Κάθομαι σαν σάψαλο και χαζεύω ,ώσπου να αστράψει το TCM τις ταινιάρες του,τα ερείπια των δελτίων ειδήσεων, τις δευτεράντζες, τα γεμίσματα. Εκεί λοιπόν, έχει νύφες, πολλές νύφες.Νύφες που ντύθηκαν στην Αγγλία, στον Αρσένη, που ντύθηκαν ενόσω ήταν σε ενδιαφέρουσα, κατόπιν μακροχρονίου δεσμού,νύφες να ταϊζουν τον γαμπρό με τούρτες, νύφες να απαντούν εάν τον πάτησαν ή όχι,κοπέλες επί των τιμών που περιμένουν την ανθοδέσμη,συγκινημένους γονείς.Εμείς κρατάμε τα έθιμα, εμείς δεν τα κρατάμε, νύφες έτοιμες από καιρό, νύφες απόμακρες, δυναμικές,με αστραφτερά χαμόγελα.Γιά τους γαμπρούς λέξη δε λέω ,επέιδή είναι όλοι τους μιά κοψια. Θεληματικά πηγούνια, άσσοι της μπάλας ή του θεάματος οι περισότεροι,με προφανή λεφτά και συστηματικά αξιοθρήνητη άρθρωση.

Ο φακός δείχνει παγίως την μεγάλη χορευτική σκηνή υπό το grunge μίγμα ρυζοπετάγματος και «Ησαϊα χόρευε»,με ευτυχείς ιερείς που παίζει το  ματάκι τους προς τον φακό και με προφανέστερη ευμένεια εάν ο ναός διαθέτει λούλουδα και πούλουδα.Συνήθως διαθέτει.

Τώρα αυτοί μπαίνουν στις μπεεμβέ και φεύγουν, όλοι τους. Αλλά εγώ μένω   να θυμάμαι τα πρό του γάμου. Τις ατέλειωτες συνοικήσεις, τους καβγάδες, τα τηλέφωνα στη μαμά «πές μου καλέ πώς να του κάνω λαχανοσαρμάδες» τις απερίγραπτες συζητήσεις με τις φιλενάδες επειδή ο λεγάμενος κάρφωσε με το βλέμμα μιά άλλη ξανθειά,τις περιπέτειες παλαιών εραστών και ερωμένων, το παιδάκι που κοιτάζει από το φινιστρίνι του ομφαλού τον κόσμο που επελεύνει.Κι έπειτα γυρνάω και βλέπω την ταινία ανάποδα.Το ζευγάρι και τα δύο πρώτα πολύ ωραία χρόνια, έπειτα την πλήξη και την λησμονιά πίσω από τα πάμπερς ενός μωρού, έπειτα δύο μωρών, δεν πάμε φέτος Μύκονο, η μάνα σου δεν βοηθάει καθόλου και είναι όλο παρατηρήσεις, δεν τράβηξε φέτος η μεταγραφή, έχω τράβηγμα στον τρικέφαλο,δεν δικαιούμαι σύνταξη, τα παιδιά θέλουν  χελωνονινζάκια, ποκεμόνους, θέλουν ρούχα και μετά αυτοκίνητο, μετά να ανοίξουν μαγαζί, δεν παίρνουν και τα γράμματα, γιατί γλυκοκοίταξες την πωλήτρια, κανένας δεν με θυμάται που είμαι παλαίμαχος, θα πουλήσουμε το σπίτι να πάρουμε μικρότερο,άλλοι γάμοι, κηδείες, ταξίδια γιά λόγους υγείας,χθές σε ανέφερε σε ένα παράθυρο ο παλιός σου πρόεδρος, όλοι είναι αχάριστοι.

Και σε όλα αυτά που κρατάνε πέντε, δέκα, είκοσι χρόνια, τριαντα χρόνια, ένα βίντεο από τον γάμο, κολλημένο από την πολυκαιρία βρίσκεται πρώτα στο σαλονάκι, μετά στην κρεβατοκάμαρα και τέλος στο αποθηκάκι δίπλα στα κατσαριδοκτόνα.Και η φωτογραφία του γάμου αποκτά τα κίτρινα και τα μαβιά της βιαστικής εμφάνισης, πάντοτε με το ίδιο σκαλισμένο ασημένιο πλαίσιο αργύρου δεύτερης διαλογής, ώσπου κάποιο ανήψι ή εγγόνι παίρνει την κορνίζα γιά να βάλει την δική του αγάπη.

Νύφες, πολλές νύφες, βλεπω πολλές νύφες. Κι εγώ που νόμιζα ότι πρέπει να αγαπάμε και να μή μας νοιάζει άν μας αγαπούν, δεν έχω τρόπο να φωνάξω μέσα από το υαλί στους νιόπαντρους να προσέχουν  επειδή ο  Χρόνος κυκλώνει αναισθητικός την πάσα επαρχία όπου παντρεύονται, με ήλιο και βροχή.

[Δημοσιεύτηκε στις Επιλογές της Μακεδονίας, 2002]

Advertisements