Η αλεπού στο παζάρι

Στα προεόρτια μιάς σύσκεψης,καταπίναμε καφέδες και στέλναμε αδιάβαστους τους άκαπνους προς τα παράθυρα να πάρουν λιγο αέρα. Είχα χρόνια να δώ παλιούς φίλους, τέως εχθρούς, συμμάχους και ολόκληρη εκείνη την γκάμα των ατόμων που δεν έτυχε να γνωρίσω προσωπικώς και δια χειραψίας. Η κουβέντα, ώσπου νά ΄ρθουν οι διευθύνοντες, ήταν γιά τα τετριμμένα: τα νιάτα μας και την ποίηση. Ένας είχε παράπονα γιά την ζωή μου «δεν κάθεσαι σπιτάκι σου να γράφεις τα ωραία σου με την λογοτεχνική σου πένα; Τι ζητά η αλεπού στο παζάρι, ο ποιητής στην τύρβη των καθημερινών προβλημάτων;» Ο καφές ήταν πολύ καυτός στο φλυτζάνι μου και θα του έκανε σημάδι στο μαγουλάκι, επομένως επέλεξα την οδό του συμβιβασμού και άλλαξα πηγαδάκι χαμογελώντας.Μετά, ανέδραμα στην δική του ζωή. Δυό ποιητικές συλλογές, λαμπρές σπουδές κάπου έξω, στέλεχος οργανισμού, στελεχάρα κόμματος, τί λέω: κομμάτων.Παρ΄όλα αυτά ,η ματιά του βρισκόταν στη  ζωή των άλλων.Μήτε αυτός κατάλαβε ποτέ του ότι άλλο πράγμα η ζωή και άλλο η τέχνη.Η ζωή ελέγχεται από εμάς ή από κάτι που μας μοιάζει, ενώ η τέχνη είναι υπόθεση των ουρανών. Αυτοί αποφασίζουν ποιός θα γράψει το αριστούργημα, άν θα μείνει στη μνήμη των επομένων, άν θα δακρύσει κάποιος από συγκίνηση.Οι ουρανοί δεν μπορούν να με στείλουν στο σπιτάκι μου, επειδή δεν αναλαμβάνουν delivery μάννα εξ ουρανού από τον καιρό του Μωϋσή.Και όλα τα take away του ντουνιά περιέχουν επαχθές αντίτιμο σε ευρώ, που πρέπει να καλυφθεί από συσκέψεις του είδους που συνάντησα τον εραστή της σπιτικής μου απομόνωσης.

Καμιά φορά βέβαια, κάθομαι στο παράθυρο και χαζεύω τα ποιήματα που οι ουρανοί στέλνουν στους περαστικούς και ζηλεύω, αλλά έτσι είναι η ζωή.Παζάρι.

