Με τρία ευρώ

Κυκλοφορούσα ξημερώματα στην πρωτεύουσα με τρία ολόκληρα ευρώ στο τσεπάκι.Είχα τσιγάρα γιά ολόκληρη τη μέρα, αφθονία συντηρημένων τροφίμων στο ψυγείο,τιναγμένους στον αέρα τους μή αναερόβιους λογαριασμούς και πληρωμένους τους βασικούςλ ογαριασμούς, πράγμα που μου έδινε  πέντε ή έξη μέρες κοινωνικής  αξιοπιστίας. Κυρίως είχα δουλειά, φίλους, φλέρταρα με τη σέσουλα εκείνες που ήθελα και η  αισχρή μεσοκοπία μου, ήταν περίφημα κρυμμένη κάτω από στρώματα ευθύνοντος λόγου, αποφάσεων σε συνεδριακά τραπέζια,εκτίμησης ειδημόνων και σιδερωμένων ρούχων.Εν μέσω Αλβανών και Πολωνών που βάδιζαν την οδό Σανταρόζα με σαφώς περισσότερα χρήματα από τα δικά μου,ήμουν ευτυχής, αναίτιος και κέλης.

Και τότε άρχισε να αναβλύζει στην μιά μπάντα η λογοτεχνική ιδέα, στην άλλη ένα μικρό και επίμονο στιχάριο, στο ένα κανάλι ένα λογάκι του  Μανουήλ Φιλή, στο άλλο η μεταΖάππα εκδοχή των Laptop.

Στα  Εξάρχεια, επτά παρά είκοσι και δίπλα σε μιά ξανθειά που σκούπιζε αποτσίγαρα γωνία με Θεμιστοκλέους,σκέφτηκα ότι εάν είχα τηρήσει τους λογαριασμούς και ζούσα σύμφωνα με την κατάστασή μου και όχι ως άθυρμα των καιρών, τα μόνα λογάκια που θα  άνθιζαν στη γκλάβα μου θα ήταν αυτά τα στοχαστικά που απευθύνονται ως κοινωνική παρατηρητικότητα προς τους δυσανεκτικούς συνανθρώπους. Δηλαδή θα έπλαθα πολιτικές ορίζουσες και θα είχα διάφορες ιδέες γιά διηγήματα που θα κατήγγειλαν φαινόμενα και συμπεριφορές, μαζί με μπόλικη νοσταλγία και περηφάνεια γιά το χτεσινό μου σαρκίο.

Ευτυχώς ,κάθε τόσο, η αψιλία και η αφραγκία, σε συνδυασμό με άλλα, ερωτικώτερα, με οδηγούν σε μία εφηβική θεώρηση του κόσμου.Κι έτσι δεν παράγω ρεαλισμό (σ΄έυχαριστώ, άγιε Δημήτριε, γεννάδα και προστάτη μου) αλλά καθαρές λέξεις και ήχους που ενίοτε παράγουν και έννοιες. Τυχαίως.

Διότι (σκέφτηκα μπαίνοντας Δεληγιάννη και ατενίζοντας την κώχη του  Μουσείου) σιχαίνομαι τον ρεαλισμό, τους ρεαλιστές και την γενιά τους, τα έργα τους και τις ποιότητές τους.Σιχαίνομαι τους γκρινιάρηδες και τους διαδρομιστές, τους «μορφωμένους» αλλά και τους αμόρφωτους. Σιχαίνομαι τους διανοούμενους και τη φάρα τους, αλλά και τους λαϊκιστες. Μου αρέσουν οι φευγάτοι, έστω και γιά δέκα λεπτά,οι πρωτοπόροι (ακόμη κι όταν πρωτοπορούν μπροστά σε οπισθοδρομικούς),οι τρελαμένοι και οι θυμωμένοι που τρέχουν πίσω από τις ερωτικές τους εμμονές.Τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, δεν γνώρισα άλλους που να αξίζουν κάποιο σεβασμό. Γιά λογοτέχνες τώρα μιλάμε, όχι γιά την κοινωνία  συλλήβδην. Δεν ξέρω εξάλλου τι είναι η κοινωνία. Κι αυτοίπ ου υποτίθεται πως ξέρουν, δεν με πείθουν εύκολα.

