Εκεί όπου ανήκω,βρίσκεται το δίκιο(Τζόν Λέννον) 

 

Τον καιρό που μετερχόμουν τον πολιτιστικό παράγοντα,ήρθα σε κόντρες εύθυμες ή ζοφώδεις με διαφόρους του κλάδου που δεν συμφωνούσαν (λογικό) με τις επιλογές μου.Σε μιά περιπαικτική αποστροφή μου,προέβλεπα ότι ο ηγέτης ενός εναλλακτικού μουσικού συγκροτήματος θα γινόταν θαυμάσιος μάνατζερ στα πενήντα του.Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε, θύμωσε και με κατήγγειλε, όπως είχε υποχρέωση.Δεν πρόλαβε βέβαια να κλείσει τα τριανταπέντε και διαβάζω τις προάλλες ότι του μέλλεται να διευθύνει μιά δισκογραφική «ανεξάρτητη» εταιρεία, υπό την χρηματοδότηση μιάς «εναλλακτικής» πολυεθνικής.Πέρασε ήδη ένας μήνας κι ακόμη να διαβάσω κάποια οργισμένη διάψευση.Μιά και τό έκανα θέμα,ίσως υπάρξει διάψευση.΄Αλλο να δημοσιεύεται μιά ειδησούλα σε έγκριτο φύλλο κι άλλο να σε πιάνει στην γραφίδα του ο Αγιατολάχ του κάμπου.Φοβούμαι ότι οι νεότεροι δημιουργοί αναδεικνύονται μόνον εάν επιλέξουν τον κατάλληλο  ώριμο συνάδελφο  προς καταγγελία, ανασκολοπισμό και διασυρμό.Οι μεγαλύτεροι το ξέρουν και επιλέγουν προς άμυνα είτε την άνευ όρων αποδοχή της νεανικής δημιουργίας, είτε την απαξιωτική διάθεση πρός ό,τι κινείται και είναι κάτω των τριάντα ετών. Έτσι όμως «γεμίζει η χώρα φόβο κι έχτρα» κατά τον ποιητή.Οι τσακωμοί και οι συρράξεις είναι κοινοί τόποι σε κάθε εργασιακό χώρο.Η ποικιλία του βίου με άφησε να ζήσω στιγμές από περιβάλλον φοιτητών,πανεπιστημιακών, συγγραφέων, αρχιτεκτόνων, αρχαιολόγων, δημοσίων υπαλλήλων, πωλητών βίντεο,πολιτικών,ραδιοτηλεοπτικών συντελεστών και αγροτών.Παντού οι παρέες,ανάλογα με την σύνθεση και την ποσότητα του αλκοόλ ,εμπαίζουν απόντες,λοιδορούν αμαθείς, κατηγορούν εγωπαθείς και μέμφονται αδέξιους.Δεν έχω συναντήσει καμία παρέα που να εμπεριέχει κάποιον κακό και εμπαθή μέσα της.Όλες οι συντροφιές, όλες οι βεγγέρες, όλα τα πάρτι, όλα τα δείπνα, όλες οι παρέες στις πάμπ και στα αυτοκίνητα περιέχουν καλοκάγαθους ανθρωπάκους με οξύ κριτικό πνεύμα που αντιμετωπίζουν παράλογη εχθρότητα,φανατισμό,διακρίσεις και εμπόδια στη σταδιοδρομία τους. Από ποιούς; από όσους κατά σατανική σύμπτωση βρίσκονται εκείνην ακριβώς την στιγμή εκτός πάμπ, εκτός σπιτιού, εκτός αυτοκινήτου και εκτός εαυτού.Άλλοι,ειδικώτεροι,μπορεί να έχουν τη σωστή ερμηνεία γιά το φαινόμενο.Άς προσθέσω μιά φράση:κοινωνία υψηλής ιδιοποίησης. Ο μεσαίωνας ήταν σημαντικός επειδή οι περισσότεροι κοινωνικοί μηχανισμοί που ανέπτυξε είχαν εξαιρετικά χαμηλή ιδιοποίηση.Προσέφεραν (ίσως από πίεση, ίσως από μεταφυσικό τρόμο, ίσως από ωμή βία,ίσως από κέφι) πολύ περισσότερα στους τρίτους από όσα έπαιρναν.Το αποτέλεσμα ήταν γιά την εποχή και τις συνθήκες, άκρως αγαθό, αν δεν παγιδευτούμε σε επικαιρισμούς και πρωθύστερα.Οι άνθρωποι που διάβασαν και διέσωσαν την αρχαία γραμματεία, που έχτισαν τις καθεδρικές,τους σταυροειδείς εγγεγραμμένους ναούς αλλά και τις περισσότερες μηχανές εδάφους ανα τετραγωνικό χιλιόμετρο στην ιστορία, οι άνθρωποι που συνέτασσαν έμμετρες γεωμετρίες γιά να τις θυμούνται,οι πολεμιστές των αιρέσεων και οι μεγαλύτεροι βωμολόχοι της ιστορίας,μπορούσαν να διατηρούν στον χώρο τους την αυλή των θαυμάτων της Εσμεράλδα και έναν ανήλικο πατριάρχη,μαζί με ολοκληρωμένα προγράμματα εισαγωγής νέας τεχνολογίας και εκπαιδευτικών συστημάτων που μπροστά τους η ευρωπαΙκή ενοποίηση μοιάζει τόσο χλομή.Τί να ενώσουμε,τη γκρίνια μας;όλοι εκτός από μας και το εκάστοτε περιβάλλον μας,είναι χαμερπείς και ουτιδανοί.Γιατί να ενωθούμε;γιατί να μονοιάσουμε;γιατί να ζήσουμε; 

