Προσωπικό ποίημα

 

τώρα που τριγυρνώ, ώρα φαγητού

έχω μόνον δυό αγάπες στην τσέπη

ένα αρχαίο νόμισμα ρωμαϊκό που μου έδωσε ο Μάικ Κανεμίτσου

κι ένα φελλό από μπουκάλι που έσπασε σε μιά βαλίτσα

όταν ήμουν Μαδρίτη- άλλα πράγματα δεν μου΄φεραν μεγάλη τύχη

άν και βοηθούν να αντέχω το παραλήρημα της Νέας Υόρκης

πάντως τώρα είμαι ευτυχής γιά λίγο, έχω ενδιαφέροντα

 

βαδίζω μέσα στη λαμπρή υγρασία

περνάω το Μέγαρο Σήγκραμ με τα βρεμμένα του

και τα ψηλά του, και την κατασκευή στα

αριστερά που έκλεισε το πεζοδρόμιο άν

ήταν ποτέ να γίνω τεχνικός οικοδομών

θα ήθελα ένα ασημένιο καπέλο,πλίιζ

και μπαίνω στου Μοράιαρτυ να περιμένω τον Λερόι

και ακούω ποιός γουστάρει να σειέται και να κουνιέται

επί πέντε χρόνια με στήνουν κατά μέσον όρον 16 επτά,

έτσι και τώρα,και ο Λερόι έρχεται να μου  πεί

πως  ένας μπάτσος χτύπησε τον Μάιλς Ντέιβις δώδεκα φορές

χτές βράδι έξω από το Μπέρντλαντ

μιά κυρία μας ζητάει ένα κέρμα γιά μιά

απαίσια αρρώστεια με δεν της δίνουμε, δεν γουστάρουμε τις

απαίσιες αρρώστειες, μετά

 

πάμε γιά κανα ψαράκι και καμιά μπιρίτσα, κάνει

ψύχρα αλλά κυκλοφορεί κόσμος, αποφασίζουμε

δεν γουστάρουμε τον Λάιονελ Τρίλινγκ

γουστάρουμε τον Ντόν Άλλεν και δεν γουστάρουμε

τον Χένρι Τζέιμς όσο τον Χέρμαν Μέλβιλ

δεν θέλουμε να είμαστε στην πιάτσα των ποιητών

στο Σάν Φρανσίσκο.Θέλουμε απλώς να είμαστε πλούσιοι

και να βολτάρουμε στις σκαλωσιές με τα ασημένια μας κράνη.

Αναρωτιέμαι άν ένας και μόνον άνθρωπος

από τα οκτώ εκατομμύρια με σκέφτεται, καθώς ανταλλάσσουμε

χειραψία με τον Λερόι. Αγοράζω ένα λουράκι γιά το ρολόι μου

και πίσω στη δουλειά,ευτυχής με τη σκέψη «πιθανόν, ναί!»

 

[Personal poem, 1959 στο Lunch Poems, 1964. Ασκηση μετάφρασης, 2001. Ο Φράνκ Ο΄Χάρα (1926-1966) παραμένει ο αγαπημένος μου ποιητής. Εχω περιγράψει αλλαχού την διαδικασία]

Advertisements