Από το Ροκ των Μακεδόνων-Η βιογραφία των παιδιών που ήταν στο δημοτικό όταν ο Ελβις και ο Στελάρας μοιράστηκαν την ηχητική οικουμένη [εκφωνήθηκε,σύμφωνα με εσωτερικά τεκμήρια, μέρες πρίν τις δημοτικές εκλογές του 1994]

 

  

Το ροκ του αρχιτέκτονος, διηγημάτιο, συντεθέν εκ πολλών μελημάτων, ανασυνταχθέν και επιπόνως λεχθέν παρά του ποιητού της νομαρχιακής σας ο οποίος έχει αισθανθεί από ένα σημείο και έπειτα ότι μόνο στα νορβηγικά μπορεί να σας εξηγήσει το φρόνημα το οποίο τον διακατέχει αυτάς τας λαμπράς προεκλογικάς ημέρας. Ήτο πραγματικά αιμάσσουσα η αυγή της δεκαετίας του 60 ότε ο δάσκαλός μας ενεφανίσθη εις την τάξη του 3ου δημοτικού σχολείου Γιαννιτσών και μας ηρώτα: «Ποίον ελεύθερον θέμα θέλετε να ορίσουμε σήμερον, ω παιδία, ω τεκνία;» και εμείς εν σώματι του απαντήσαμε: «Ημείς διδάσκαλε επιθυμώμεν…», δια ποικίλων σολοικισμών πεποικιλμένα όλα αυτά ως και η υπόλοιπος διήγησή μου, όλα αυτά λοιπόν δια ποικίλων σολοικισμών πεποιηθέντα, και του απαντήσαμεν «Εμείς διδάσκαλε επιθυμώμεν να πούμε τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε», εχάρη ο δάσκαλος και έγραψε Ελεύθερον Θέμα εις τον μαυροπίνακα Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εγώ λοιπόν, ο οποίος έως τότε επεθύμον διαπρυσίως να γίνω ναυτικός, γεωπόνος, τεμπέλης και παίκτης μπιλιάρδου δεν μπορούσα να γράψω αυτά τα πράγματα τα απαράδεκτα εις την καθαράν κόλλαν αναφοράς η οποία μας εμοιράσθη, ήταν μάλιστα νομίζω, επλησίαζαν οι διαγωνισμοί της πέμπτης έκτης δημοτικού, θα σας γελάσω, και έγραψα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω Θέλω να γίνω αρχιτέκτων, μου άρεζε πολύ αυτό το όνομα αρχιτέκτων, να γίνω αρχιτέκτων, τι θα έλεγα νομομηχανικός, δεν τα ξέραμε τότε αυτά τα πράγματα. Γεωπόνος δεν μπορούσα να πω, γιατί ήταν λίγο έτσι καμπασακλίδικα αυτά τα πράγματα, δηλαδή τι να κάνω να ματίζω, να μπολιάζω τα δέντρα. Δεν ήταν ούτε το ναυτικός, το ναυτικός αυτόματα με πήγαινε στους αλήτες, είπαμε ήδη στη διήγησή μας τι εσήμανε να είσαι αλήτης σε επαρχιακή πόλη της δεκαετίας τους 50. Έτσι λοιπόν αρχιτέκτων, και μάλιστα άρχισα μια διήγηση ότι εγώ από μικρός έστηνα κύβους και κυβάκια και στρατιωτάκια και τα οργάνωνα καλά και βέβαια το μέλλον μου είναι ότι θέλω να χτίσω μια Ελλάδα νέα, μια Ελλάδα υπέροχον, λαμπράν, νεοτάτην και μπετονένια, διότι ως γνωστόν εζούσαμε όλοι σε σπίτια πετρόχτιστα ή τουβλόχτιστα, πλινθόχτιστα, με στέγες ξύλινες, που τα ταβανάκια μας ήταν ως επί το πλείστον καλαμωτές σουβατισμένες, παλαιά τα κουφώματα, ήδη εγώ είχα προλάβει στο χωριό του πατέρα μου και εκοιμήθηκα σε πατώματα που είχαν πήλινο παρακαλώ, χωμάτινο το δάπεδο, το οποίο ήταν έτσι πατημένο υπέροχα γλυκά έτσι από πηλό και η γιαγιά μου η Αφέντρα  το εστόλιζε κυκλοφορώντας την ποτιστήρα γύρω-γύρω κάνοντας διάφορα σχέδια. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι το να γίνω αρχιτέκτων και να χτίσω με μπετόν ήταν ένα καταπληκτικό πράγμα. Εξάλλου εκείνη την εποχή το λαχείο συντακτών έδιδε, εχάριζε διαμερίσματα και πολυκατοικίες. Τα βλέπαμε εκεί μέσα στις διαφημιστικές καταχωρήσεις, στην εφημερίδα Μακεδονία, στον Ελληνικό Βορρά, στη Δράση, τα είχαν έτσι σαν συννεφάκια μέσα σε κόμικς, διάφορες στραβά τοποθετημένες πολυκατοικίες, εδώ που τα λέμε τελείως γυμνές, ήταν σαν πολυκατοικίες της Υεμένης, κάτι τελείως άσπρα πράγματα, με κάτι μπαλκόνια ξερά, χωρίς καθόλου γείσα, αλλά βέβαια υπήρξαν πια οι νέες ορολογίες, λουτροκαμπινέ, σαλοτραπεζαρία, νικολοβάρβαρο, όχι αυτό είναι κάτι άλλο. Αυτό που έχει σημασία λοιπόν είναι ότι αυτές οι σύνθετες λέξεις μας οδηγούσανε σε έναν μαγευτικό χώρο όπου δε θα υπήρχαν πλέον φίδια στην αυλή μας, όπου δεν θα υπήρχαν πλέον τα ποντίκια, που τα βλέπαμε να πηγαίνουν απέναντι στο στάβλο του Λευτέρη, και όλα τα πράγματα θα ήταν καταρχήν με μωσαϊκό και βέβαια οι κουζίνες μας και τα έπιπλά μας θα ήταν από φορμάικα ή λίγο αργότερα από ξύλο τικ. Πεντακάθαρες δουλειές, ένας παράδεισος για τις νοικοκυρές και όχι όλα αυτά τα παλιά έπιπλα του στυλ του 50 με τις καρυδένιες τις ντουλάπες ή με αυτές τις σαλοτραπεζαρίες με τα λιονταρόποδα, αυτές που αργότερα κυνηγούσαμε ως φοιτητές για να βάλουμε στα δωμάτιά μας τα φοιτητικά. Ήταν ακριβώς 1960, ερχόταν το κιλό στη θέση της οκάς, ο τότε πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ξήλωνε γεμάτος χαρά τις γραμμές των τραμ, ξηλώνονταν όλα τα καλντερίμια στη Θεσσαλονίκη, από πάνω έμπαινε άσφαλτος, νομίζω δεν ξηλώθηκαν κιόλας στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Μια εποχή καθαριότητος, επέρχετο το απορρυπαντικό κλινεξ και ρεφλέξ, λοιπόν η μεγάλη γενιά των τεχνικών άρχισε να διαπλάθεται, να διαπλάθει το ήθος της και να μεταδίδει και ένα ήθος τρομακτικό πάνω σ’ αυτήν την ελληνική επικράτεια η οποία ως τότε ήταν θαρρείς ανέγγιχτη από το χρόνο. Περνώντας τα χρόνια και ενώ ήμουνα στο Γυμνάσιο, εγώ και οι υπόλοιποι ροκάδες συμμαθητές μου, το όνειρο μας βεβαίως, μάλιστα όχι ακριβώς όνειρο, αλλά λέγαμε ξέρω ‘γω ότι  α! ο τάδε, ο τάδε μένει σε διαμέρισμα, σήμαινε ότι έμενε τουλάχιστον τρία με τέσσερα μέτρα από το έδαφος και δεν ήταν υποχρεωμένος, επειδή το διαμέρισμα των δύο δωματίων, των τριών δωματίων δεν περιελάμβανε μέσα ούτε γιαγιάδες ούτε επιπλέον άτομα, ήταν δηλαδή μακριά από την πατριαρχική οικογένεια στην οποία ήμασταν εμείς συνηθισμένοι, από την επίσκεψη στη θεία, στο θείο, από το να κοιμόμαστε όλα τα ανιψάκια ή τα ξαδελφάκια όλα μαζί σε ένα τεράστιο κρεβάτι ενός ημιυπόγειου. Δηλαδή όλη εκείνη η θλίψη και η μούχλα της δεκαετίας του 