Πρόσφατα ήρθε στα χέρια μου το «Σχέδιο διαχείρισης 2006-2012 της παλιάς πόλης της Κέρκυρας». Δεκάξη σελίδες μεγάλου σχήματος. Οι πέντε μπορεί να θεωρηθούν, υπό μεγάλη ανοχή, ως πίνακας περιεχομένων ενός σχεδίου διαχείρισης, που ελπίζω να κατατέθηκε πλήρες στους ανθρώπους του ICOMOS. Το ICOMOS, μιά δραστήρια ένωση ειδικών, λειτουργεί ως εκτελεστικός σύμβουλος της UNESCO στην κατάστρωση του Καταλόγου της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, στο μέρος που σχετίζεται με μνημεία, μνημειακά σύνολα, ιστορικά κέντρα. Υπάρχει και άλλος μηχανισμός, γιά τα τοπία.

Οι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν αυτόν τον πίνακα περιεχομένων, ήξεραν πολύ καλά την δουλειά τους και παρουσίασαν ένα εμπεριστατωμένο διάγραμμα του προβληματισμού και των διαδικασιών που απαιτούνται προκειμένου η παλιά πόλη της Κέρκυρας να υπάρξει στον κατάλογο. Στην Ελλάδα, μόνον η Χώρα της Πάτμου και η μεσαιωνική Ρόδος έχουν ενταχθεί σε αυτήν την λίστα ως οικισμοί και όχι ως αρχαιολογικοί χώροι. Και δεν φταίνε οι ίδιοι που το σχέδιο διαχείρισης μοιάζει με ευχολόγιο. Εχουν προσεγγίσει όλα τα καίρια ζητήματα, με την σωστή σειρά. Με την σωστή ανάλυση.΄Εχουν καλύψει όλες τις ενδεχόμενες εμπλοκές.

Νομίζω ότι στο Σχέδιο αυτό, έχουν γίνει επεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα, άν όχι από ξένο χέρι, εντούτοις από πειθαναγκασμό προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα περί την υποψηφιότητα της Κέρκυρας. Το Σχέδιο είναι γραμμένο με τρόπο που αρμόζει στις εξαγγελίες ενός δημάρχου ή ενός πολιτικού προσώπου. Γιά μιά ακόμη φορά, οι ειδικοί, που καμιά φορά τους λένε υποτιμητικά «τεχνικούς» ή «τεχνοκράτες», δεν αφέθηκαν να κάνουν τη δουλειά τους. Τελειώνοντας την ανάγνωση, δεν κατάλαβα πολλά και σημαντικά ζητήματα της υποψηφιότητας. Τα εκθέτω.

Κατ΄αρχήν ,δεν κατάλαβα γιατί δεν ζητήθηκε η ένταξη στον Κατάλογο της παλιάς πόλης ως  Ιστορικού Κέντρου και όχι ως «Μνημείου».Εξάλλου, πολύ πιό εύκολη θα ήταν η δουλειά των ειδικών, άν πρότειναν ως Μνημεία τις Οχυρώσεις της πόλης, που καλύπτουν όλες τις προδιαγραφές και τα κριτήρια του ICOMOS, θέτοντας την παλιά πόλη ως προστατευόμενη γειτνιώσα περιοχή. Αυτό θα ήταν ένα πρόγραμμα βατό, με κόστος περί τα 50 εκατομμύρια ευρώ σε ορίζοντα δέκα ετών, που θα εκλογίκευε το χαρωπό χάος στα ενδιάμεσα καντούνια. Με την ίδια παγκόσμια προβολή.

Ενώ τώρα, μιά ολόκληρη πόλη, με ασαφή και διαπλεκόμενα (κυριολεκτώ) σύνορα, χωρίς θεσμικό πλαίσιο έτοιμο, με το θαλάσσιο μέτωπο να μη ανήκει μήτε κατα ένα μέτρο στον Δήμο αλλά σε οργανισμούς και λιμεναρχεία και υπουργεία, καλείται να αλλάξει δραστικά συνήθειες και νωχέλειες δεκαετιών.