 

 

 

Αλεξανδρινοί βασιλείς 

Από τη δεκαετία του 60 έχουν απομείνει μόνον οι άνθρωποι.Διαβάζω αγγελίες γιά ένα αυτοκίνητο αντίκα του 1962 ή βλέπω σε έναν αποθέτη των Κουφαλίων χρόνια τώρα ένα σκελετό από σαλονάκι τίκ του 67.Αύριο,επωχούμενος,θα μπω γιά πρώτη φορά στο Ολυμπιακό Στάδιο των Αθηνών γιά να παρακολουθήσω μιά συναυλία.Θα δώ αυτό που ήδη βλέπω καθημερινά επί τριανταπέντε χρόνια στο ατομικό μου εκράν: μαζί με το στερεότυπο του Παρθενώνα,την Κουμπελίδικη της Καστοριάς,ένα παράνομο κτίσμα στις Μαριές της Θάσου.Θα ακούσω αυτό που ήδη ακούω στο εσωτερικό μου στέρεο:μαζί με ένα ρεφρέν του Κάτ Στήβενς,την Τσιγγάνα του Βαμβακάρη,ένα ριζίτικο από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.Στις μυριάδες θρυμματισμένες ψηφίδες ήχου και εικόνας που μου άφησε ένας μεταπολεμικός βίος,υπάρχει χώρος γιά τους Κυλιόμενους Λίθους.Καλύτερος από τον Μπάουι,χειρότερος από τον Τάιλερ,ο Μιχαλάκης Τζάγκερ,τζαχείλας και περίφροντις,διπλοεντέληνος και παχυμουλαράτος,Τζέρι Χόλ και μανοηλάτα,Μάριαν Φέιθφουλ και Μπιάνκα.Γεννημένος νεκρός,βραχώδης και πανάσχημος,καλύτερος με τα χρόνια,η κιθάρα στα χέρια του τραυλό παιχνίδι,ναρκωτικά με το βυτίο,ο Κίθ Ρίτσαρντς,σκοτεινός μύστης και τσόγλανος.Φατσούλα και μούγκλαβος,ο Τσάρλι Γουότς,ντιλετάντης και γαλάντης,επιθεωρεί τους παλιούς του φίλους οχυρωμένος στα κέλτικά του τύμπανα.Ο τέταρτος και νεότατος,με τρομαγμένο βλέμμα,μπλοφαδόρος και απλοϊκός,Ρόν Γούντ,θαρρείς εξάδελφος του Ρόντ Στιούαρτ.Και στο βάθος της σκηνής θα παίζουν τα φαντάσματα:ο Στού,που πέθανε φίλος και άφιλος,ο ανασφαλής και ευφυής Μπράιαν Τζόουνς,ο Μίκ Τέιλορ που πάχυνε και βάρυνε στη μουσική του εξορία,ο Μπίλ Γουάιμαν,ξυλάγγουρος και απαθής,στήλη άλατος κρεμασμένος στο μπάσο του,ο γεννηθείς το 1936,αλλά κι ο τεξανός σαξοφωνίστας του 72,η φωτογράφος Άνι Λάιμποβιτς με τον Τρούμαν Καπότε,τα συγκλονιστικά τραγούδια από τον αναβιωτικό δίσκο Black and Blue, ελληνιστί «Κεραμεούν και φαύλον».Τίποτε δεν θα δώ, τίποτε δεν θ΄ακούσω, γι΄αυτό και θα είμαι εκεί.Θα επαναλαμβάνω στίχους από τους Αλεξανδρινούς βασιλείς του Καβάφη και θα προσέχω με ακρίβεια συνάρτησης όλους τους συμβιβασμούς που έκαναν προκειμένου να τους δεχτεί η αμερικάνικη αγορά.Δεν θα τραγουδήσουν τα αγαπημένα μου κι ευτυχώς,αλλοιώς θα με πιάσουν τα κλάμματα όπως κάθε μέρα στο αυτοκίνητο.Ξέρω πως δύσκολα θα με πιστέψετε,αλλά όλα γίνονται γιά την επιστροφή.Πέμπτη ξημερώματα,με Πέμπτη έως τη Μαλακάσα,σπηλιάδες από χαμηλές νεφώσεις πάνω από τη Βοιωτία,οι νταλίκες του βαλκανικού ονείρου,βενζινάδικα του Ορχομενού,κόντρα ο ήλιος στη Στυλίδα,οφιούχο μεταλλείο και αρχαίο τείχος στον Αλμυρό,Κιλελέρ και τα φανάρια της Λάρισας,η Αιγάνη κρυμμένη στις πλάτες των ελεφάντων πριν από τη μάχη της Πύδνας,αποπυρηνικοποιημένοι δήμοι και κοινότητες,φώς της Πιερίας,ματόχαντρο της Σαλονίκης.Το αυτοκίνητο κάποια στιγμή θα πλατύνει τις πόρτες του, θα βγάλει φτερά και θα πετάξουμε,χωρίς να μιλήσουμε ποτέ άλλοτε γιά τους Στόουνς και το ανόητο ράλι αντίκα όπου μας οδηγούν οι κρυμμένες εφηβείες.   