50 έδινε πια τη θέση της σε κάτι λαχταριστό, σε κάτι πανύψηλο, σε κάτι που μας επέτρεπε να ονειρευόμαστε τα ύψη. Το πόσο γελοία ήταν όλα αυτά, τότε δεν μπορούσα να ξέρω. Θυμάμαι ότι στη Θεσσαλονίκη, το σπίτι της θειας μου της Ρίτσας, ήταν ένα ημιυπόγειο στην οδό Άρεως, όπου κατεβαίναμε και ζούσαμε μαζί όλα τα ξαδελφάκια, υπέροχα, και παίζαμε και με εκείνο το πως το λέγανε τη χάσκα, το αβγό το κουνούσανε ως εκκρεμές και ποιος θα το τρωγε. Περνούσαμε εν πάση περιπτώσει πάρα πολύ ωραία, υπήρχε ένα πελώριο εικονοστάσι με χιλιάδες εικόνες, όταν κοιμόμασταν το βράδυ μόνο εκείνο το φως του καντηλιού εφώτιζε και ξαφνικά ο θείος μου άλλαξε το επάγγελμά του, και από γυψάς έγινε διακοσμητής, έτσι έλεγε η κάρτα του. Το γύψιναι διακοσμήσεις καταργήθηκε και έγινε διακοσμητής, και άρχισε να παίρνει εργολαβικώς διάφορα μεγάλα σινεμά που γινόταν τότε, ο θείος μου ο Νίκος ο Διπλάρης, ο γυψάς ο λεβέντης, ο ψαράς, ο ρεμπέτης, άρχισε λοιπόν και πήρε τα γύψινα στο σινεμά Ρεξ, τα γύψινα στο σινεμά Ελλήσποντος, τα γύψινα νομίζω προς τα πάνω στον Έσπερο, και βεβαίως άρχισε να κάνει γύψινα σε εκκλησίες, άρχισε να κάνει γύψινα σε πολυκατοικίες και καρπός αυτών των κόπων το 1961 ήταν ένα διαμέρισμα, κάπου Βασ.Όλγας 116, στη Σαλαμίνα ακριβώς, όπου απέναντι σε μια πολυκατοικία του τέλους της δεκαετίας του ‘50 χτίστηκε μια υπέροχη γαλαζωπή πολυκατοικία της οποίας επήρε το ρετιρέ. Και πήγε επιτέλους όλη η οικογένεια να θαυμάσει αυτό το ρετιρέ, βλέπαμε κάτω την ιχθυόσκαλα, ανακάλυψα ένα τετράδιό μου του 1966 όπου ζωγραφίζω αυτήν ακριβώς την πολυκατοικία και ακριβώς εκεί που είναι σήμερα το πάρκο, και ήταν πραγματικά ο κόλπος του ιστιοπλοϊκού ομίλου που κάναμε μπάνιο εκεί ως το 1963, υπήρχαν διάφορα πλεούμενα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο πάρεξ μια ιχθυόσκαλα, και όλοι λέγανε μη στεναχωριέστε θα φύγει αυτή η ιχθυόσκαλα από εδώ και ο τόπος θα αξιοποιηθεί. Πέρασαν δύο χρόνια και με αιματηρές οικονομίες και η δική μου οικογένεια απέκτησε απέναντι από την πολυκατοικία του θείου μου, ένα διαμέρισμα σε μια άλλη πολυκατοικία, εκεί που είναι σήμερα Βασ. Όλγας 111. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγαμε και μείναμε σ’ αυτήν την πολυκατοικία ήταν καλοκαίρι του 1964, ήμουν δεκαέξι ετών και κοιμηθήκαμε στα φρέσκα σανίδια, στα μωσαϊκά, στην κουζίνα που έλαμπε, στα κουφώματα που έλαμπαν, στο στενό μεν μπαλκόνι αλλά που του έμπαινε ένας λαμπρός ήλιος παντού και το εκάλυπτε, και θυμάμαι το όνομα του μηχανικού, το πρώτο σχέδιο, την πρώτη κάτοψη που είδα στη ζωή μου. Βεβαίως είχα δει για πρώτη φορά στη ζωή μου σινική μελάνη, όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών, το θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά, ήταν 14 Φεβρουαρίου 1962. Έρχεται ο πατέρας μου στο σπίτι του Πετρίδη τότε στα Γιαννιτσά, μου φέρνει ένα πολύ μικρό μπουκαλάκι και ένα πολύ παράξενο όργανο, και μου λέει «Αγόρι μου, αυτό είναι γραμμοσύρτης και αυτή είναι σινική μελάνη, με αυτά σχεδιάζουν οι αρχιτέκτονες», οπότε πήρα εγώ, μου έδειξε πως να γυρίζω εκεί πέρα έναν κοχλία και μου έμαθε πως να βάζω μέσα στο μελανοδοχείο αυτή τη μελάνη και πως να κάνω διάφορα σκιτσάκια. Αυτός ο γραμμοσύρτης ήταν για μένα το πρώτο όπλο, αν θέλετε και η πρώτη υποχρέωση ότι έπρεπε να γίνω αρχιτέκτων, αφού ήμουν δεκατεσσάρων χρονών και οι συμμαθητές δεν εγνώριζαν τι εστί σινική μελάνη, άντε να γνώριζαν ορισμένοι που διάβαζαν το Θησαυρό τι εστί συμπαθητική μελάνη, αλλά τι εστί σινική μελάνη ήμουν ο μόνος που το ήξερα. Και αργότερα, το λέω και τρέμω, τον Μάρτιο του 1963 μου έφερε μέσα έτσι σε ένα κουτάκι έναν μεγάλο μαρκαδόρο, πράσινο, και απέξω έγραφε  σασιχάτα, αυτό ήταν το όνομα, όπως τογιότα, σουζούκι, ήταν το πρώτο γιαπωνέζικο εργαλείο που έβλεπα, ήταν ένας πράσινος μαρκαδόρος τον οποίο όταν άνοιγες το καπάκι μύριζε μπενζίνα ίσα με εκατό τετραγωνικά χιλιόμετρα, έτσι μου φαινότανε. Και βεβαίως έτσι και τον έβαζες πάνω στο χαρτί, και στο χαρτόνι να τον έβαζες, άφηνε το εκτύπωμά του από την πίσω την πλευρά. Και αυτό όπως μου εξήγησε ο πατέρας μου το χρησιμοποιούνε οι αρχιτέκτονες και κάποιοι μαρκαδόροι που σημαδεύουν τα μπαμπάκια στο εκκοκκιστήριο του Εφαρμοστίδη, βέβαια αυτό δε μου το είπε, σημασία έχει ότι είχα μαζί μου δύο όπλα αρχιτεκτονικά. Περνώντας τα χρόνια άρχισα να πλησιάζω με κάποιο ενδιαφέρον, ήμουν και μοντερνιστής στην ποίηση, στη ζωγραφική, δεν είχα κανένα λόγο να μην είμαι μοντερνιστής στην αρχιτεκτονική, έπαιρνα διάφορες εφημερίδες, περιοδικά, κοίταζα πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, και όταν έβλεπα κανένα παλιό κτίριο, έλεγα άντε πότε να εξαφανιστεί και αυτό για να αξιοποιηθεί. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, σε ένα περιοδικό, στη Νέα Εστία νομίζω, πάντως σε ένα τέτοιο ή στις Εποχές, που να θυμάμαι πια, πρέπει να ήταν στη Νέα Εστία, που είχε κάτι για το Χίλτον, το 1963 έγινε το Χίλτον, και είχε την πλαϊνή την όψη που έκανε ο Μόραλης και μια περιγραφή καταπληκτική του ξενοδοχείου το οποίο ήταν το κάτι τις άλλο από άποψη αρχιτεκτονικής. Το έβλεπα και μέλωνα, μαράζωνα, έλεγα μα είναι δυνατόν, θα τα χτίσουν όλα οι άλλοι και εγώ δε θα χτίσω τίποτα. Πέρασαν τα χρόνια, εγώ ήμουν σίγουρος πως θα αρχιτεκτονίσω, αλλά βέβαια έπρεπε να μάθω μαθηματικά που δεν ήξερα, εγώ ήμουν της φιλολογίας υποτίθεται, ματαιόσπουδος, αλλά τα μάθαινα εκεί τα μαθηματικά, ξαφνικά εκεί γύρω παραμονές που θα έδινα εξετάσεις έπαθα και εγώ το γενικό μου το κλακάζ, την περίφημη μαθητική νευροπάθεια, ε