Βέβαια,η μόνη και κυρίαρχη ευθύνη μου, είναι που δεν τα έψαλλα ποτέ δημοσίως σε όλους αυτούς. Που δεν τους κατηγόρησα, που δεν τους έστιψα στο μούτρο τις απέραντες, αδιανόητες αηδίες που έγραψαν.Με αποδείξεις φυσικά, διευθύνσεις και τηλέφωνα.Επομένως δεν μου φταίει και κανένας όταν με τον καιρό ξετσουτσουμίζουν και πετάνε και καμία κοτσάνα παραπάνω που λόγω  της ηλικίας τους θεωρείται πλέον και βαθυστόχαστη.

Με είχαν ρωτήσει, όταν ήμουνα στα τριάντα τι πιστεύω γιά τη «γενιά του 70». Και τους είπα ότι πρόκειται γιά  ανθρώπους «που δεν τάχουν χαλάσει με κανέναν πρόγονο,γράφουν συμβατικά και ελπίζω να ξεχαστούνε σαν τον Σκίπη».Κι  αφού μετά τέταρτον αιώνος, πιστεύω ακριβώς τα ίδια,τα τρία ευρώ, η πύλη προς την προσωπική μου αυταρέσκεια,σε έχουν  θέση στο τσεπάκι.Πήρα δυό κανονικές εφημερίδες και κάθησα στο παγκάκι ,πεδίον του Άρεος, να τις ξεκοκκαλίσω.

Δεν υπάρχει νύχτα!

Μπορεί να ταυτίζουμε απλοικά την νύχτα με το μαύρο χρώμα, αλλά γελιόμαστε. Δεν υπάρχει νύχτα. Όπως και δεν υπάρχει μέρα. Υπάρχει μόνον ο φοβισμένος, ενμέρει στεγνός, ενμέρει υγρός εγκέφαλός μας που δεν πείθεται μονίμως και ποτέ γιά την ύπαρξη εναλλαγής.Παρομοίως όπως δεν υπάρχει βήμα μόνο με το αριστερό πόδι ή μόνο με το δεξί.

Χωρίς τα νεύρα και τις αισθήσεις δεν υπάρχει τίποτε.Δεν έχω ακούσει κανέναν να μιλάει γιά τη μόνιμη νύχτα του φεγγαριού, αλλά μόνον γιά τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.Ανοησίες.Καταμεσής στη νύχτα, στο μαύρο σκοτάδι,βρίσκεται μπροστά μας η μεγαλύτερη απόδειξη της ανυπαρξίας της: ο φωτισμένος και σε μόνιμη ημερησία κατάσταση δίσκος της σελήνης.Βλέπουμε δηλαδή μέσα στο βράδι, τον θρίαμβο της μέρας! Τι σχέση έχει τώρα αυτό με την δήθεν «ιδιαίτερη αίσθηση της νύχτας», με τους «ανθρώπους της νύχτας» και με της «νύχτας τα καμώματα»; Καμία! Δηλαδή, άν βρεθούν άνθρωποι στο φεγγάρι, μέσα στις αποικιακές τους κάψουλες δεν θα κραιπαλιάζουν επειδή εκεί δεν θα νυχτώνει; Ή μήπως οι άνθρωποι στον ισημερινό ξεσκίζονται λιγότερο από τους εσκιμώους επειδή χαίρονται περισσότερο την μέρα;

Αυτά είναι αδιανόητα, βρεφικής και τρομώδους προέλευσης.Η ικανότητα της νύχτας να πείθει γιά την αμαρτία της είναι κατευθείαν εσωτερική παραγωγή του ανεπεξέργαστου μυαλού,όπως και άλλα πράγματα,η στρατιωτική θητεία, η Θεσσαλονίκη που δημιουργεί δήθεν ερωτικές ορέξεις,τα αμαρτήματα που δεν ευδοκιμούν στο φώς.