 

 

 

 

ΓΙΟΥΡΟΒΙΖΙΟΝ 

Είδα στην τηλεόραση το φεστιβάλ τραγουδιού της Γιουροβίζιον και πρώτη φορά δεν έβρισα,δεν διαμαρτυρήθηκα, μήτε πέταξα πίτσα στην οθόνη.Διότι είχα συνεχώς την αίσθηση πώς δεν παρακολουθώ καλλιτεχνίζουσα (τρομάρα της !) εκδήλωση, αλλά ένα ζωντανό και ενδιαφέρον παρασκήνιο ενός ακόμη βήματος προς αυτό που αποκαλούμε αδοκίμως ευρωπαική ενοποίηση.Είδα τα μπλόκ των κρατών να επιβεβαιώνονται σε επίπεδο κοινωνιογράμματος: οι σλαβόφωνες χώρες ομού,Ελλάς -Κύπρος( το μόνο  μπλόκ που έφερε αποδοκιμασίες ακόμη και από τους  χαζοχαρούμενους), Σκανδιναβικά κράτη (ετεροβαρώς, ομολογώ), Γερμανικές ρεβεράντζες,Γαλλοελβετική ουτιδανότης.Είδα τα μελλοντικά πεδία οικονομικού και γιατί όχι,θερμού μελλοντικού πολέμου μέσα στην Ευρώπη,που τελεσιδίκως έχουν μετατεθεί από τον Ρήνο στον Βιστούλα ποταμό, όπως και στην παλιά χρυσή εποχή των Τευτόνων ιπποτών.Καθολικοί σλάβοι λειτουργούν ως χωροεπιστάτες των γερμανοφώνων αφεντικών τους,οι λατινογενείς λαοί ζούνε στον κόσμο τους,οι λαοί με κυρίαρχη θρησκεία την ορθοδοξία λίγο απέχουν από το να θεωρηθούν γραφικοί φονταμενταλιστές.Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο,οι αγγλοσάξονες,οι κατωχωρίτες , οι ισραηλινοί και οι Τούρκοι γίνονται αυτονόητοι ή παράδοξοι ρυθμιστές πλείστων ζητημάτων.Είδα την  υποτιθέμενη πεντάλεπτη άμεση επαφή του Ευρωπαίου πολίτη με τα κέντρα αποφάσεων να φαλκιδεύεται χωρίς πολλά προσχήματα,πράγμα που θέτει αυτομάτως το μείζον θέμα πώς γνωρίζουν τα αφεντικά της Ευρώπης το ενδιάθετο των λαών της.Η απάντηση είναι διττή και διττώς απογοητευτική: είτε γνωρίζουν και δεν τους ενδιαφέρει, είτε δεν γνωρίζουν και διαπλάθουν μιά κοινή γνώμη  σύμφωνη με τις δικές τους προδιαγραφές.Αλλά σίγουρα δεν βάφονται έτσι τα αυγά.Η ιστορία έχει πληθώρα παραδειγμάτων ένωσης ή κοινοπολιτείας κρατών γιά καποιους ομολογημένους ή όχι στόχους.Κανένα μάθημα ιστορίας δεν έχει πέραση στο νεόπλασμα της νέας  Ευρώπης. Χωρίς ρήξεις (και δεν εννοώ το πρόσωπο που θα υλοποιήσει την ΟΝΕ) από την αρχή,ρήξεις που επιβάλλεται να γίνουν τώρα,δεν διαφαίνεται απλώς κίνδυνος να  μείνουν όλα αυτά λόγια του αέρα και ρητορείες, αλλά διαφαίνεται η απειλή πολέμου ή πολέμων.