Η διοίκηση του σχήματος χρησιμοποιεί μιά «Επιτροπή εκπροσώπων της τοπικής κοινωνίας», χωρίς πραγματικές αρμοδιότητες, αλλά με προφανή στοιχεία οργανωμένης διαπραγμάτευσης. Ορίζεται ότι θα την απαρτίσουν «χρήστες του μνημείου», δηλαδή οι κάτοικοι της παλιάς πόλης και οι έμποροί της. Τίποτα πιό καταστροφικό: θα γίνει ό,τι και με τους «καστρόπληκτους» της Θεσσαλονίκης: οι ιδιοκτήτες αυτοκινήτων, καταστημάτων και οι υποψήφιοι αγοραστές κλιματιστικών, βαφτίζονται «τοπική κοινωνία», δυστροπούν, δεν θέλουν να χαλάσουν την ζαχαρένια τους, δεν θα θελήσουν να καταργήσουν τις καταλήψεις των καντουνιών με την κινέζικη πραμάτεια τους, θα προβάλουν το επιχείρημα μιάς άρρωστης γερόντισσας που θα χρειάζεται το αυτοκίνητο στην πόρτα της.(Η Κέρκυρα σήμερα διαθέτει τον ακριβότερο πανελληνίως χώρο στάθμευσης: μερικές δεκάδες αυτοκίνητα έχουν κυριεύσει τους πεζοδρόμους με τις πλακοστρώσεις).

Αλλά η ένταξη της Κέρκυρας στον Κατάλογο είναι υπόθεση όλων των κατοίκων της Πόλης. Και πρίν από οποιαδήποτε ενέργεια, προέχει η συναίνεσή τους. Κοινωνική συναίνεση που εκφράζεται και πολιτικά, όχι  εξαρχής τεχνοκρατική προσέγγιση. Κάποιοι πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη της πραγματικής διαφώτισης, λόγου χάρη: «Tο κέντρο δεν θα έχει αυτοκίνητα.Δεν θα υπάρξει παρα μόνον μιά ή περισσότερες μορφές δημόσιας συγκοινωνίας. Η παλιά πόλη θα ζήσει από τον τουρισμό, που θα έχει όμως αυστηρές προδιαγραφές. Θα την πλησιάζετε με καραβάκια, με ηλεκτροκίνητα οχήματα, με αναπηρικά καροτσάκια. Δεν σας παίρνει να κρεμάτε τσάντες στην θαλασσινή πύλη, μήτε να παρκάρετε τα μηχανάκια σας εκεί. Κι εμείς θα σεβαστούμε το τοπίο και δεν θα βάζουμε πολιτιστικές ταμπέλες να κρύβουν το Βίδο και τον Παντοκράτορα.Μήτε θα κρατάμε την διεύθυνση συγκοινωνιών σε πεζόδρομο! Οι αγορές με τα φτηνιάρικα θα φύγουν σε άλλα γειτονικά μέρη. Η υπεραξία από την επένδυση της παλιάς πόλης θα μοιραστεί σε ολόκληρον τον αστικό ιστό.Θα λυπηθούμε επιτέλους τους εκατοντάδες τουρίστες που παραπαίουν στην ζέστη  περπατώντας ανάμεσα στις λαμαρίνες γιά να φτάσουν στο ιστορικό κέντρο (όχι history center που διδάσκει η καφέ ταμπέλα..) και καμιά φορά φτάνουν στο Σαρόκο και φωτογραφίζουν μπαφιασμένοι τα μπετά. Δεν θα ρυθμίζουν οι ταξιτζήδες και οι πουλμανόβιοι τις τύχες της πόλης. Θα κάνουμε ιστορικό κέντρο της προκοπής, με σοβαρές πιθανότητες να ζήσουμε όλοι από αυτό, όπως συμβαίνει με δεκάδες πόλεις στην Ευρώπη και αλλού.»

Αυτή η «αποκάλυψη» δεν ανήκει βέβαια στις δημοφιλείς πολιτικές πράξεις. Μήτε, από την άλλη, είναι λογικό να απαιτείς όχι από πέντε χιλιάδες, αλλά μήτε κι από πέντε κατοίκους να «στήνονται» σε υποχρεωτικές συμπεριφορές θεατρικού χαρακτήρα, χωρίς να αισθάνονται ελεύθεροι. Δυστυχώς ,εδώ το παιχνίδι της «μορφωτικής διαφώτισης» μέσα από την εκπαίδευση, δεν φαίνεται να έχει ελπίδες: η δομή της κερκυραϊκής κοινωνίας, με την ευτυχή συνύπαρξη πολλών γενεών στην καθημερινή ζωή, δεν βοηθά στην διαμόρφωση νέων συνηθειών στους νέους. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.