Απλώς η ημέρα  παράγει σκέψεις ενώ η νύχτα παράγει όνειρα.Κι αυτό όχι συστηματικά και καταστατικά.Οι άνθρωποι που ονειρεύονται καταμεσήμερο είναι και αυτοί που αξίζουνε, ενώ αυτοί που σκέφτονται από τα μαύρα μεσάνυχτα είναι τόσο λίγοι,που δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί τους.Ναι, συμφωνώ ότι η νύχτα βοηθάει στην ενδοσκόπηση,στα ιδιαίτερα γούστα, στην παραγωγή γοητείας, στην ανάδειξη του Βολάνη.Αλλά είναι πολύ εύκολο και βολικό να τρέμεις και να φοβάσαι περνώντας έξω από ένα βραδυνό νεκροταφείο,ενώ  μετά τα ξημερώματα χαζεύεις τα πλαστικά του άνθη.

Θα μου ειπήτε,ώ μογγίλαλε και ώ φαλακροκόρακα,τί κι άν δεν υπάρχει η νύχτα; Σάματι υπάρχει έρωτας; Μήγαρις υπάρχει  λογοτεχνία; Κι όμως η νύχτα είναι μιά θεά που βαφτίζει με το γάλα της ρώγας της μερικούς πεινασμένους  της αγάπης της. Μερικούς.Κάτι σαν στρατιωτική θητεία.Είτε την διατρέχεις, είτε την αποφεύγεις,σου μένει κάτι ως πρόσημο.Και τακ λισέ της νύχτας είναι πανίσχυρα.Ανθρωπάκια που ζούνε τον ασήμαντο βίο ενός βλήτου ζωντανεύουν στο σκοτάδι, γράφοντας στίχους σε χαρτομάντηλα,αγγίζοντας ένα δανεικό χέρι,χορεύοντας ζαβλακιές, συγγνώμη, ζεϊμπεκιές ,νοσταλγώντας τον πράσινο ήλιο.Από την άλλη, οι τρομώδεις και σβερκώδεις ημίθεοι που έχουν καταλάβει την ημέρα,μόνον νύστα και απόγνωση δημιουργούν.

Αν πάντως κάποτε, βρεθείτε σε θερινή παραλία και έχει κέφια το φεγγαράκι,θροϊζουν τα πεύκα και εκείνη είναι πρόθυμη και σιωπηλή,άν στο μπάρ  εισέλθει θεότητα του κάτω κόσμου σπέρνοντας οίστρο με τα δακτυλάκια της,μη ρίχνετε τον έπαινο και την ηδονή στη νύχτα.Νοιώστε το παροδικό άγγιγμα του θανάτου και τρέξτε κατευθείαν γιά ύπνο.Εάν ζήσετε το πνέυμα της νύχτας, είστε καταδικασμένοι να μισείτε την μέρα.

Καλύτερα λοιπόν, η νύχτα να φέρνει νύστα.