Ατεχνώς και λογοτεχνικά,γιά να αφήσουμε στους πολιτειολόγους τα δύσκολα: οι ανατολικοί λαοί,χωρίς κοινοβουλευτική εμπειρία, διδαγμένοι να υπάρχουν με πρότυπα εσωτερικού μετώπου,λειτουργούν ώς μαθητές των πίσω θρανίων σε μιά τάξη.Τα λεγόμενα υπεραναπτυγμένα κράτη είναι τόσο απορροφημένα στην διαμόρφωση ανοιχτών αγορών, ώστε έχουν εκχωρήσει καθήκοντα και δικαιώματα κοινωνικής αγορανομίας σε ομάδες της εξουσίας που δεν  έχουν εκπαιδευτεί  γι΄αυτόν τον σκοπό.Οι άρχοντες του παιχνιδιού είναι τόσο απορροφημένοι με την εξάχνωση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και της ιδιοπροσωπείας, ώστε έχουν αφήσει σε πραιτωριανούς την διαχείριση τών στόχων και των πόλων του επομένου βήματος,που από πολλές απόψεις είναι και το πιό σημαντικό:να πείσεις τον Τοσκανέζο, τον Σκώτο και τον  Ηπειρώτη ότι δεν θα υπηρετούν δύο κυρίους, το ΦΠΑ και το ρουσφέτι, εκεί πού δεν είχαν κανέναν!Η μετωνυμία δεν είναι πάντοτε ο καλύτερος τρόπος να ξορκίζεις το κακό,ιδίως όταν το υπηρετείς.Κατηγορούν την μεσογειακή γραφειοκρατία και αναποτελεσματικότητα,όταν η  δυσκινησία όλων των κοινοτικών οργάνων δεν επιτρέπει στοιχειώδες νοικοκύρεμά τους.Κανένα εθνικό κράτος δεν θα μπορούσε να αντέξει τις υπηρεσιακές ανεπάρκειες  των κοινοτικών. Το ευρωπαικό πνεύμα γιά την ώρα περιορίζεται σε χαριτολογήματα υπαλλήλων της Ένωσης που δείχνουν την στενομυαλιά των επαρχιωτών της ευρωπαικής περιφέρειας,παρομοιώς όπως η ενάσκηση μιάς τολμηρής εξωτερικής  πολιτικής είναι αδύνατη σε μία χώρα ,επειδή το διπλωματικό σώμα κρατάει πεισματικά την μακαρία αναποτελεσματικότητά του.Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος έγινε μεταξυ άλλων επειδή ήταν αδύνατον να μή βυθιστεί η Γερμανία σε σιδηροδρομικό χάος, έτσι και το σχέδιο επιστράτευσης έπαιρνε αναβολή.Η ανάπτυξη πολλών και ταυτοχρόνων αναπτυξιακών ή διαχειριστικών σχεδίων, οδηγεί τις κυβερνήσεις στην εξυπηρέτησή τους και μόνον, χωρίς να υπάρχει πολιτική φιλοσοφία,δηλαδή διορθωτικές κινήσεις, έτοιμες από καιρό και θαρραλέες, γιά την σωστή λειτουργία τους.Κατά τα άλλα στο φεστιβάλ υπήρχε οργάνωση και πάρκινγκ. 