πάω στον μπαμπά μου και του λέω ποια αρχιτεκτονική, εγώ θα πάω στη σχολή Καλών Τεχνών, θα πάω κλασσική φιλολογία, δε με ενδιαφέρει τίποτα. Αγόρι μου, μου λέει, τι είναι αυτά που λες. Εδώ με την αρχιτεκτονική συνδυάζεις βουνό και θάλασσα, συνδυάζεις πρακτικότητα με θεωρητικότητα, συνδυάζεις επιστήμη και τέχνη, κάντο αυτό για χάρη μου και θα με θυμάσαι πάντα. Βεβαίως και τον θυμάμαι πάντα τον μακαρίτη τον πατέρα μου, τον ευλογημένο, αλλά βέβαια θυμάμαι πάντα αρνητικά όλη εκείνη την ιστορία με την αρχιτεκτονική, διότι αρχιτέκτων βγήκα, αλλά βεβαίως μόνο αρχιτεκτονική δεν ενάσκησα στα επόμενα δύσκολα χρόνια. Ε και από τότε ιδίως που ασκώ το αισχρό επάγγελμα του συγγραφέως έχω μόνο κακές αναμνήσεις από αυτή τη δουλειά. Αλλά δεν ήταν έτσι τα πράγματα, θα μιλήσουμε λοιπόν για την αρχιτεκτονική, την αρχιτεκτονική των χαμένων ευκαιριών, την αρχιτεκτονική των χαμένων φίλων, την αρχιτεκτονική των χαμένων φυτών, μιας χαμένης ζωής, με όσο περισσότερη αισιοδοξία μας επιτρέπει μια στενεμένη μάλλον προεκλογική περίοδος που είναι το μόνο πράγμα που με γεμίζει αυτήν την εποχή με χαρά. Ε! ρε Έλβις όψιμε, πάνω σ’ αυτές τις φοβερές σκηνές του Λάς Βέγκας. Ε! ρε Μακρυγιάννη, που λέει και ο Χριστιανόπουλος, να ‘ξερες γιατί ετζάκισες το χέρι σου, το τζάκισες για να χορεύουν σέικ τα κωλόπαιδα, εγώ ήμουν ένα από αυτά. Ποιος να το φανταστεί ποτέ, ότι θα βρισκόμασταν κάποτε στην ίδια συνομοταξία. Ο καθένας βέβαια με τον δικό του το μέγεθος και τη δική του την αξίωση, ποιητές.Εν πάση περιπτώσει περνάνε τα χρόνια του Γυμνασίου και εγώ δίνω εξετάσεις ακαδημαϊκού απολυτηρίου. Ήταν η εποχή παιδιά που μπορούσες με πολύ καλές γνώσεις ανθρωπολογίας και ιστορίας να γίνεις ναυπηγός. Ήταν ένα γνήσια δημοκρατικό σύστημα εκείνο το ακαδημαϊκό απολυτήριο, όπου κέρδιζες πόντους και εγώ δεν ξέρω από ποιο μάθημα και ήταν κάτι το φοβερό. Δίνω λοιπόν πρώτη φορά εξετάσεις, που να περάσω αρχιτεκτονική. Παρόλα αυτά επειδή είχα κάτι δεκαενιάρια σε ανάλυση νεοελληνικών κειμένων και κάτι άσους στην άλγεβρα μπήκα μαθηματικός, και μάλιστα μαθηματικός με υποτροφία. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήρα αμέσως την πρώτη δόση της υποτροφίας και την έκανα μαγνητόφωνο, ένα ροκ μαγνητόφωνο υπέροχο, τεράστιο, μοντέρνο, μοντερνίζον, με καφέ απομίμηση τικ γύρω-γύρω που μύριζε, μοσχοβολούσε εκείνα τα τρανζιστοράκια του και βεβαίως άρχισα να το γεμίζω με αρχιτεκτονέ μουσική που ήταν πολύ της μόδας. Εκείνο το διάστημα, που ξαναέδινα εξετάσεις για να μπω επιτέλους στη μαγευτική μου αρχιτεκτονική, που πίστευα θα μου λύσει όλα τα προβλήματα, άρχισα να κάνω παρέα με αρχιτέκτονες φοιτητές, και μάλιστα άρχισα λίγο να βοηθάω κάποιες επί διπλώματι εργασίες τους, επειδή ένας συμμαθητής μου είχε δύο αδέρφια που ήταν ήδη αρχιτέκτονες, δηλαδή φοιτητές τελειόφοιτοι. Πηγαίναμε λοιπόν και βοηθούσαμε εκεί κάτι μεγάλους χάρτες της Θεσσαλονίκης, εκεί έμαθα τι θα πει περιφερειακός, έβλεπα την περίφημη μελέτη Τριανταφυλλίδη που είχε μια γέφυρα που πήγαινε από την Παλαιομάνα στο μεγάλο Καράμπουρνου που θα έλυνε το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης και θαύμαζα και έλεγα: Να! ρε τι γίνεται, ρε να! ρε πολεοδομία, ρε να! ρε αξιοποίηση ρε, με έχετε σκάσει, για να πας από τα Γιαννιτσά ξέρω ‘γω στη Θεσσαλονίκη μέσα από εκείνο το δρόμο ήθελες δύο ώρες, να! η εξέλιξη, τα μεγάλα τρένα, τα γρήγορα τρένα, τα μεγάλα αυτοκίνητα με πάνω από 120 χιλιόμετρα την ώρα, τότε τα 100 χιλιόμετρα ήταν το απόλυτο όριο, και κυρίως άσφαλτοι φαρδιές, άσφαλτοι, πολυκατοικίες παντού και οργανωμένα πάρκα. Κάποιος μάλιστα παλιός πολιτικός μηχανικός που γνώρισα εκείνη την εποχή μου έδωσε και ένα βιβλίο «Προς μια νέα αρχιτεκτονική» («Towards a new architecture») ήταν ένα βιβλίο του ΛεΚορμπιζιέ, το οποίο ήταν μεταφρασμένο στα αγγλικά. Με τα κουτσουροαγγλικά που ήξερα μετέφραζα ό,τι μπορούσα, βεβαίως εκαρφώθην κάτω από το περίφημο σήμα Το σπίτι είναι μια μηχανή να την κατοικείς, το πίστεψα αυτό το πράγμα και ξαφνικά ανακαλύπτω ότι είμαι μόνος. Δηλαδή ότι οι άλλοι φίλοι μου ήθελαν να γίνουν γεωπόνοι, γιατροί, άλλος έλεγε να τα οικονομήσω, εγώ παιδιά θέλω να γίνω οδοντίατρος, εγώ θέλω να γίνω ακτινολόγος γιατί δεν έχει πολύ δουλειά και την αράζεις και τα παίρνεις, μιλούσαν για χρήματα με έναν τρόπο που εμένα μου φαινόταν αδιανόητο γιατί ήταν φυσικό ότι εμείς ανήκοντας εις την μεγάλη τεχνική οικογένεια τα λεφτά θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα μας έλειπε σ’ αυτό το βίο. Το όνειρό μου λοιπόν ή για να το πω πιο ωμά η ονείρωξή μου για την αρχιτεκτονική ήταν ότι εγώ θα ζούσα σε κάποιο σπίτι και εγώ δεν ξέρω ποιο, πάντως σίγουρα σε πολυκατοικία, σε ένα στούντιο σαν αυτά τα διαμπερή του ΛεΚορμπιζιέ στη Μασσαλία εκείνη η πολυκατοικία, και θα είχα ένα στούντιο το οποίο θα έμοιαζε με το άλλο στούντιο που έκανε ο ΛεΚορμπιζιέ για έναν ζωγράφο, δηλαδή θα είχε ένα τριγωνικό τζάμι, ένα στο ταβάνι και δύο στην γωνιά, θα δημιουργούσε δηλαδή ένα πρίσμα από φως και εγώ θα φορούσα λευκή ποδιά, γιατί την εποχή εκείνη ξέρετε οι αρχιτέκτονες φορούσαν ακόμη ποδιά, ποδιά όπως οι οδοντίατροι, θα είχα όλα αυτά τα μολύβια, τα ταυ, τα τρίγωνα, θα είχα διαβήτες, θα είχα γραμμοσύρτες, θα είχα μπόμπες, μπόμπες λέγαμε ένα μικρό μηχάνημα που ήταν σαν διαβήτης αλλά το περιτυλίσσαμε γύρω από το δάκτυλό μας του δίναμε μια και έκανε μικρά κυκλάκια. Λοιπόν ονειρευόμουνα όλα αυτά τα εργαλεία τακτοποιημένα, μια απόλυτη καθαριότητα αποστειρωμένη, και εγώ μέσα στο σχεδιαστήριο με χαρτιά σκληρά σέλερ και