Ο  τιμητής

Γεννήθηκε στα χρόνια της Κορέας σε έντιμη φτώχεια.Σπούδασε με οικογενειακές θυσίες. Ενώ ο περίγυρός του απολάμβανε την Μαριάννα Χατζοπούλου, τον Αυλωνίτη και τον Καζαντζίδη,αυτός είχε το μάτι στραμμένο στην Τέιτ Γκάλερι και ψέλλισε την λέξη «Πόπάρτ» πρίν πεί τη λέξη «καραγκούνα».Κυνηγούσε τους ήχους του Μπόμπ Ντίλαν ενώ απέξω φώναζαν γιά Παιδεία 14%.Δεν καταλάβαινε γρύ αγγλικά, κι όμως ήταν λάτρης του ρόκ.Το πράγματι ακατανόητο ήταν γι΄αυτόν η ελληνική κοινωνία. Δεν χώνευε την πολιτική, το εμπόριο, τους πετυχημένους. Θαύμαζε τα παράξενα, τα εσωστρεφή, τα προκλητικά.Η Ελλάδα πέρασε από τονπ ολιτισμό του εμφυλίου στον πολιτισμό της πολυκατοικίας ερήμην του. Αυτός , τον χαβά του.Η Ελλάδα έζησε χούντες, μεταπολιτεύσεις,αλλαγές του Ανδρέα, αλλαγές των φώτων της. Αυτός,στο κυνήγι του τελευταίου τρένου.Κι όταν μεγάλωσε και δεν ήταν αρεστός στις αγκαλιες και στην  αγάπη των κολλητών του, άνοιξε τα γκαβά του και ανακάλυψε ότι υπάρχει έκπτωση στην πολιτική, bigbrotherismus, ατελής γλώσσα, καραγκιόζηδες παντού.Και πήρε ένα θεωρείο, σαν τους γέρους του μάπετ σόου , και τρέλανε την κοινωνιά στην κατάκριση.Είστε τέτοιοι, πείξοι, δείξοι.Η κοινωνία καταρρέει και φταίτε όλοι σας που δεν με ακούσατε. Αλλά δεν μίλησε ποτέ στην κοινωνία. Έγραφε πάντοτε γιά τριακόσιους,δυστυχούσε όποτε, μιά- δυό φορές, τον διάβασαν τριάντα χιλιάδες.Όταν  άκουσε ένα τραγούδι του να το ουρλιάζει ένα εκατομμύριο, νόμισε ότι μπήκε στην κόλαση. Ένας τιμητής δωματίου.Δεν άσκησε τη γνώση του υπέρ της κοινωνίας ,αλλά υπέρ των απαρεμφάτων του. Προσδοκά στον επόμενο αιώνα να βρεθούν τριακόσια ψώνια που θα θαυμάζουν τις προφητείες, το ύφος, την τέχνη του.

Προσπάθησα να περιγράψω τον μέσο νεοέλληνα τιμητή. Πήρα όλα τα παραδείγματα από τον προσωπικό μου βίο, να μή πληγώσω τους συναδέλφους. Χαίρετε.

Τέσσερα χρόνια!

Οι ωραιότερες επέτειοι είναι οι ασήμαντες. Μετά τέσσερα χρόνια παρουσία σε διάφορες στήλες της εφημερίδας,δεν μας ενώνουν μόνον μήνες και στιγμές. Μας ενώνουν χίλια πεντακόσια κείμενα και κοντά δύο εκατομμύρια λέξεις. Τόσες κάθησα και υπολόγισα ότι χρειάστηκαν ,επί τέσσερα χρόνια, γιά να εδραιωθεί μιά στήλη. Με χιόνια και βροχές, μετά από μεθύσια και  προσωπικούς ολέθρους, ωρες έμπνευσης, ώρες βαρεμάρας. Και ενδιαμέσως έρωτες, φτώχειες, ευμάρειες, κουτσομπολιά, από τα οποία τίποτε ή ελάχιστα ψήγματα βγήκαν στον γραπτό λόγο.

Είμαστε βλέπετε επαγγελματίες. Εσείς επαγγελματίες αναγνώστες, εγώ επαγγελματίας γραφεύς της ατομικής σας νομαρχιακής.Ξεκινήσαμε από υποθέσεις ευρωβουλής και άλλα τετριμμένα και φτάσαμε να φιλοσοφούμε επί θεμάτων δημοτικής αρχής, πολιτικών παρασκηνίων, καταγγελίας ημαρτημένων.Δεν ακούσατε λέξη γιά το Κυπριακό,αλλά πολλές λέξεις χαραμίστηκαν γιά την επικαιρότητα. Πού και πού αμόλαγα καμία εξυπνάδα  που σας άρεζε, οπότε το e-mail  έπαιρνε φωτιά, αλλά συνήθως επικρατούσε η μόνιμη συντροφιά του αρθρογράφου ή του συγγραφέα, η απόλυτη σιγή ασυρμάτου απο τους μεγάλους βυθούς.