Το αρχαίο υπάρχει, το χτεσινό όχι. 

Θυμάμαι  στην εφηβεία τον ιερό τρόμο που ένοιωθα όταν οι γονείς μου νοσταλγούσαν  τραγούδια , έργα και πρόσωπα του μεσοπολέμου. Αττίκ, Κάκια Μένδρη, Βεάκης, Μαξ Λίντερ, Ζαμόρα, Βικελίδηδες,τα τραγούδια του Παθανάρες,Σκίπης, Παπαναστασίου, Ιασονίδης σχημάτιζαν γύρω μου ένα σμάρι νεκρών ,πιο νεκρών κι από τον  Αίγισθο. Μνημόνευαν περί το 1960 γεγονότα του 1930 και ζαλιζόμουνα από το απύθμενο παρελθόν που μ΄έσπρωχνε η μνήμη τους.Σήμερα ρωτάω κανέναν νεότερο πότε γεννήθηκε κι όταν μου  απαντά «το 1978», μαζεύομαι στα λόγια, γίνομαι προσεκτικός διότι τρέμω που του δημιουργώ την ίδια  ακαλαίσθητα παρωχημένη διάθεση που μου προκαλούσαν τότε οι μεγαλύτεροι. Οδηγώ ένα αυτοκίνητο του 1981 και είναι στα όρια της αντίκας. Ανακαλύπτω στο αρχείο μου μια φωτοτυπία του 1973 και δεν διαβάζεται πιά.Μιλάω για Γκοντάρ, Μπίτλς, Πολυτεχνείο και έχω την αίσθηση ότι  μεταφράζω άγνωστο αρχαίο κείμενο σε άγνωστη αρχαία γλώσσα. Από το εικονοστάσι των ηρώων μου ,κανένα παλλάδιο δεν έχει περάσει  στη νεότερη γενιά. Ακόμη και τα βίντεο  της περασμένης δεκαετίας δείχνουν τόσο παρωχημένα!Κι όμως, αισθάνομαι τόσο ζωντανός, τόσο  του μέλλοντος! Ακόμη χειρότερα, βλέπω να λιβανίζουν πλέον την αξέχαστη γενιά του 80, να φοράνε καμπάνες και να λατρεύουν  μουσικές που περιφρονούσα για την αδόκιμη κυριαρχία τους στον ωριμότερο κόσμο που υποτίθεται είχα μεγαλώσει.Αποτέλεσμα: ο  Ηρόδοτος, ο Ροϊδης, ο  Κατακουζηνός και ο Γκόγκολ  ζούνε μέσα μου άφθαρτοι, άμωμοι και αγέννητοι. Απεναντίας  οι πρωτοπόροι φίλοι μου, οι  έρωτες και οι ελπίδες μου, φθείρονται  σε καμμένα αρνητικά, πετσικαρισμένα βινύλια και σελίδες παγκοσμίως άγνωστες.Δεν γίνεται, μονολογώ: πρέπει να υπάρχει μια στιγμή στο μέλλον, όπου η φθορά μετατρέπεται σε ιστορία, η κακομοιριά σε μεγαλείο και  τα λογοτεχνικά χειρόγραφα σε ιστορικά τεκμήρια. Στο μεταξύ, η φλόγα που νοιώθω μπορεί να σβήσει  χωρίς κανένας να συγκινηθεί, οι γνώσεις που απόκτησα μπορεί ποτέ να μη μεταδοθούν, και το βλακόμουτρο που σιχαινόμουνα να γίνει  σεβάσμιος  κήνσορας.Γράφω αυτές τις αράδες ακούγοντας από την τηλεόραση μουσική του Χατζιδάκι, σε εκπομπή αφιερωμένη  στη μνημη του. Όλη μέρα άκουγα ανούσιες μπαρούφες για τον μεγάλο δημιουργό που μας άφησε ορφανούς. Ούτε λέξη γι΄αυτούς που τον  κάρφωσαν  στον σταυρό σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων, ούτε λέξη για τις  μουσικές συνδικαλάρες που δεν επιθυμούσαν να τους διευθύνει κάποιος που δεν τέλειωσε ένα ωδείο,ούτε λέξη γιατί τον ξήλωσαν από το Τρίτο πρόγραμμα,ούτε λέξη για την κριτική που τον κατηγορούσε ότι γράφει στο πόδι, ούτε λέξη γι΄αυτούς που τον κατηγορούσαν  ως υποκλοπέα μελωδιών.Όσοι τον κατηγόρησαν, είτε πέθαναν ένδοξοι, είτε κυριαρχούν και σήμερα  στις προθήκες.Φαίνεται ότι από την εποχή που γράφτηκε το πόνημα «περι της του Ηροδότου κακοηθείας»,δεν κατακρίνονται οι Ομηρομάστιγες.Όλα βολεύονται γλυκά,ο δίκαιος και ο άδικος λόγος εναλλασσονται  με σφυγμική επαναληπτικότητα.Το αρχαίο υπάρχει, το χτεσινό όχι. Γι΄αυτό και θα τηλεφωνήσω σήμερα κι όλας στη μάνα μου, να μου προφτάσει εικόνες  απ΄το Παπάφι του 30,εικόνες Κατοχής και άνοιξης,να μου μιλήσει  για τη γιαγιά της και  τα διδασκαλικά της βιώματα.Κι εσείς, υποκριτές αναγνώστες, όμοιοί μου, αδελφοί μου, κλείστε σήμερα το ρημάδι το κουτί κι αφεθείτε  στις μνήμες των γερόντων, για να΄ναι  γαλήνια η ψυχή του Μάνου Χατζιδάκι στο σκοτεινό  κελλί της λήθης. 

