σε όλα του τα κάδρα, ήταν γεμάτος μηχανές.Ύδατος, εναέριες, με ρόδες, με ερπύστριες.Τα τσάρτερ βούταγαν τις ρίγες τους κόντρα στα βιαστικά σύννεφα, ρίχνοντας μιά φευγαλέα σκιά στο τουριστομάνι.Τα ντετσιμπέλ ήταν πολλά και αποσπασματικά, σαν παραγωγικές σκέψεις φιγουρατζήδων διαχειριστών του δημοσίου κορβανά.’Ηταν σαν μεσοπόλεμος, σαν έκρηξη φουτουρισμού, σαν να ζωντάνευε μπροστά μου το εξώφυλλο (πράσινο βαρύ θυμάμαι) από την αγγλική έκδοση του βιβλίου του Λεκορμπιζιέ «προς μία αρχιτεκτονική», μεταφρασμένο ως «towards a new architecture».’Οπου «το σπίτι είναι μία μηχανή να την κατοικείς», όπου πολυέλικα αεροπλάνα και απλές λειτουργικές γραμμές δημιουργούσαν έναν αρχιτεκτονικό ενθουσιώδη καλβινισμό. Και μετά ,κοίταξα πίσω και πέρα από τις μηχανές, στα σπίτια και στα ξενοδοχεία που κάλυπταν το Μαντούκι. Από όλη την φιλοσοφία του λειτουργισμού, οι Ελληνες συγκράτησαν μόνον  πως δεν χρειάζονται πλέον διακοσμητικά μέλη στις προσόψεις τους. Κυβάκια, τερατώδη κουτιά, χωρίς μονώσεις,με παστέλ χρώματα, θαμπά και άσκοπα σαν τις ζωές των κατοίκων   τους.Φτιαγμένα κυρίως στον καιρό της χούντας, με μερικές μεταπολιτευτικές πινελιές,εκφρασμένες κυρίως με κάτι αλουμινοκατασκευές. Κι έπειτα, καπάκι σε αυτά, οι «νέοι» σχεδιασμοί. Τουρτοκατοικίες, με αετώματα και τσακλιμαγκιές, σε χρώματα που βγαίνουν κατευθείαν από τον επιλογέα του υπολογιστή.Σαν ώχρες, σαν κεραμιδιά, σαν σομόν, σαν γαλαζάκια, αλλά βέβαια καμία σχέση.

Α, στις μηχανές που τις κατοικείς, οι μηχανές δεν βρυχώνται: ακούγεται από το σκέλεθρό τους η βαθειά πολυφωνία της ζωής των νοικάρηδων,ο βόγγος από τις χαμένες προσδοκίες, το σεμεδάκι πάνω στην τηλεόραση, το πλαστικό ποτήρι πάνω στην φορμάικα.Ενώ στον μόλο, ανάμεσα σε αεροπλάνα, βαπόρια και αυτοκίνητα,παρά την παροδική ενόχληση που δημιουργούσε κάποια φωνή παραπονεμένη που έκανε θεό κάποιον ή κάποιον προκειμένου να την δεί ή να τον δεί μιά φορά έστω, ο Μπάτης έβγαζε το λαρύγγι και τα συκώτια του επιθυμώντας «και μές στου Κάρντιφ τα νερά, εκεί να πάω να αράξω».Εμένα ο Μπάτης δεν στάθηκε ποτέ πατέρας μου και τιμώ κυρίως τον Μάρκο επειδή δείχνει εμβρόντητος στις φωτογραφίες και ήταν ερωτιάρης.Εξάλλου, κάποτε ήμουνα μηχανικός.

[κείμενα στο Καναβάτσο, που έχουν νύξεις από κερκυραϊκά γεγονότα, τους πρώτους εννιά μήνες της διαμονής μου,2004/2005. Μόνον το πρώτο είναι γραμμένο τρείς μήνες πριν εγκατασταθώ και ερμηνεύει , εν πολλοίς, την μετακόμιση…]

Advertisements