Είναι η ιστορία του λαού των Πρανδέων.Κυριάρχησαν κοπιώντες στην Λυδική χώρα και τους συνέβησαν, κατά την ώρα της κρίσεως, πολλά και ευφάνταστα γεγονότα.

Υπήρχε, δύο χιλιάδες  σύν χίλια διακόσια έτη πρό των  Τρωικών ένας πεδινός τόπος κυκλωμένος από δάση καστανέας και περιείχε ακριβώς δώδεκα μονόδενδρα τύκωνος.Η έκτασις του πεδιαδίου ήτο όσον τεσσαρων ημερών κυκλόδρομος και οι κορυφές του δάσους εμπόδιζαν περιμετρικώς τον ηλιασμό κατά δύο και πλέον ώρες.Πολλά νερά πηγαία, ένας ποταμός, ο Πρανδεύς.Οι πηγές του διεκρίνοντο από τις κορυφές των υψηλών δένδρων, οι εκβολές μήτε καν εθρυλούντο.

Υψηλός άνδρας λιπόσαρκος και μιξοπόλιος επέλεξε καλύβα λίσγου και γαμβάρεως.Και πρώτον έστησε γραπτό μνημείο στην εξώθυρα,με τους εξής λόγους, που ερμήνευσα δι΄εσάς:

 

Έτου μαρένι απαλά νέντε κοβάρι

(Έχει χρόνους πολλούς οπόταν δάση είδαν οι  λαοί)

Κάλα τασίρα μαρένι σεθ αβέντο μόρα

(Ωστόσο περισσότερους χρόνους εφοβούντο να πλησιάσουν)

Λίλαμπι, λίνταμπι,κόρ βα κόρ,νέντα

(Κύκνους ωχρούς,αμα Τε  κυανούς,ακατασχέτως εθεώρουν)

Κόρναμι «πάγα Τε νουν ,φάρ μα ριτάι»

(Έλεγαν «παράξενα πτηνά είναι λιμναία, όχι  επί φύλλων»)

 

Υπόμνημα: Έτου=άκλιτον.Μαρένι=μάρο,έτος.Νέν=ορώ.

Advertisements