Η ψυχή μου στον τόπο της 

Το στατιστικό δείγμα έδωσε νούμερα παράδοξα.Οι νέοι στην Ελλάδα αγαπούν το ρεμπέτικο και το ρόκ, σέβονται τη αρχαία και μεσαιωνική τέχνη.Άς βρούν οι ειδικοί  τα ακριβή αντίστοιχα.Ας φωνάξω κι εγώ με τη σειρά μου ότι ήρθε η ψυχή στον τόπο της.Έχουμε καλά παιδιά.Μας  σιχαίνονται για αυτά που τους προκαλέσαμε, χαίρονται αυτά που τους χάρισαν οι άξιοι της γενιάς μας και οι βαρελάδικοι συνωστισμοί, η αγλωσσία, η σαχλαμάρα και η νεοσκυλάδικη όρχηση πέφτει κατευθείαν στα μούτρα μας.Μήπως υπάρχει κανένας εικοσάρης ιδιοκτήτης των δήθεν τάχαμ μαγαζιών, όπου τραφελαφικοί ελληναράδες και μεταμοσχευμένοι κορδακιστές δημιουργούν ατμόσφαιρα μωρών στην πίστα; Μπράβο  παιδιά! Που ακούτε μεγάλους συνθέτες, αγοράζετε καλούς ποιητές, προτιμάτε τις ροκιές από τις ψευτιές.Ζείτε σε μια κοινωνία ενηλίκων που σας έχει τιγκάρει στο χάπι, στο χόρτο και στη βελόνα,σας ρημάζει στην προβολή πάσης κατανάλωσης κι επί πλέον σας ρίχνει στούκας με τόνους λάσπη και απαξίωση.Επειδή δεν είστε  κομματόσκυλα και παπαράτσι της ζωής σας, επειδή είστε τσακαλάκια στο πληκτρολόγιο που εμείς αντιμετωπίζουμε ωσάν εξωγήινη τεχνολογία,επειδή είστε νέοι, κεφάτοι, δροσεροί και ανίκητοι, επειδή δεν ξέρετε τα τερτίπια της ρητορικής και τις γνωστικές ανοησίες της σιωπηλής πλειοψηφίας,ήταν εύκολο να λέμε «νέος» και να εννοούμε το 2% των παθιασμένων με τους ήρωες της πίστας και τα ευτελή περιοδικά.Τα ανέκδοτά σας είναι ακαριαία, καίρια και εύστοχα.Οι εσωτερικοί σας διαχωρισμοί σε ποζέδες, ρεϊβάδες, κάγκουρες και λοιπούς εσωφυλετικούς, κοινωνιολογικώς ορθότατοι.Πάσχετε, και είναι φυσικό, από ολίγην αναπτυξίτιδα και καρριερίτιδα, αλλά κατά μάνα κατά κύρη.Σας βάζουμε καλούπια παντού: μπορείτε να εκφέρετε πολιτικό λόγο μέσω της βουλής των εφήβων, μπορείτε να εξάπτεσθε  με μεσόκοπους εξεγερμένους,μπορείτε να ντύνεστε μέσω της αγοραστικής ονοματοκρατίας.Αλλά δεν τρέχει τίποτε, και μπράβο σας.Με τόσο αγχωτική ανατροφή,εξεταστικές τυραννίες,υπεραπασχόληση στο τρίγωνο των Βερμούδων, ήτοι σχολείο-φροντιστήριο-πολιτιστικά μακιγιάζ,είναι πράγματι θαυμάσιο που ανιχνεύετε στις βιβλιοθήκες και στις δισκοθήκες των γονιών σας κάποιο αγαθό εύρημα.Καμιά από τις μεταπολεμικές επετείους  που δημιουργήσαμε για εσάς δεν είναι πράγματι σπουδαία.Ριζοσπαστικό πανεπιστήμιο,κοινωνίες των δύο τρίτων, η Κύπρος και το Πολυτεχνείο ως μηχανισμός παραγωγής καημού της ρωμιοσύνης…πραγματικά,έχετε μπροστά σας έναν κόσμο ανεπαρκή.Από την άλλη,το διαδίκτυο απλώνει τον ιστό του,η εσωτερική σας οργάνωση είναι πολύ καλύτερη από τις παλαιές δικές μας και κάτι άλλο: είστε σαφέστατα ικανώτεροί μας.Δεν ξέρω αν οφείλεται στα μπιφτέκια που κατάπιατε, αλλά μαθαίνετε ευκολώτερα κιθάρα,παίζετε και τραγουδάτε καλύτερα,ανιχνεύετε την απάτη στη λογοτεχνία ταχύτερα.Εμείς εκμεταλλευόμαστε που δεν έχει πήξει το τσιμέντο σας ακόμη και σας κατηγορούμε ότι δεν εκφράζεστε μέσα από τις δικές μας αξίες.Αλλά οι γονείς μας τράβηξαν τα μύρια όσα εξαιτίας των ρήξεων που επιδιώκαμε και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ειρηνεύσαμε μαζί τους.Λοιπόν ,όλα είναι κούλ.Χαίρομαι που το ρόκ και το ρεμπέτικο βρίσκονται μέσα στις επιλογές σας.Κι όχι επειδή ήταν αμφότερα στις δικές μας επιλογές. Δεν ήταν.Η δική μας γενιά ήταν μονίμως παγιδευμένη σε μια ελαφρολαϊκή σκάλα.Σήμερα τα σήριαλ, τότε η Βουγιουκλάκη.Τι χαρά! Η βασανισμένη φωνή του Μάρκου Βαμβακάρη θα υπάρχει και μετά την αχαριστία των καιρών μας.Θα βγαίνει ραντεβού ο Παπαιωάννου ,αγκαζέ με τις τρελές φαντασμένες και αρχόντισσες κυράδες του.Θα χάνει ο Τζίμι Πέιτζ τέσσερα κιλά ιδρώτα σε κάθε συναυλία και τα αρπίσματα από τις δωδεκάχορδες θα συγκινούν ακόμη τις μοναχικές καρδιές.Κι εσείς θα ψάχνετε χαμένες ποιότητες και δικαιολογίες στήριξης των γονιών σας που αντικρύζουν τον θάνατο ωσάν συμβάν του 2300 μΧ. 

Καρουσέλ

Ωραία εικόνα δώσαμε στο πανελλήνιο, οι μεγάλες πόλεις.Ωραία περάσαμε εμείς που δεν γλεντήσαμε, που δεν παίξαμε,που καρφωθήκαμε στην τηλοψία.Θα μου ειπήτε, κακό της κεφαλής σου.Αλλά δεν είχα άλλη περίπτωση τελευταία, να κριτικάρω κακεντρεχώς, ως γέροντας του Μάπετ σόου.Από τα δικά μας.Ενώ πέρισυ θέρισε το αγιάζι και φέτος έβρεξε καρεκλοπόδαρα,από κανενός το μυαλό δεν πέρασε το μακρυνό ενδεχόμενο να υπάρχει μιά εξέδρα στοιχειώδης στο Παλαί,γιά να μεταφερθεί η  όποια εκδήλωση  σε κλειστό χώρο.Κι ενώ, επικοινωνιακά, η εκδήλωση «σκίζει». Όλοι οι σπίκερ την αναφέρουν ως «θρυλική γιορτή των αστεριών» ενώ δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα μήτε γιορτή, μήτε υπήρξαν αστέρια.Επομένως δεν υπάρχει κακή πίστη και γκρίνια. Υπάρχει καραμπινάτη αμηχανία ή αδεξιότητα που είναι καιρός, του χρόνου,να σταματήσει,να μη τριτώσει το κακό.Του δημάρχου-κομματάρχη στην Αθήνα, την «πρωτεύουσα του πλανήτη», δεν χρειάζεται να χαλάσω εγώ την καρδιά.Το έκανε ήδη ο Γιάννης Ζουγανέλης, υποδεχόμενος τον άρχοντα με ένα γαλάζιο τραγούδι.Οι από κάτω δεν κατάλαβαν, διότι προφανώς δεν ελληνοφωνούσαν.Αλλοιώς δεν θα έβγαζαν ιαχές με το τραγούδι «κραυγή» της Βίσση, που φρόντισε να διεκτραγωδήσει πρωτοχρονιάτικα μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και έτερα γεμάτα αλλεγκρία.Επειδή έκαναν το Σύνταγμα μέρος της κουλτούρας της νύχτας,κανένας ψόγος προς αυτούς που αρνήθηκαν, ευγενικά ή όχι,την συμμετοχή τους. Είπαμε πολυσυλλεκτικά, αλλά το κάναμε θερινό το μαγαζί.Μεταξύ ύπνου και ξύπνου είδα διάφορα,που δεν χρειάζεται να σχολιάσω.Στο απεγνωσμένο ζάπινγκ που διακόπηκε ξαφνικά από τα γυμνά του crazy horse της πάντοτε σταθερής και παραδοσιακής στις πρωτοχρονιάτικες αξίες κρατικής τηλεόρασης, έμεινα ευμενώς στα πρώτα ροκάδικα του Ρόκκου (ο άνθρωπος, όπως και ο Ρουβάς, είναι καμωμένοι γιά ροκιές και μπαλάντες, αλλά άς όψονται τα πιπίνια),μου άρεσε και ο Ζερβουδάκης στην ΕΡΤ3 (τα υπόλοιπα καπνός και αμηχανία) αλλά έκλαψα πικρά συμπάσχοντας με την Γαρμπή στην εναγώνια προσπάθειά της να κινείται, εννοώ να κουνάει στοιχειωδώς χέρια και πόδια, ενώ ακούγεται το πλέιμπάκ και λάμπουν τα νταούλια.Η φωνάρα του Τερζή, όπως και των υπολοίπων, αδικοχαμένη σε καψουροτράγουδα, ο Πανταζής με την Άντζελα ,καλά ,δεν είμαστε με τα καλά μας,μέχρι τεχνητό βιμπράτο άκουσα,ενώ δεν άκουσα πουθενά την μόνη πράγματι γνήσια ρεμπέτισσα φωνή μιάς κοπελας  που κάνει βιντεοκλίπ σαν γυμνάστρια, πως την λένε,και χαραμίζεται.Αυτά τα γράφω με αγάπη και θερμά αισθήματα, κι άς μη το πιστεύετε.Του χρόνου ίσως είμαι στο Τιμπουκτού, ίσως στον άλλο κόσμο, και δε με νοιάζει προσωπικά, αλλά σκεφτείτε αυτούς που μένουν αναγκαστικά καρφωμένοι στο σπίτι τους, καταδικασμένοι να τρώνε στη μάπα τα σερβιρισμένα.Λίτσα Γιαγκούση λέγεται η Ρεμπέτισσα, το θυμήθηκα.Είναι και διάφοροι άλλοι που έχουν παρακμάσει και δεν εμφανίζονται ή δεν τους ζητάνε επειδή δεν είναι στη μόδα, κι από αυτούς περιμένω να επιπέσουν στο καθήκον: το παρόν είναι αχάριστο, εμείς που τον τρελάναμε τον ήλιο, σίγουρα ναι, και ρωτήσαμε πότε θα κάνει ξαστεριά, δεν μας αξίζει να λουζόμαστε στο Γουαδαλκιβίρ.Στο Καρουσέλ της μουσικής της πρωτοχρονιάς δεν υπήρχε η Δέσποινα Βανδή, ίσως γιατί με τα φωτάκια που φοράει στέκεται στην κορυφή της ρόδας και κατοπτεύει αυτούς που ιδρώνουν στα μικρόφωνα. Υποφέ-ρωυποφέ-ρωυποφέ- ρωπολύ! 