Τελικά , τι ακριβώς προσπαθώ να σας πώ και τι ακριβώς επιθυμείτε να ακούσετε; Υποθέτω ότι θέλω να σας ακούω και να μεταφέρω πιστά τις απόψεις σας, ή τρελαίνομαι να τις διαμορφώνω και μετά να πιστεύετε ότι είναι δικές σας;

Τέλος πάντων. Γιά να ελαφρώσω το κλίμα, πάρτε την εφημερίδα ως ένα χρυσόψαρο.Το ταϊζουμε περιοδικά, αλλά η τροφή θέλει έλεγχο, επειδή τα χρυσόψαρα δεν έχουν μέσα τους το τσιπάκι του χορτασμού και μπορεί να σκάσουν από το πολύ φαγάκι.Γιά τους ειδήμονες δεν παίζουν ρόλο τα χρυσόψαρα, οι γιάλες και οι ψαροτροφές. Παίζει ρόλο η μεγάλη νωχελική γάτα που παραμονεύει  γιά να φάει το χρυσόψαρο.

Γιά επέτειο πήγαινα, παραβολή μου βγήκε, έχουμε δρόμο ακόμη μπροστά μας.

Ο Πάνος και ο Κάτος

«Κάτο» λέγαν οι Βυζαντινοί τον γάτο.Ο γάτος ή κάτος είναι σπουδαίο εικονοσύστημα ανδροπρέπειας, νωχέλειας, εμμονών και κυρίως υπνου. Οποιος δεν έχει δεί κάτο να κοιμάται βαθιά, δεν ξέρει τι θα πεί ύπνος.

Απεναντίας ,η αφεντιά μου, ως «Πάνος», εκ της ζωής και των αποτελεσμάτων της, κοιμάται ωσάν λαγός, με το αφτί τεντωμένο σαν δορυφορικό πιάτο. Ενίοτε ενώ κοιμάμαι, μπορώ και επικοινωνώ με το περιβάλλον, συζητώ, αστειεύομαι, γελώ.Κοιμώμενος.

Με τους γάτους λοιπόν αποτελώ ασταθές ζύγιον,ή έτσι νόμιζα, ώσπου ,βάσκανος μοίρα με οδήγησε σε περιβάλλον που γνώριζα ότι διέθετε κάτο και γάτα, αλλά και τρείς κυρίες, των οποίων από πληροφορίες και αγωγή, γνώριζα τον τρόπο που μιλούν, που γελούν και αστειεύονται.

Χτυπώ ευγενώς την εξώθυρα ,μου ανοίγουν, και από το καθιστικό βγαίνουνεπ λήθος να νιαουρίσματα.Στην αρχή νόμιζα ότι οι γάτες οργούν και οιστρηλατούνται (κάτι λέξεις που βρίσκω!) αλλά εντέλει νιαούριζαν οι κυρίες! Οι  φωνές τους είχαν λεπτύνει, τραβούσαν ως μαστίχα τα «α» και τα «ι» σε κάθε λεξούλα που τα περιείχε, χρησιμοποιούσαν σκυλισμούς( το αξάν των σκυλάδων,που δέν λένε «τι κάνεις» αλλά «ντί γκάνειζ;»), γενικώς προσπαθούσαν να είναι τραβηχτικές. Το γιατί το κατάλαβα μόλις εισήλθα με την ουρά μου σε ολόκληρο το καθιστικό. Στην γωνία ενός καναπέ και επί της παλαιάς θέσεως του παραδοσιακού κάτου της οικογένειας, βρισκόταν άγνωστος, ημίχωστος, θυμοειδής ανήρ.Γι΄αυτόν τα νιαουρίσματα!

Τρείς γυναίκες που νιαουρίζουν, κάτι γίνεται ,αλλά δυό κάτοι στο ίδιο σπίτι, πρόβλημα.Το βλέπουμε εξάλλου καθημερινώς σε στέγες και αλάνες.Αλλά ήμουν  ταυτοχρόνως Πάνος και Κάτος, το ίδιο και ο απέναντι Κάτος , επιπλέον ήμασταν άνθρωποι, εκπαιδευμένοι στα νιαουρίσματα.Και η βραδυά κύλησε με χαριτωμενιές,μπροστά στα μάτια των πραγματικών γάτων του σπιτιού.

[2002/2003, επιφυλλίδες]

Advertisements