Είδα το τρίτο μέρος του «Αρχοντα των δαχτυλιδιών», ένα φαντασμαγορικό ηλεκτρονικό παιχνίδι,που συνδυάζει όλες τις εκδόσεις του Warcraft, τις πόλεις που ξεκινούν το Civilisation III, το λογισμικό του Empires/Dawn και το Total war.Συνολικά, καμιά δεκαριά ώρες νεοζηλανδικό αμάλγαμα από φορτωμένες, χορταστικές ιστορίες, όπου την αρχαία «γοτθικότητα» του Κόναν,έχει αντικαταστήσει μια «κέλτικη» αισθητική.Μ άρεσε.Κυρίως επειδή δεν κρύβει τις προθέσεις και την προέλευσή του.Κι αυτό που φανερώνει, είναι ένα παζάρι δίπλα στο στοιχειωμένο «σινεμά» της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Δεν είναι σινεμά, και καλά κάνει. Αν με τον όρο «σινεμά» εννοούμε κάτι που έχει σχέση με την «τέχνη» ως μηχανισμό που παράγει πολιτισμό, προβληματισμό και έτερα πτερόεντα.

Η τριλογία έσπασε και θα σπάσει ταμεία, επειδή της λείπει ένα βασικό χαρακτηριστικό που έχει ταλανίσει τα παραμυθοδράματα, από την εποχή του Μακμπέθ: δεν έχει βασίλισσες, μανάδες, αντίζηλες και γενικώς, δεν έχει γυναίκες. Είναι ένας τυπικός περίκλειστος αγορίστικος χώρος,διαμορφωμένος από τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής εποχής και πέρα.Και οι μόνες γυναίκες που υπάρχουν είναι θεές, υποθεές,αθάνατες και κέλτισσες.Εξαιρείται μια νοικοκυρούλα -Χόμπιτ που ξεκίνησε από bar  περσόνα και η κόρη ενός βασιλιά που κάνει όλα τα ανδρικά καμώματα του  ντουνιά.

Βλέποντας το βαρύ, εντυπωσιακό εξάμβλωμα, που απηχεί όλες τις φαντασιώσεις του παγκόσμιου millenιum, κατάλαβα ξαφνικά γιατί με είχε ξετρελάνει η Αλφαβίλ του Γκοντάρ, πρίν 38 χρόνια.Κατάλαβα ότι η κατανόηση του σινεμά πρέπει να γίνεται ανάποδα: από το τέλος προς την αρχή.Αν δεν είχα την Αλφαβίλ στο εικονοστάσι μου, τόσα χρόνια, θα έβγαινα από τον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών θυμωμένος, τροτσκιστής όσο ποτέ, διανοούμενος που του έκλεψαν την ψυχή οι έμποροι. Απεναντίας, η ύπαρξη του Ιβάν Τζόνσον στην καρδιά μου (έτσι λέγεται ο Εντι Κονσταντίν, διαβόητος και ως Λέμι Κόσιον,στο «Αλφαβίλ») με βοήθησε να καταλάβω όλα τα ξωτικά και τους Ορκ της άλλης ταινίας.Στα νιάτα μου είχαμε προβλέψει το τέλος των δύο κόσμων και την μετέπειτα εξέλιξη μιάς αμήχανης μονοκρατορίας, γι΄αυτό και βγήκαν έργα σαν την έξοχη Αλφαβίλ και από την ηλίθια  στιχουργική μου το «Αγαπημένη μου Κασσιανή Γραικίδου, του Τζέιμς και της Νατάσα»,το 1968.

Καπάκι σ αυτά, πρόλαβα τις τελευταίες σκηνές από τους Σόγκι μπότομ μπόις των Κοέν στην τηλεόραση, αλλά και τις τελευταίες σεκάνς του σίριαλ «Ψήφιση προϋπολογισμού 2003». Ημουν επιτέλους ένα χριστουγεννιάτικο γκόλουμ.

[2003]

Advertisements