Οι Έλληνες που πειθάρχησαν επί είκοσι ημέρες στις προδιαγραφές μιάς οργανωμένης πόλης εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, μόλις κατάλαβαν ότι οι προβολείς μετατοπίστηκαν, γύρισαν στις συνήθειές τους ατάραχοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είτε χαλαρώνεις τα μέτρα,ακολουθώντας το ρητό «λιγότερες απαγορεύσεις, λιγότερες παραβάσεις», είτε αστυνομεύεις το σύμπαν συστηματικά. Αν ζητήσεις λίγα από πολλούς, προσδοκάς την  αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς τους, εξαιτίας του οικονομικού οφέλους που θα έχουν αυτοί που θα έχουν σεμνά μαγαζιά και αλτρουιστικές συνήθειες, πράγμα που θα συμβεί σε βάθος χρόνου κι αφού περάσουν όλοι του λιναριού τα πάθη. Αν τους ζητήσεις τα πάντα,και τους τιμωρείς άν δεν τα ακολουθούν, θα δημιουργήσουν ένα παράλληλο σύμπαν εξαπάτησης και κλεφτοπόλεμου, ή θα διαθέσεις έναν στρατό εξοπλισμένο με σκούπες ,φαράσια και κατσαβίδια, γιά να αποκαθιστούν το ρέμπελο.

Κι αυτά δεν είναι ζήτημα πράσινης και βένετης αντίληψης. Είναι ένα καθαρό ζήτημα ρητορικής, με την οποία έχει εξασφαλιστεί ένα είδος ασταθούς ισορροπίας. Αν αυτό οδηγεί στην γενική αδράνεια, βολεύει εντούτοις πάρα πολλούς. Αν σε αυτά προστεθεί και η ασυνήθιστα υψηλή ποιότητα του πολιτικού κερκυραϊκού λόγου που επιτρέπει στον κάθε κάτοικο να επιχειρηματολογεί με πειστικό και συντεταγμένο λόγο, ακόμη κι άν ψεύδεται προφανώς, δεν είναι να απορούμε που τα λόγια υπερβαίνουν τις πράξεις. Εδώ, τα λόγια θεωρούνται πράξεις.

Μήτε ο απελθών δήμαρχος, μήτε οι δύο βουλευτές της συμπολίτευσης, μήτε το δραστήριο Τεχνικό Επιμελητήριο της Κέρκυρας που με έχουν εντυπωσιάσει οι παρεμβάσεις του,καθώς τις παρακολουθώ τα τρία τελευταία χρόνια, μπορει να κατηγορηθούν γιά συγκάλυψη ή γιά αρνητικές ενέργειες. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: έχουν υπερβολικά καλή γνώση των αντιδράσεων της τοπικής κοινωνίας, που δεν είναι δα και περίπλοκη. Οι ιστορικές μαρτυρίες γιά την ιδιοσύστατη  κοινωνική συμπεριφορά της νήσου, πουθενά δεν παρουσιάζουν κάποια παρέκκλιση. Στο κάτω της γραφής,οι ίδιοι άνθρωποι δημιούργησαν το περιβάλλον που σήμερα γίνεται απόπειρα να διατηρηθεί. Και τότε τους κατηγορούσαν γιά αμέλεια, αφροντισιά και νωχέλεια. Οι κάτοικοι αντιδρούν απλώς διαφορετικά σε διαφορετικού τύπου «φορεμένες» πρακτικές. Κι επειδή οι πάντες φοβούνται τις έντονες πρώτες αντιδράσεις τους,το εύκολο «όχι» και τα παρόμοια, προτιμούν, ενδεχομένως την αοριστία των προδιαγραφών, ώστε να μη διαπομπευτούν.

Με παραξένεψε βέβαια η εκτίμηση ότι η έκθεση της καθηγήτριας Colleta είναι αμφιλεγόμενη. Οταν στην βάση δεδομέων του ICOMOS υπάρχουν λιγότερες από δέκα αναφορές στην Κέρκυρα, και η κυρία Colleta έχει ασφαλώς συνεργήσει στην συμπερίληψη του ιστορικού κέντρου της Νάπολης, όπου διδάσκει, στον Κατάλογο της UNESCO, και ξέρει καλά το νησί μας (ήταν παρούσα και στο συνέδριο του 2002) θα περίμενα ασφαλώς αρκετούς δισταγμούς στο εισηγητικό της κείμενο. Δίκαιους δισταγμούς. Μήτε εγώ τους είχα ώσπου, παραμονές του Πάσχα του 2005, κάποιος άνοιξε το μαγαζί του στο Λιστόν γιά τη σεζόν και χτύπησε το σκονισμένο μάκτρο της εισόδου να καθαρίσει πάνω σε έναν πεσσό του Ζήσιμου, δίπλα και επάνω σε εμβρόντητους εκδρομείς.

