Υφέρπουσα εισήλθεν εις τον ταπεινόν οικίσκον της η γραία Καλοθετίνα,γνωστή εκ του σκωπτικού «Χουρμαδέα»,καθώς την αποκαλούσαν οι της γειτονιάς αγυιόπαιδες.Υφέρπουσα(λόγω της καταπτώσεως του εκ καστανέας υπερθύρου του οικίσκου της ως εκ της παλαιότητος και του πιτσικαρίσματος των πεταύρων) αλλά και υπομειδιώσα, καθ΄ότι το θυλάκιόν της εθέρμαινεν στίλβουσα χρυσή δραχμή,κοπής Γεωργίου του Α΄. Ως Χουρμαδέα εφημίσθη ότε, προ δεκαετίας, αγενώς ισταμένη ενώπιον πάγκου οπωροπόλου βρίθοντος της Αιγύπτου και των αποικιών τα δαψιλή,ήρώτησεν αφελώς πόσον τιμάται πλοχμός μελιτόχρους του εξωτικού καρπού και έλαβεν παρά του μανάβη Γκανγκαβάνη την απάντησιν «τρείς πεντάρες ο χουρμάς» οπότε επεφώνησεν,εν γενική του παρατυχόντος πλήθους θυμηδία «αγιού!εγώ με τρείς πεντάρες τρώγω ψωμί έως του αγίου Γεωργίου» ενώ ήδη υπέφωσκεν η πρωία της δευτέρας Κυριακής των Νηστειών.

Πόθεν λοιπόν η χρυσή των δραχμών; Εκλάπη; Υπεξηρέθη; άπαγε! Η γραία ήτο αδάμας τιμιότητος και οι χάριτες της προκοπής ουδέποτε την εγκατέλιπον.Μήποτε  νεωτερίσασα, μηδέ καινουργήσασα είτε το ήθος εκπτωτικώς κινήσασα,απλώς ευρέθη εν κέντροις θαυμαστών και εξαισίων γεγονότων,εξ αυτού την δαψίλειαν αποκτήσασα,ηδύνατο αφόβως να καλημερίζει τον βλοσυρόν αστυνόμον, όστις εμετεωρίζετο εις τα άρβυλά του εργολαβών την ζωντοχήραν της  κατάντη αυλής, ατρεμώς και μη σκαρδαμυκτί λειτουργούσα τα βλέφαρα.

Αιτία της ευτυχίας της ήτο ο Νούφαρος,ελαφρώς πιτσικαρισμένος εν ηλικιότητι πολιτευτής,δαπανήσας εκείνην την πρωϊαν δι΄επίσκεψιν εις το τοπικόν Ειρηνοδικείον, όπου και λαμπρήν έλαβεν την διαβεβαίωσιν εκ χειλέων του κλητήρος Λουκά Στ.,βλακός κατά τα λοιπά πλήν φιλοτίμου λειτουργού,ότι πλέον περιλαμβάνεται εις τας δέλτους των βουλευτών της ελληνικής επικρατείας. «Έχομεν εύρει λάθος, μπαμπαΝούφαρε» υπετονθόρισεν τω λαιώ ωτίω του τερμπεντέρη και αρειμανίου χασοδίκη,αποκτήσαντος το παρωνύμιόν του( ελέγετο Ιάκωβος Εξαρχόπουλος) εκ της συνηθείας να υπερασπιζεται πατραλοίας, λαθροχείρας, ζεϊμπέκηδες και κουτσαβάκηδες διά παραδειγμάτων εκ της φύσεως, οιονεί «ο πελάτης μου κύριε Πρόεδρε του αξιοτίμου Δικαστηρίου Σας, δεν ταράσσει τα ύδατα του νομίμου και ησύχου βίου περισσότερον από αβρόν εν λίμνη νούφαρον».

Το λάθος συνέκειτο εις παρανάγνωσιν και κακίστην άθροισιν των εκλογικών αποτελεσμάτων εκ Περαχώρας και συνοικισμού Αβαντίδος.Ο κλητήρ το ενετόπισεν, σαλιώνων άμα και λείχων δίς και τρις την μεταξύ αντίχειρος και λιχανού παλαμιαίαν χώραν, προσήλθεν τω παρέδρω με αναθεωρημένον κατάστιχον και εγνωστοποίησεν εις τον έκπληκτον Νούφαρον το νέον ,ευμενές αποτέλεσμα, αναμένων το ρεγάλον, ήτοι τον λουφέ.

Ανέμενεν ματαίως.Τοσαύτη τύφωσις επήλθεν επί του μετώπου του πολιτευτού(τριάντα χρόνους, από το 1873, ματαιοπονούντος έξω του Κοινοβουλίου), ώστε ως βολίς εξήλθεν του μεγάρου,υπερεχθαίρων και μανικός.Κτυπήσας αυτόν ο φρέσκος αήρ,τότε εσκέφθη «α,δεν έδωσα το κατιτίς  μου στον βλάκα τον Λουκά»,οπότε, εγκρατής του δημώδους «κάμε το καλόν και ξέχνα το» παρέδωσεν χρυσήν δραχμήν εις την παροδεύουσα γραίαν Χουρμαδέα,για της Λαμπρής την χάρη.Είτα, ακολούθησεν τον δημόσιον βίον, τερματισθέντα διά τους φιλοπεριέργους είς τινα λόφον του Σκρά ντι Λεγκέν,εν έτει 1917.

Η Δε Χουρμαδέα,εδαπάνησεν αφειδώς την δραχμήν της,μη λησμονήσασα να καταναλώσει έξη  πλήρεις σαρκώδεις χουρμάδες,από το μακρυνόν και μαγικόν Τούνεζι.

Διαβήτε,αναγνώστες μου,απόνως την Διακαινήσιμον.

[Πασχαλινό διήγημα, 2000]

Advertisements