Το ουράνιο βεστιάριο

Πρόλαβα,πρίν φτάσω να βλέπω την επιφάνεια ενός τραπεζιού,τα κοστούμια με τα φαρδιά παντελόνια και τα ρεβέρ,τα δίχρωμα παπούτσια που ήταν δίσολα και υποχρεωτικώς παραγγελία.Αργότερα, είδα την μόδα «σάκος» ενώ οι συνοδοί των σάκων φορούσα κοστούμια με πολύ κοντό σακάκι που είχε και ένα σκίσιμο πίσω,μεγέθους σπίρτου.Ημουν παρών παρακολουθώντας γυναίκες να χρησιμοποιούν κορσέδες με μπαλένες, γουόντερμπρα,εξαίσιες κομπινεζόν.Μιά φορά φόρεσα εκείνες τις ειδικές ανδρικές καλτσοδέτεςεπειδή το πάρτι ήταν πολύ επίσημο,κι άλλη μιά φορά φόρεσα έναν κορσέ, ειδικό γιά να στέκεται καλά η ζώνη του σμόκιν.Έζησα όλες τις πειρπέτειες της νάιλον κάλτσας, έως την παντοδυναμία του καλσόν, αλλά πολλές κυρίες των παιδικών μου χρόνων άρχιζαν την καριέρα τους μαντάροντας κάλτσες.Στα νιάτα μου, όπου η ενδυματολογική σαχλαμάρα ήταν πανταχού παρούσα ,ένοιωσα την άβολη μοντερνοσύνη των ψηλοτάκουνων παπουτσιών, τα μπλουτζίν κοστούμια με τα χαώδη πέτα και εσωτερικώς πουκάμισο από δαντέλα.Τις γραβάτες τις ένοιωσα στο λαιμό σαν μαντήλες, φουλάρια, με καρφίτσα, κοντές, μακριές, λαχούρι, ριγέ, κλασικές εγγλέζικες, τηλεοπτικές ιταλικές.

Κι όλα αυτά τα ρούχα που έβαλα και έβγαλα επί του εαυτού μου ή επί άλλων συνανθρώπων μου,τα ρούχα που ηρεμούσαν σε σκοτεινές γωνιές, τα ασιδέρωτα και τα τακτικώς στρατολογημένα σε παστρικές ντουλάπες, ήταν εκεί ενώπιον της εγκεφαλικής μου ουσίας γιά να συνοδέψω γυναίκες, γιά να προκαλέσω το γέλιο, γιά να θαυμάζουν το στίλ μου.Αλλά ο σκοπός ήταν εκεί, αμετακίνητος και ίδιος: παγόνια που δεν είναι παγόνια, καλύπτουν το σχετικό κενό παρασταίνοντας τα παγόνια. Τιποτε άλλο δεν κατάλαβα.Κι ενώ, λαχταρώντας ένα ρούχο και φορώντας το, νομίζεις ότι υπερβαίνεις τον χρόνο, οι  σκουριασμένες φωτογραφίες του χτές σε χρονολογουν ακριβοδίκαια, επειδή άλλη η μύτη του παπουτσιού το 1962 και εντελώς άλλη το 1963.Αυτή η εσωτερική αρχαιολογία του στίλ έχει τις εξαιρέσεις της: κανένας άνδρας δεν κακοχαρακτηρίστηκε φορώντας κατά βάσιν άνετα ρούχα που έμοιαζν δυτικοευρωπαϊκά, όπως κανένας άνδρας δεν έχει σε κακό που φόρεσε κάποτε μιά κελεμπία. Παρομοίως όλες οι γυναίκες που φόρεσαν ρούχα ανδρικά,μπορούν να το σκέφτονται απερισπάστως, ενώ, όσες  φορές ακολούθησαν την μόδα (κυρίως εκείνα τα απερίγραπτα χτενίσματα στην καούκα!) μπορεί και να ντρέπονται.