Γιά την ώρα, δεν υπάρχει το βασικό χαρτί του φακέλου που καταγράφει ποιός πληρώνει το μάρμαρο. Δεν υπάρχει κάποιο χρονοδιάγραμμα. Το monitoring είναι προβληματικό. Δεν αρκεί να σημειωθεί ότι «θα ισχύσουν ειδικές ρυθμίσεις γιά τα αυτοκίνητα των μονίμων κατοίκων». Εδώ, δυό κολονάκια έβαλε ο Τρεπεκλής σε απέλπιδα προσπάθεια να κόψει τις αμαξάρες στην Κοφινέτα και είδα στο γυαλί δύο τύπους που τα ξήλωσαν «επειδή ο δρόμος είναι νομαρχιακός». Δεν μιλάς τόσο εύκολα γιά ποδήλατα σε συνοικία με σκαλινάδες. Επικοινωνιακά, όπως και στην χαμένη υπόθεση της EXPO στην Θεσσαλονίκη, έχει προτιμηθεί η πολιτικού τύπου επικοινωνιακή επεξεργασία του φακέλου.Δεν αρκεί η αυτοαναφορική επισήμανση ότι κόπηκαν από την short list οι άλλες βαλκανικές πόλεις.Στην ιστοσελίδα της UNESCO είδα ότι υπάρχει παρόμοιο αίτημα της Κέρκυρας από το 1999, που δεν ευοδώθηκε. Το 2005 μπήκε στον Κατάλογο το Αργυρόκαστρο, και δεν μάτωσε μύτη. Αφήστε που τα Τίρανα είναι ήδη θεματοφύλακας της πολυφωνικής μουσικής της UNESCO . Δεν βλέπω πουθενά την θερμή συμπαράσταση άλλων ομοειδών ιστορικών κέντρων, την συσσώρευση συνηγοριών από αρχιτέκτονες, πολεοδόμους, ιστορικούς, πανεπιστήμια, προσωπικότητες. Θα υπάρξει καμπάνια; Είναι γνωστοί οι εκλέκτορες; Έχει φτάσει στα χέρια τους ένα ανάλαφρο και μαζί καίριο υλικό από την «κερκυραϊκή εμπειρία», είτε πρόκειται γιά έντυπο και οπτικό υλικό, είτε γιά την καταγραφή μιάς φιλικής γενικής εικόνας; Υπάρχει ιστοσελίδα, blogs, πολυμέσα,εκατό χιλιάδες υπογραφές υποστήριξης του κερκυραϊκού  κοινού,η δυνατότητα ενός παρατηρητηρίου του ICOMOS στο νησί, το δεκάλεπτο φιλμάκι της προβολής,τιμητικές προσκλήσεις, τα σεμνά δώρα της κερκυραϊκής γής, η υποστήριξη των αλλοδαπών κατοίκων, η δημόσια συνηγορία της πρωτοβουλίας γιά ένα πράσινο νησί; Να σας πώ τι βλέπω, ή καλύτερα, τι φοβάμαι; Ένα εύσχημο  «όχι», που το φοβόμαστε, το ξορκίζουμε, το περιμένουμε. Αρκετά ζαχαρωμένο γιά να μη αποδοθούν ευθύνες. Σε μία εποχή όπου οι φάκελοι υποψηφιότητας γιά οτιδήποτε έχουν μέγεθος και κύρος ολυμπιακών διαστάσεων, οι άξιοι αρχιτέκτονες που ανέλαβαν το τεράστιο βάρος της τεκμηρίωσης και της υποστήριξης αφέθηκαν να καλύψουν τις ανημπόριες του συστήματος. Πραγματικά εύχομαι να κάνω λάθος.

 

Δημοσιεύτηκε στο κορφιάτικο Freepress, φύλλο Φεβρουαρίου 2007.

 

 

Advertisements