όχι διαφανή, να εμπνέομαι και να είναι κάτω καμιά τριανταριά σχεδιάστριες, η άλλοι αρχιτέκτονες που να τους δίνω την έμπνευση που θα ‘βρισκα ότι έτσι θα γίνει το νοσοκομείο, αυτή τη σύλληψη θα έχει το σπίτι και θα τα ‘καναν αυτά τα πράγματα οργανωμένα, θα ‘βγάζαν τεύχη δημοπρατήσεων, ιστορίες και εγώ θα ήμουν ευτυχισμένος. Ούτε είχα σκεφτεί αν θα είχα παιδιά, αν θα παντρευόμουνα, αν θα ζούσα, αν θα πέθαινα, πως θα ήταν μετά από αυτό το στούντιο, βγαίνοντας έξω από αυτό το στούντιο, τι θα έκανα, τρίλιζα θα έκανα, ποιο κόμμα θα ψήφιζα, που θα παραθέριζα. Σας πληροφορώ πως δεν είχα ιδέα. Στα δεκαοκτώ μου χρόνια επάστωνα τον εαυτό μου να γίνει αρχιτέκτονας σ’ αυτό το στυλ. Βεβαίως με βοηθούσε πάρα πολύ το μαγνητόφωνο που είχα πάρει από εκείνη την υποτροφία την ματωμένη με 5500 χιλιάρικα, για την ακρίβεια ήταν 6000 η υποτροφία, αλλά είχα δώσει και 500 δραχμές για να πάρω έναν μοντερνίζοντα αναπτήρα Ρόνσον. Έτσι ήταν τότε αυτήν την εποχή, αλλά εσείς δεν τα ξέρετε αυτά. Και όσο και να σας μιλήσω για εκείνα τα χρόνια, που δεν μιλάω γι’ αυτά νοσταλγικά αλλά με κάποια πίκρα, είναι δύσκολο να καταλάβετε τι πράγματι σήμαινε το να έχεις αναπτήρα Ρόνσον μοντερνίζοντα το 1965, 64, 66, όπως και να ‘χει. Γίνεται το θαύμα περνάω στην αρχιτεκτονική. Με το που περνάω στην αρχιτεκτονική, μάλιστα για την ακρίβεια, δυο μήνες πριν περάσω, δηλαδή έδωσα τις εξετάσεις, ήξερα ότι έγραψα καλά και πήγα να κάνω, σαν τακτικός άνθρωπος, ως τακτικός έφηβος, μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Πάω λοιπόν σε μια κλινική απέναντι στην Παναγία Χαλκέων και ο διπλανός μου, ήταν πληροφοριοδότης της Χούντας, όπως έμαθα έπειτα, ενώ ο παραδιπλανός μου ήταν ένας επίσης υποψήφιος αρχιτεκτονικής που ήταν από την πόλη Κουφάλια, δίπλα ακριβώς από την Αγροσυκιά. Γίναμε φίλοι μ’αυτόν τον άνθρωπο και μάλιστα μπήκε και αυτός μαζί μου. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα, που μου μίλησε για αρχιτεκτονική με τον ανάλογο τρόπο που μιλούσα κι εγώ. Σήμερα λέγεται, και τότε βέβαια έτσι λεγόταν, Στέλιος Παπαδάκης, και γίναμε πάρα πολύ φίλοι τα χρόνια που ακολουθούσανε, έως ότου η ζωή πριν από είκοσι χρόνια μας εξαφάνισε. Όπως και να έχει λοιπόν, με τον Στέλιο τον Παπαδάκη και τον εαυτό μου μέσα στην κλινική αυτή που έβλεπε την Παναγία των Χαλκέων, ξαφνικά αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε τις ονειρώξεις μας και έβλεπα ότι είναι ακριβώς οι ίδιες. Κι αυτός ένα δασκαλοπαίδι, παιδί από επαρχιακή πόλη το οποίο ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, να έχει ένα μεγάλο στούντιο, ήταν διαφορετικό από αυτό που ονειρευόμουνα εγώ, για να χτίζει, να χτίζει πολυκατοικίες, νοσοκομεία, σχολεία, εντευκτήρια, να χτίζει ναούς, να χτίζει τα πάντα καινούρια, να φύγει το παλιό, το σάπιο από παντού. Όταν ήρθαμε Σαλονίκη μπήκαμε στην αρχιτεκτονική, πριν να μπούμε όμως, όλο εκείνο το διάστημα, βλέπαμε ότι η Θεσσαλονίκη κατέρρεε. Δηλαδή θυμάμαι την οδό Ανθέων, θυμάμαι τη Βασ. Όλγας, όλα εκείνα τα χρόνια που πηγαίναμε στα φροντιστήρια, που είχαμε τα πρώτα τα φλερτάκια μας, σ’αγαπώ μ’αγαπάς, ναι αλλά εγώ θα γίνω αρχιτέκτονας. Όλο εκείνο λοιπόν το διάστημα πέφτανε νεοκλασικά, πέφτανε σπίτια, πέφτανε αυτά, έπεφτε ένα σπίτι εβραίικο, εμείς το μόνο που κάναμε ήταν να αντιγράφουμε τα εβραίικα ανέκδοτα του παρελθόντος και να κοροϊδεύουμε τους καημένους τους ιδιοκτήτες, οι οποίοι ξέρω ‘γω όταν γκρεμίζονταν ένα παλιό σπίτι για να διώξουν τους γύρω-γύρω γιατί είχανε κάποιες λίρες υποτίθεται κρυμμένες από μέσα, φώναζε ο ένας στον άλλον Σολομών φύγε, κοίτα μην έβαλαν οι γερμανίδοι κατάσκοποι καμιά χειριμπιμπίδα και τέτοια αστεία, ανέκδοτα της εποχής, του 1960, τότε με τα πατήματα στο βούτυρο, με τα αστεία του Ταρζάν, με τα αστεία του Μπόμπου, ήταν μέσα και αυτά. Έπεφτε λοιπόν η Θεσσαλονίκη, κατέρρεε, και μάλιστα θυμάμαι ότι όταν πήγαινα με φίλους στο φροντιστήριο ή στην αρχιτεκτονική ή οπουδήποτε αλλού ανυπομονούσαμε και λέγαμε, καλά αυτά τα τέσσερα δεν πέσανε ακόμα. Και μάλιστα εκείνη την εποχή η περιοχή που είναι σήμερα κάτι λεύκες, δηλαδή μετά το Λευκό Πύργο, εκεί που είναι σήμερα ένα περίπτερο, ένας δισεκατομμυριούχος περιπτεράς, είχε τέσσερα πέντε παλιά νεοκλασικά σπίτια. Αυτά άλλα πέσανε σχετικά εύκολα μέσα στη δεκαετία του 60, αλλά ένα επέμενε, ένα παλιό ωδείο, επέμενε χρόνια και θυμάμαι που το ‘βλεπα και ‘λεγα καλά δεν το ρίξανε ακόμα. Αυτά γίνονται φυσικά όλα, το ομολογώ, μέσα στη δεκαετία του ‘60, όχι βέβαια μέσα στη δεκαετία του 70, και μέσα στην αρχιτεκτονική μαθαίναμε πράγματα και θαύματα. Και να ο Κορμπιζιέ και να ο Μισβαντερόε, και να ο ένας και να ο άλλος, ο ένας έκανε ένα σπίτι όλο τζάμι, ο άλλος έκανε το σπίτι μέσα στον καταρράκτη, το μπετόν μπορεί να σου βγάλει μπαλκόνια έξι μέτρα, η λατρεία του μπετόν παιδιά, ήταν κάτι το φοβερό το πόσο ελατρεύετο το μπετόν από την άποψη αυτή. Και ξαφνικά ξεχωρίζω τους συμμαθητές μου που είναι δύο ειδών, τους συμφοιτητές. Βλέπω κάποιους οραματιστές του μοντέρνου, τους φίλους μου, αυτοί σήμερα οι περισσότεροι είναι καθηγητές στο πανεπιστήμιο, στην ίδια αρχιτεκτονική σχολή, και έβλεπα και κάποιους άλλους οι οποίοι ήταν ψυχροί και λέγανε εγώ δεν ξέρω από αυτά, εγώ θα βγάλω φράγκα, και οι οποίοι όντως έχουνε βγάλει πάρα πολλά φράγκα από ότι πληροφορούμαι, διότι δεν ταιριάζουν μάλλον τα χνώτα μας και είναι αδύνατο να βρεθούμε καν στους ίδιους χώρους. Όπως λέει και ένας φίλος μου αυτοί μπαίνουν σε μαγαζιά  που έχει 900000 η κάλτσα, που να μπούμε εμείς σε αυτά τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει έτσι ήταν τότε η κατάσταση όταν συμβαίνει κάτι τραγικό θα το ΄λεγα, τρομακτικό θα το ‘λεγα, μέσα από τη διαδικασία της σχεδίασης, γιατί μας δίνανε θέματα φοιτητικά τα οποία έπρεπε να ξενυχτάμε, σας το έχω πει αυτό και άλλη φορά, μέρες και νύχτες για να βγάλουμε ένα σχέδιο, μπήκε το ροκ στη ζωή μας, με έναν τρόπο από το παράθυρο. Έπρεπε δηλαδή πάντα να υπάρχει ένα κασετόφωνο ή ένα μαγνητόφωνο, το οποίο να παίζει την ίδια και την ίδια και την ίδια μουσική, τη μουσική που μας άρεζε. Και έτσι ήταν οι Μπιτλς, ήταν οι Στόουνς, ήταν ο Πρίσλεϊ, ήταν οι Κινγκς, ήταν οι Λεντ Ζεπελιν, αργότερα ο Ζάππα. Αφού να φανταστείτε ήταν τέτοια η ταύτιση μουσικής και αρχιτεκτονικής ώστε, δε θα το πιστέψετε αλλά είναι γεγονός για τη δική μου τουλάχιστον τη συναντίληψη, θυμάμαι για παράδειγμα ότι 14 Σεπτεμβρίου του 1967 εκεί που σχεδίαζα και ήμουνα κάθεδρος και ήρθε ο φίλος μου ο Φοίβος ο Σιονακίδης και άνοιξε την πόρτα, τη στιγμή εκείνη παιζότανε, ξέρω ‘γω το τάδε τραγούδι των Κινγκς, δηλαδή θυμάμαι τον ήχο μαζί με το άνοιγμα της πόρτας, μαζί με το παράθυρο, δηλαδή μιλάμε για τέτοιες εντάσεις. Όπως επίσης όποτε ανοίγω ένα παλιό μου σχέδιο του ‘68, του ‘69, ένα παλιό μου βιβλίο αρχιτεκτονικής που διάβαζα εξετάσεις ξέρω ‘γω Στατική και τέτοια, ανοίγοντας τη σελίδα ξεχύνεται παιδιά από μέσα η μουσική που άκουγα όταν διάβαζα τότε αυτό το βιβλίο για να περάσω εξετάσεις. Ας ακούσουμε λοιπόν λίγη μουσική.Περνάει λοιπόν ο καιρός και αντιλαμβάνομαι ότι εν πάση περιπτώσει μπορώ να σχεδιάσω μια κάτοψη, μπορώ να κάνω μια όψη μοντερνίζουσα, να κάνω καμπύλους τοίχους, να χωρέσω κάποια ανεπιθύμητη τουαλέτα κάπου, γιατί ξέρετε όταν έχεις όραμα αρχιτεκτονικό οι κουζίνες, οι τουαλέτες, από που θα μπούνε, από που θα βγούνε, είναι πραγματικά πράγματα που δεν τα θέλεις, δεν είναι τυχαίο το ανέκδοτο που δείχνει τον αρχιτέκτονα να ξεχνάει τη σκάλα του σπιτιού, έχει τύχει, είναι γεγονός. Όταν δούλευα φοιτητής σε κάποιο μεγάλο project σε ένα στάδιο θυμάμαι ότι όλοι μας, ήμασταν είκοσι αρχιτέκτονες και φοιτητές, είχαμε ξεχάσει τις σκάλες του γηπέδου, τις μπήκες που μπαινόβγαιναν οι φίλαθλοι, τέτοια τρέλα μας είχε πιάσει να κάνουμε καταπληκτικούς πυλώνες και να κρέμονται από πάνω ξέρω ‘γω οι κερκίδες και το γήπεδο έτσι οβάλ ολυμπιακών διαστάσεων και να τα σκάμματα, οβάλ τα πάντα, και ξαφνικά, που ΄ναι ρε παιδιά οι μπούκες, λέμε θα βάλουμε από εδώ 20000 άτομα να φύγουν, από που να φύγουνε, ψάχναμε μετά σε τομές και τα λοιπά, τα ‘χαμε ξεχάσει, δεν είχαμε βάλει εισόδους σ’αυτό το στάδιο, παιδευόμασταν μετά επί ένα μήνα. Μπορώ λοιπόν να καταλάβω ότι από τη στιγμή που απέκτησα μια μικρή τεχνογνωσία, άρχισε βεβαίως να γίνεται μετά το καβάλημα του καλαμιού. Ο καθένας μας από τους φοιτητές της αρχιτεκτονικής, βοηθούντων βεβαίως και των καθηγητών, είχε αρχίσει να κάνει μικρές ομάδες, όπου προσπαθούσαμε να περάσουμε τον μοντερνισμό μας δεδομένο. Την εποχή εκείνη βεβαίως συμβαίνει και ένα τεράστιο κραχ. Το τεράστιο κραχ είχε να κάνει με την ανακάλυψη του ότι ρε παιδιά εκτός από αρχιτεκτονική και στούντιο τρισδιάστατα υπάρχει και πολιτική, ότι ζούμε ρε παιδιά σε μια χούντα να πούμε, εδώ πέρα πλακώνονται στο ξύλο. Οι παλαιολαμπράκηδες εν τω μεταξύ όλοι είχαν αφομοιωθεί, είχανε φάει ξύλο, είχανε μπει με κάτι γκόμενες σε κάτι δωματιάκια στην Δαγκλή, είχαν αρχίσει κάτι μικρές εκδοτικές προσπάθειες, και ξαφνικά η νέα γενιά των φοιτητών, τάμπουλα ράζα τελείως εν τω μεταξύ, το μυαλό μας είχε από κακοχωνεμένο κεφάλαιο του Μαρξ, νέα ελληνικά του Ρένου Αποστολίδη, Ο Αγών μου του Χίτλερ, γινόταν ο χαμός εκεί μέσα. Ξαφνικά ο χαμός εκείνος ανακαλύπτει αυτό που λέγεται πολιτική δράση. Και βέβαια επειδή δεν μας έπαιρνε να αντιπαρατεθούμε φωναχτά σε έναν πολιτικό λόγο, άρχισαν οι μετωνυμίες. Να ξαφνικά εγώ αρχίζω να βυζαντινίζω, άλλοι φίλοι μου αρχίζουν να γίνονται έτσι ρομαντικοί της Κέρκυρας και της Καντάδας, άλλοι ερωτεύτηκαν τα ρεμπέτικα για πρώτη φορά και χύνονται κατευθείαν μέσα στο Μάρκο τον Βαμβακάρη, και ενώ λοιπόν εμείς είμαστε ροκάδες ακαταλόγιστοι, απολιτίκ και χύμα, ξαφνικά μεταβαλλόμαστε σε κάποια πολιτικά όντα, τα όποια απ’ έξω μοιάζουν πάρα πολύ με τους συναδέρφους τους του Μάη του ΄68 ή τους άλλους τους ήρωες, τα Μπέρκλεϊ κ.λ.π, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι ξέρουμε για την πολιτική όσα ξέρω σήμερα για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος. Τίποτα. Δεν ξέραμε τίποτα. Ήταν σαν να είσαι υπουργός εξωτερικών βαλκανικής χώρας. Πας δηλαδή στο πουθενά προς εκτέλεση. Αυτό λοιπόν το πράγμα δημιούργησε ένα σοκ, αυτό έγινε γύρω στο ‘68, ‘67, ‘69, ‘70. Και βέβαια χωρίς να χάσουμε την ελπίδα μας στον μοντερνισμό, αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε την άλλη Ελλάδα. Τότε, ας πούμε θέλαμε να ντύσουμε τα φοιτητικά μας δωμάτια, και ξαφνικά χυθήκαμε στα παλιατζίδικα, ανακαλύψαμε καρέκλες κουρείων, παλιούς καθρέφτες, Καλημέρα σας, τότε εμφανίστηκαν τα σαρακατσάνικα ρούχα, ο,τιδήποτε ήταν λαϊκός πολιτισμός άρχισε να μας θέλγει, να κι αυτό και να κι εκείνο, και ήμασταν πέντε έξι νταήδες, θυμόμασταν και τα δημοτικά τραγούδια που τραγουδούσαμε στο Δημοτικό. Αυτή δηλαδή η ομαδική επιστροφή στις ρίζες έφερε σε σχέση με τον μοντερνισμό μας, έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό, ένα τρομερό κραχ, του οποίου όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν ότι χάσαμε ας πούμε τις ελπίδες μας στο μοντερνισμό, αυτό είναι το τραγικό της υπόθεσης, απλώς διχαστήκαμε. Εκεί δηλαδή που ήμασταν κάποια άτομα υποψήφιοι τεχνοκράτες και μπλεχτήκαμε με κάποιους λαϊκισμούς απαράδεκτους της αριστεράς, όπως αποδείχθηκε αργότερα, αντί να προκύψουν τεχνοκράτες ή ξέρω ‘γω λαοκράτες, προέκυψαν σχιζοφρενείς. Συγνώμη που τα λέω τόσο σκληρά, πολλοί μπορεί να πιστεύετε ότι είστε ακόμα στον δρόμο τον καλό και τον αγαθό, από αυτούς δηλαδή που είναι λίγο κρασί, λίγο θάλασσα, το αγόρι μου, ή βουνό και θάλασσα, ένα σπιτάκι στη θάλασσα και μια πολυκατοικία στη Θεσσαλονίκη, ή εσείς που πιστεύετε, όπως αρκετοί πια το πιστεύετε, ότι με ένα φιατάκι στο δρόμο και μια μοτοσικλέτα για το Σαββατοκύριακο έχετε εξαντλήσει την ευθύνη σας απέναντι σ’ αυτόν τον μάταιο βίο. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Βλέπω ότι γίναμε σχιζοφρενείς ακριβώς πριν από 25 χρόνια, αρχή δεκαετίας του ‘70, και μέσα από αυτή τη σχιζοφρένεια έπρεπε να αποφασίσουμε. Ή έπρεπε να γίνουμε κοσμοκαλόγεροι, να χυθούμε για παράδειγμα στις Πρέσπες, στη Νέβεσκα, στις Φλώρινες, στα Κιλκίς, στις Χαλκιδικές, όπως και το κάναμε, ψάχνοντας υποτίθεται διάφορα πράγματα του παρελθόντος ιστορικά και να μείνουμε εκεί. Εμείς όμως δεν κάναμε αυτό, εμείς τρέχαμε και ψάχναμε και δείχναμε και ράναμε, αλλά μόλις τελειώσαμε αρχιτεκτονική, το πρώτο πράγμα που σκεφτήκαμε ήταν να ανοίξουμε γραφείο αρχιτεκτονικό. Εκεί ακριβώς είναι και όλη η πλάκα της υπόθεσης, για την οποία μπορώ να μιλήσω μόνο σχετλιαστικώς, γι αυτούς που δεν ξέρουν Νορβηγικά σχετλιαστικώς κατά το σχέτλιος, σημαίνει με έναν τρόπο μάλλον αποθαρρυντικό, είναι δηλαδή κακιά λέξη, μιλάει για κακό πράγμα το σχετλιαστικώς, δεν είναι καλή, έτσι, είναι όπως το ασκαρδαμυκτί. Εν πάση περιπτώσει ανοίξαμε τα γραφεία μας. Ανοίξαμε τα γραφεία μας βέβαια σε έναν χώρο που έπασχε τότε από τα πάντα. Σήμαινε ότι έπρεπε να ακολουθήσουμε αυτά που μάθαμε στο Πολυτεχνείο και αυτά που ξέραμε από πριν. Έλα όμως που δεν μας είπε κανείς στο Πολυτεχνείο τι θα πει η διαδικασία να βγάλεις μια άδεια. Μέσα λοιπόν από αυτές τις τραγικές καταστάσεις, και επειδή το κέντρο της Θεσσαλονίκης, το έχω ξαναπεί πάλι αυτό, είχε χτιστεί από τους προηγούμενούς μας συναδέρφους, απόμειναν για εμάς κάτι Τούμπες, κάτι Άνω Τούμπες, κάτι Μαλακωπές, κάτι Καλαμαριές, δηλαδή τα έξω της Θεσσαλονίκης, Συκιές, Επτάλοφος, Καραϊσι, Πολίχνη, αυτά έπρεπε εμείς να ντύναμε με πολυκατοικίες. Επειδή όμως είχαμε επιστρέψει στις ρίζες, εμείς οι σχιζοφρενείς επιμένω, και επειδή είχαμε κάνει θέματα φοιτητικά για τα Μετέωρα, για την αυθαίρετη δόμηση, για τα μετόχια τα καλογερικά, για τους νερόμυλους, για ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου, μέσα λοιπόν από αυτόν τον αχταρμά ό,τι κάναμε το κάναμε με ενοχή. Δηλαδή, λέγαμε, όταν συναντούσα τον φίλο μου τον Στέλιο τον Παπαδάκη μετά, Τι κάνεις Στέλιο; E! για το επάγγελμα κάνω πολυκατοικίες, αλλά βέβαια έχω ένα όραμα να κάνω αυτό, να ζήσω εκεί, να πάρω ένα εξοχικό, να κάνω το ένα το άλλο. Ξαφνικά δηλαδή το διαμέρισμα είχε μετατραπεί σε ένα εξοχικό, αλλά κατά τα άλλα κάνω και πολυκατοικία για το επάγγελμα. Αυτό δηλαδή το οποίο βαρέθηκα να ακούω όλα τα χρόνια της Χούντας, ότι τι να κάνουμε να φύγουμε από τη θέση μας για να ‘ρθει κανένας άλλος πλέον ακατάλληλος, άσε να κάτσουμε εμείς που είμαστε και πιο δημοκράτες. Αυτό από πόσους ανθρώπους Θεέ μου το άκουσα εκείνα τα χρόνια. Δεν είχα λοιπόν καμιά εμπιστοσύνη σ’αυτούς που κρατούσαν επάγγελμα, γιατί τι άλλο να κάνουνε, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν να κάνουνε κάτι εφόσον το κάνουνε, αλλά ας μην αφήσουμε σχολιαστικά νορβηγικά επιφωνήματα να σκιάσουνε τον εύθυμο προεκλογικό χαρακτήρα αυτής της εκπομπής. Σημασία έχει ότι αυτή η σχιζοφρένεια, έφερε σε μια στιγμή το ράκος, δηλαδή γέμισε ξαφνικά η ζωή μου από αυτούς τους εύθυμους συμμαθητές και συμφοιτητές, που θέλανε να πλουτίσουν ή που θέλανε να γίνουν καθηγητές πανεπιστημίου ή που θέλανε εν πάση περιπτώσει να προκόψουνε, ξαφνικά άρχισαν, εμείς οι ίδιοι οι σχιζοφρενείς αρχίσαμε να γεμίζουμε την πόλη, γιατί εμείς τα ανοίξαμε αυτά τα μαγαζιά, με μπαρ. Θυμάμαι ένα μπαρ που λεγόταν Παγιάντες, απέναντι από τη Μητρόπολη, αρχιτέκτονες το ιδρύσαμε. Μπαίναμε μέσα, παραγγέλναμε ό,τι ποτό μπορούσε να φανταστεί ο νους του ανθρώπου, είχε και ένα εστιατοράκι έτσι συμπαθέστατο εκεί και τσιμπούσαμε κάτι, και πίναμε διάφορα ποτά. Αυτά γίνονται στην ωριμότητά μας μετά το ‘76, ξέρω ‘γω ‘75-’76, μετά ανοίγει το Μπανάλ, μετά ανοίγει το Φλου, ανοίγουν τα διάφορα, οι Δον Κιχώτες και κυρίως μέσα είναι οι μηχανικοί ανήσυχοι. Αρχίζουν και πέφτουν τα πρώτα διαζύγια, οι πρώτες διασταυρώσεις των οικογενειών, ήρθε μια εποχή εκεί στο τέλος της δεκαετίας του ‘70, που όλοι είχαμε παρθεί με όλους, ήταν κάτι το ασύλληπτο εκείνο το πράγμα, με προεξάρχοντες πάντα σ’αυτά τα πανηγύρια της σάρκας και του πνεύματος, τους αρχιτέκτονες της γενιάς μου. Εμείς λοιπόν, που κάναμε το επάγγελμα, αχ και δε θέλαμε να το κάνουμε, και από την άλλη βλέπαμε ότι τα όνειρά μας σκόνταφταν όχι τόσο πάνω στο ότι δεν μπορούσαμε να τα κάνουμε, άλλα πάνω στο ότι δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ξέρεις τι θα πει να κάθεσαι, εντάξει έκανα εγώ ένα γραφείο, το επίπλωσα, είχα και δυο συνεταίρους και μετά καθόμασταν στο γραφείο, φεύγαν οι οικοπεδούχοι, έφευγε ο ένας, έφευγε ο άλλος, μοιράζαμε τα λεφτά και μετά καθόμασταν. Τι ξέραμε να κάνουμε, δεν ξέραμε να κάνουμε τίποτα. Δεν ξέραμε ούτε να μιλήσουμε μεταξύ μας, η πολλή μεταπολιτευτική πολιτική είχε ήδη υποχωρήσει, ε δεν μπορούσαμε να