Το μυστικό, στο lifestyle είναι να μη καμώνεσαι πως το αλλάζεις.Οι μόδες έρχονται αλλά δεν παρέρχονται.Αν μιά οικογένεια κρατούσε τα έπιπλα και τα ρούχα της, όπως τα αγόρασε μεταξύ 1965 και 1985,δεν θα χρειαζόταν επί δυό γενιές να αγοράζει στίλ από τα καταστήματα ,επειδή θα τα διέθετε όλα, βεβαίως με τις αναγκαίες επιδιορθώσεις.Αλλά  οι εικόνες είναι όπως οι ήχοι: απευθύνονται στον εγκέφαλο ενώ τις θέλει η καρδιά.Ποτέ μου δε μετάνοιωσα που ξεκίνησα τον βίο λατρεύοντας τον Τζάκσον Πόλλοκ αλλά και τον Ιερώνυμο Μπός.Νομίζω ότι την πιάτσα την χαλάνε μονίμως οι ρεαλιστές, οι νατουραλιστές, οι ηθογράφοι, οι καταστροφολόγοι, οι φιλόσοφοι που φλερτάρουν με τα μαθηματικά, οι φιλόλογοι που φλερτάρουν με την ποίηση.Το μόνο που θα μείνει από στίλ εντέλει, είναι το περιστρεφόμενο παπούτσι του Καρύδα.

Πρωινές λύσεις

Επί πολλά χρόνια γράφω το άρθρο που διαβάζετε άγρια ξημερώματα.Ομολογώ ότι τα κείμενα θα ήταν τελείως διαφορετικά γραμμένα το βράδι ή το απομεσήμερο.Κι άν με ρωτήσετε γιατί θα πρέπει να σας ενδιαφέρει η ώρα παραγωγής ενός λησμονητέου  άρθρου, θα έλεγα να το ξανασκεφτείτε.Μιά ιδέα και μιά είδηση που υπηρετούν όσο πατάει η γάτα την επικαιρότητα, έχουν αμφότερες χρόνο σύλληψης ,εκτέλεσης και αποτελέσματος.Κάθε άρθρο επί του καναβάτσου στέλνει τα αζήτητα ένα έμβρυο διηγήματος, δυό σελίδες από άγραφο μυθιστόρημα,μειώνει την πιθανότητα ο πρωινός καφές σου να είναι ενοχλητικός. Τα στοιχεία συλλέγονται ολόκληρη τη μέρα,αλλά με το πέρασμα της ώρας νοτίζουν και μπαγιατεύουν.Οι πρωινές λύσεις συγγραφής δημιουργούν πιό λαμπικαρισμένο ύφος, αλλά προέρχονται από κονσερβαρισμένες ιδέες.

Το τραγικότερο είναι ότι αυτή η παραχώρηση χρόνου και λόγου σε ένα δημόσιο βήμα, δημιουργεί στον εκάστοτε αρθρογράφο ντροπή και μαρασμό, ιδίως άν έχει την ψευδαίσθηση ότι η ανθρωπότητα στερείται του δημιουργικού του ρόλου χάριν του μεροκάμματου.Έτσι, τα βιβλία και τα «άλλα» δημοσιεύματα,προσπαθούν να αναπληρώσουν την δήθεν απώλεια ελεύθερης συνείδησης.Με λίγα λόγια, ο αρθρογράφος πειθαρχεί σε συγκεκριμένο λόγο  τα άρθρα του και ξεσαλώνει στα υπόλοιπα.

Τα γράφω αυτά γιά να θυμάστε από καιρού εις καιρόν το βάρβαρο και άκεφο παιχνίδι που οι έχοντες βήμα επιβάλλουν στους μή έχοντες. Σα να ακούς ερωτική εξομολόγηση κτηματομεσίτη ενώ παζαρεύεις ακίνητο.

Και να τα θυμάστε αυτά την ώρα που οι ειδήσεις τρέχουν δήθεν λαχανιαστά, και η φαιά ουσία ρέει ως ποταμός στα δάπεδα εφημερίδων, τηλεοπτικών σταθμών και ραδιοφώνων.Πρίν διαχειριστούμε ειδήσεις, διαχειριζόμαστε το πρόσωπό μας.Και επειδή αυτό είναι δύσκολο, κοιτάμε απλώς στον καθρέφτη που είστε εσείς, αναγνώστες.

Ησυχάστε: μόνον μιά φορά το χρόνο με πιάνει διάθεση να σας δείχνω πως γίνεται το εργόχειρο.

[δημοσιευμένα το 2003]

Advertisements