πηγαίνουμε και κάθε μέρα σε συνεδριάσεις επί της διαδικασίας και τα λοιπά, να γυρίσουμε σπίτι μας ούτε κουβέντα, γιατί τα σπίτια μας ήταν μπουρλότο, διαλυμένα. Λοιπόν άντε να πάμε σε ένα μπαρ, άντε να δημιουργήσουμε μια κατάσταση, άντε να δημιουργήσουμε κάτι, κάτι, κάτι, το ο,τιδήποτε. Αυτό έφερε τις εξής συνέπειες, τώρα μιλώ σαν ιστορικός του μέλλοντός σας, ξέρω ότι δεν με ακούει κανείς πιτσιρικάς κάτω των είκοσι, κοιμάστε του καλού καιρού αυτή τη στιγμή, αλλά μπορεί να το πει καμιά γιαγιά σας, καμιά μαμά σας, να ότι ο Θεοδωρίδης είπε κάτι γι’αυτό το θέμα, ακούστε το έστω και εμμέσως, έστω και με σπασμένο τηλέφωνο, ομιλώ ως ιστορικός του μέλλοντός σας, και σας λέω πριν αποφασίσετε τι δουλειά θα κάνετε, πριν αποφασίσετε τι λεφτά θα βγάζετε από αυτή τη δουλειά ή ο,τιδήποτε άλλο, σκεφτείτε το φοβερό φαινόμενο μιας σκοτεινιασμένης από τη νύχτα πόλης η οποία είναι ωστόσο πάμφωτη από μικρά παραθυράκια φωτισμένα. Δείτε αυτήν την εικόνα μέσα στο μυαλό σας, κάντε την αναγωγή και σκεφτείτε ότι είστε ένα κομμάτι αυτής της πόλης και ότι ένα οποιοδήποτε από αυτά τα εκατό χιλιάδες  φωτισμένα παραθυράκια μπορεί να είναι το δικό σας. Το ερώτημά μου είναι πάρα πολύ απλό και αν δεν απαντήσετε σε αυτό το ερώτημα μην αποφασίζετε το επάγγελμά σας. Ξέρετε τι έχετε να κάνετε μέσα σ’ αυτό το δωματιάκι; Το ‘χετε αποφασίσει; Είστε ευχαριστημένοι; Μην πιστεύετε ότι θα βγαίνετε κάθε μέρα έξω ή ότι θα αγαπάτε τους ίδιους ανθρώπους επί τετρακόσια είκοσι τέσσερα χρόνια επειδή είστε είκοσι χρονών και πιστεύετε πρακτικά ότι ο βίος του ανθρώπου είναι του Μαθουσάλα εννιακόσια εβδομήντα τρία έτη, αυτά αφήστε τα. Σκεφτείτε, εγώ ο Τασούλης Καραμητσάκογλου μέσα σ’αυτό το δωμάτιο ναι βρίσκω τον εαυτό μου, ναι βεβαίως θα κάθομαι και θα παίζω πιάνο ή θα έχω ένα φίλο μου με τον οποίο θα ακούμε τους Άγαμοι Θύται ή θα είμαστε τρεις άνθρωποι και αφού ήμασταν παλιά ερωτευμένοι αλλά σήμερα θα ασχολούμαστε με συσκευασίες δεμάτων, κάτι θα κάνουμε, θα είμαστε ξέρω ‘γω Ερυθροσταυρίτες. Αφού σκεφτείτε το τι θέλετε να κάνετε αυτήν την έρμη τη ζωή μετά ετοιμαστείτε γι’ αυτήν, όλα θα ‘ρθουνε ήρεμα και αγνά, και το επάγγελμά σας και το τι θα κάνετε και με ποιους ανθρώπους θα είστε. Πέρασαν λοιπόν και αυτά τα χρόνια και έρχεται η μυστική δεκαετία του ‘80, η οποία δεν έχει ψευδαισθήσεις γιατί ακριβώς η γενιά μας άρχισε να παλιώνει. Εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω ότι μια από τις πιο συνταρακτικές σκηνές, στιγμές της ζωής μου, δεν ξέρω αν το έχω ξαναδιηγηθεί, κατέβαινα Επανωμή, πριν να γίνει μεγάλος ο δρόμος, είχα πάει στο μετόχι Κουμ στα Κριτζανά, της Μονής Χελανδαρίου, μετά την Επανωμή, μεταξύ Νέας Ηράκλειας και Επανωμής, που έγινε μετά μετόχι της Αγίας Αναστασίας από τον Όσιο Θεωνά το 1530. Επιστρέφω λοιπόν από ‘κει πέρα ένα μεσημέρι αφού το είχα αποτυπώσει, πρέπει να ήταν γύρω στο ‘70 τόσο, ‘79-’80, και έτσι όπως επιστρέφω και ξαφνικά κατεβαίνω το σαμάρι εκεί από το Πλαγιάρι και βλέπω τη Θεσσαλονίκη και το αεροδρόμιο και χτυπάει υπέροχα ο ήλιος σ’αυτήν την καταραμένη πόλη, την κατεστραμμένη τελείως και δεν είχε πολλά τίποτα πάνω στο Σέιχ Σου όπως έχει σήμερα τα απαράδεκτα, μόνο το Φιλίππειο, άκουγα και Rolling Stones από το ραδιόφωνο, από ένα σταθμό ενόπλων, και μετά λέει η εκφωνήτρια: Ακούσατε παλιά φωνητικά συγκροτήματα. Τι έκανε λέει, τι άκουσα παλιά φωνητικά συγκροτήματα, τους Rolling Stones παλιό φωνητικό συγκρότημα; Δηλαδή δεν ήταν οι Ventures, δεν ήταν οι Platters, ήταν οι Rolling Stones; Δηλαδή πέρασαν από το 1963 που εμφανίστηκαν 16-17 χρόνια, δηλαδή μας πήραν τα χρόνια; Και μετά κοίταξα θυμάμαι τον καθρέφτη του καντρέ και βλέπω κάτι κρεμάσματα, τα γνωστά κρεμάσματα ενός τριαντάρη που τα μάγουλά του χτυπιούνται λοξώς από τον ήλιο και λέω ρε φίλε αυτό ήταν, περάσαμε, όταν λέμε περάσαμε δεν περάσαμε γιατί πέρασαν ου! άλλα τόσα χρόνια και ζούμε και βασιλεύουμε, το θέμα είναι ότι είχαμε μπαγιατέψει. Αυτό λοιπόν το μπαγιάτεμα άρχισε να φέρνει, σε εμάς τους σχιζοφρενείς ποιητές εκείνου του μέλλοντος του δικού σας, άρχισε να φέρνει διάφορες εκρηκτικές καταστάσεις. Και ξαφνικά αντιλαμβάνομαι, εκεί αρχές της δεκαετίας του ‘80, βεβαίως ήταν και η ενασχόληση με την αρχαιολογία πάρα πολύ έντονη, ότι ό,τι σκεφτόμουνα ήταν περίπου άκριτο, ότι αυτό που έλεγα ότι ήταν αρχιτεκτονική ήταν στην ουσία το πλασμώδιο μιας μεταφυσικής όπου δεν είχε κάποιο αντίκρυσμα πουθενά. Ήμουν ανίκανος να χαϊδέψω ένα παιδί, ήμουν ανίκανος να ανταλλάξω μια κουβέντα με μια γυναίκα, ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι λέγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω μου, πολιτικά ή φυσικά, όπως και τώρα, είμαι τελείως αμόρφωτος, δεν ξέρω τι συμβαίνει γύρω μου και βέβαια το μόνο που μου έμενε είναι να μετανοώ. Να μετανοώ πικρά για τις πράξεις μου, να μετανοώ πικρά για τις συμφωνίες οικοπεδούχων, μηχανικών και εργολάβων στις οποίες συμμετείχα, να μετανοώ σκληρά για οποιοδήποτε προϊόν fiberglass βγήκε από τα χεράκια μου τον καιρό που διηύθυνα ένα εργοστάσιο από fiberglass. Να διαφωνώ ριζικά και να μετανοώ για οποιαδήποτε σύσκεψη στελεχών, executives και δημοσίων σχέσεων σε εταιρείες poy έτυχε να ανακατευτώ, να μετανοώ σκληρά για οποιοδήποτε κτίσμα αποτόλμησα να σχεδιάσω ή να επιβλέψω. Άρχισα γενικώς να μετανοώ. Και με το που άρχισα να μετανοώ ξαφνικά έγινε ένα θαύμα. Έχει δέκα χρόνια. Άρχισα να αναζητώ αυτό που κατηγορούσα ως εχθρικό να το περιβάλλω και ονειρευόμουν μια πεντακάθαρη Θεσσαλονίκη με πλακάκια, με ασφάλτους, με πάρκινγκ υπόγεια, με δέντρα υπέροχα, αλλά να μην αφήνουν φύλλα ει δυνατόν, ξαφνικά άρχισα να γοητεύομαι από τις ιδιοκατασκευές. Έβλεπα ένα σπίτι στην Άνω Τούμπα που ο κάτοικός του είχε έναν περιστερώνα, είχε είκοσι περιστέρια, είχε μαζέψει όλο το μπρικαμπράκ της γειτονιάς, όλη τη σαβούρα και έκανε δυο τρία πραγματάκια, τα ‘βαφε και με κανένα χρώμα, καθόμουν και το χάζευα, έλεγα αυτό είναι αρχιτεκτονική. Τι είναι αρχιτεκτονική; Αυτά που κάνουμε εμείς; Αυτό είναι αρχιτεκτονική. Και από τότε αρχίζω να βογκάω μπροστά στις παραγκουπόλεις. Υποφέρω κάθε φορά που βλέπω ότι μια ακόμα παράγκα ξηλώνεται για να γίνει πάρκο. Και μάλιστα όσο τους βλέπω συμμαζεμένους και συμμαζεμένους όλους αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους τόσο πιο πολύ γοητεύομαι από το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα ταπεινή ζωή, η οποία εκλιπαρεί όχι πια για μια ιστορία, γιατί δεν μπορούμε να γράψουμε την ιστορία, άλλα για μια μυθολογία. Και απ’ αυτή την άποψη είμαι άκρως αντίθετος με όλους αυτούς που αρχιτεκτονούνε και την ανάπλαση πια μιας καταραμένης, κατεστραμμένης πόλης. Με όλους αυτούς, που όπως το έχω πει και από παλιά, πουλάνε αναστήλωση σε κάτι λαδάδικα και σε δυο τρία νεοκλασικά που γλίτωσαν ακόμα. Αυτά τα απαράδεκτα πράγματα, γιατί έχουμε κάποιο γεγονός του 1910 στην πόλη μας αλλά δεν έχουμε 1950, αυτό είναι το τραγικό. Δηλαδή ενώ υπάρχει ιστορία στην πόλη μας, βυζαντινή, τουρκοκρατίας, μέχρι το 1910, ‘20, ‘30, ξαφνικά από το 1950 μέχρι το 1960 δεν υπάρχει τίποτα. Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει. Δεν ξέρω αν έχετε καταλάβει ότι αυτή τη γειτονιά, την οποία όλοι μας ξέρουμε γιατί σ’ αυτήν μεγαλώσαμε, μας την έχουν φάει. Ποιος μας την έχει κλέψει; Τον κλέφτη αναζητώ αυτής της γειτονιάς, τον απατεώνα που μου έμαθε ότι η αρχιτεκτονική είναι αγάπες και φούμαρα, τον απατεώνα που μου έμαθε ότι το να ξηλώνονται τα τραμ, να μπαίνει αντί για το κιλό η οκά ή το ανάποδο αντί για την οκά το κιλό, το να μπαίνει το ρεφλέξ αντί το πράσινο σαπούνι θα πάνε τα πράγματα καλύτερα και στον ψυχικό μου βίο. Τον απατεώνα ψάχνω που δεν μου έμαθε τι να κάνω πίσω από ένα φωτισμένο παράθυρο, τον απατεώνα ψάχνω, τον δικό σας απατεώνα και τον δικό μου, ψάχνω να βρω έναν κοινό εχθρό αν καταλάβατε πριν να καταλήξω γραφικός σαν τους έρμους τους οικολόγους, τους οποίους  άκουσα τις προάλλες να λένε, εμείς έχουμε αποφασίσει να πάμε για δήμαρχοι και νομάρχες, ξέρουμε ότι δε θα βγούμε άλλα θέλουμε να βγάλουμε αντιπρόσωπο γιατί πέρα απ’ αυτά είμαστε σε αγώνες, και άρχισαν να λένε διάφορα μυστήρια, στον αγώνα της ρύπανσης αυτού, στον αγώνα γι’ αυτό, εμείς είμαστε για αγώνες. Ποιοι είστε για αγώνες; Στο μεταξύ ο Χορτιάτης χτίζεται, το Σέιχ Σου χτίζεται, εσείς δεν έχετε καταλάβει ότι το Σέιχ Σου πάνε να το κάνουνε σαν το εσωτερικό πάρκο, σαν τη Νέα Υόρκη, από την άλλη την πλευρά θα χτιστεί άλλη μια Θεσσαλονίκη, δεν τα παίρνετe χαμπάρι αυτά τα πράγματα, δεν καταλάβατε ότι η Περιφερειακή είναι ο μελλοντικός κεντρικός δρόμος της Θεσσαλονίκης και καθόλου ο περιφερειακός της; Δεν έχετε καταλάβει αυτό το χάος που γίνεται; Η καταστροφή της παραλίας, οι υπόγειοι δρόμοι που θα τα ενώνουν όλα αυτά, τα πάρκινγκ, οι αξιοποιήσεις, δεν καταλαβαίνετε ότι είναι το τελευταίο χτύπημα στον παλαιό γνωστό παιδισμό μας; Γιατί το μόνο πράγμα παιδιά που μπορούμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή, όπως λέγαμε παλιά στα Γιαννιτσά, είναι να παίζουμε γκαζ, γκαζ, εσείς τις λέγατε εδώ γκαζιές. Εμείς τις λέγαμε γκαζες, γκαζ για την ακρίβεια, να παίξουμε καμιά γκάζα, να παίξουμε κανένα τάβλι. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να παίξουμε ούτε καν ντόμινο, νομίζω κάπου στη Γουμένισσα έχουν να παίζουν ντόμινο σε καφενείο. Δεν ξέρουμε καν να παίξουμε. Οι πόκες μας παρέμειναν φοιτητικές, τα καζίνα μας παρέμειναν σκοπιανά, τίποτα δεν υπάρχει που να μπορούμε να παίξουμε. Αυτό λοιπόν το μόνο πράγμα που μπορούμε και παίζουμε κάθε μέρα, βγαίνοντας με άκρατη παρρησία και θράσος έξω, είναι η ζωή μας. Παίζουμε την ίδια τη ζωή μας, την ίδια την κατάσταση που βρίσκεται πίσω από ένα φωτεινό παράθυρο. Ή μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα; Η προσωπική μου απάντηση είναι ότι είναι αλλιώς τα πράγματα. Δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς και πως θα περάσετε το βίο σας πίσω από τα φωτεινά κουτάκια, πάντως εγώ το βρήκα το κόλπο. Υπάρχει ευτυχώς ο μύθος, υπάρχει ευτυχώς η ποίηση, υπάρχει ευτυχώς η λογοτεχνία. Όλα αυτά τα πράγματα μπορούν να γίνουν καταπληκτικά, να σμαλτωθούν πάλι, να μαρμαρωθούν πάλι μέσα από τη γοητεία της περιγραφής, μέσα από τη γοητεία των συναισθημάτων, το τι αισθανόσουνα τον καιρό που ήσουν ρηχός. Γιατί ακόμα και αυτή η ρηχότητα αν την περιγράψεις καταπληκτικά μένει κάτι καταπληκτικό, γιατί ξέρετε η γραφή δεν έχει τέλος ούτε αρχή έχει. Συνεχίζουμε το δρόμο από εκεί που γονάτισε και το άφησε ο τάδε ποιητής μέχρι να προχωρήσουμε προς τον επόμενο που είναι καλύτερός μας. Μήπως λοιπόν μέσα από αυτή τη διαδικασία της γενικής ακύρωσης των πάντων οφείλεται που έχω πάθει γενική αγκύλωση. Και εγώ που έχω διακοσμήσει τόσα καταστήματα και έχω καρφώσει τόσα καρφιά και έχουν πέσει τόσα μπρικαμπράκια πάνω στο κεφάλι μου τον καιρό που μαστόρευα, σ’αυτή τη φάση είμαι ανίκανος να μαστορέψω και δεν μπορώ εδώ και ένα μήνα να στήσω ένα υποτυπώδες κοτέτσι για να τρώμε κανένα αυγό στο χωριό μας στην Αγροσυκιά, μήπως λοιπόν η αδράνεια του αρχιτέκτονα είναι που έφερε τον ποιητή; 

Advertisements