Η μεγάλη πορεία

 

Στην οθόνη του Discovery Channel οι ντοκιμαντερίστες ξετύλιγαν την Μεγάλη Πορεία του Μάο.Πώς από την νοτιοανατολική Κίνα των μουσώνων, διαγράφοντας ένα μεγάλο λατινικό λάμδα έφτασαν, το ένα εικοστό της αρχικής δύναμης, κοντά στο Σινικό τείχος.Αλλά αυτά τα μάθαινα, τα ήξερα (υπό διαφορετικές συνθήκες) στα νιάτα μου περισσότερο κι από την πορεία του Νικοτσάρα , την οποία πληροφορήθηκα και μελέτησα σαφώς μεγαλύτερος.Μου έμεινε το ότι η γυναίκα του Μάο,κοντά στις όχθες του Γιανγκτσέ, γέννησε έναν γιό.Τον άφησαν σε μία οικογένεια χωρικών και όταν ήρθαν σταπ ράγματα, τον αναζήτησαν ,ματαίως.Τι παιχνίδιαπ αίζει η ιστορία.Εάν η χήρα του Μαο δημιούργησε τέτοια αναστάτωση στην αχανή της χώρα προ εικοσιπενταετίας (ακόμη και στην Ελλάδα, μιά σέχτα κινεζόφιλων τους αποκαλούσαμε «χήρες», από ιδεολογική συγγένεια) φανταστείτε τι θα γινόταν με έναν γιό του Μάο, 27 ετών στα χρόνια της Μορφωτικής επανάστασης (κρατάω την ορολογία της εποχής) και στα 64 του χρόνια σήμερα.Θα μου πείτε, μπορεί ναι ,μπορεί και όχι.Όσο διάσημη έγινε η κόρη του Τσόρτσιλ, ο γιός του Βενιζέλου, ο γιός του Ντελάνο Ρούσβελτ, να μη πούμε τίποτε γιά την κόρη του Στάλιν.Αλλά η χώρα του Λιν Πιάο και του Τσου Εν Λάι (είδατε τι μνήμη ελέφαντα διαθέτω;) έχει μία κλίση προς τις παραδοσιακές και εκλεκτικές συγγένειες.Ανάγοντας την ηλικία του γιού του Μάο και φτάνοντας στο νούμερο 64, δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να θυμηθώ το τραγούδι του Μακάρντεϊ «όταν θάμαι εξηντατεσσάρων» Και η μέν προφητεία του Πόλ θα πληρωθεί το 2006 νομίζω, εποχή κατά τη οποία όλοι της σχετικής γενιά θα τραγουδούμε μανιωδώς το τραγουδάκι, όπως οι πατεράδες μας “τα καημένα τα νιάτα”.Τίποτε άλλο;Λοιπόν, ο γιός του Μάο ήταν συνομήλικος του Έλβις.Ο Γιάνγκτσε και η Γκρέισλαντ έχουν χαώδεις διαφορές, αλλά όχι όσες το Πεκίνο από τον Μέμφις,Τενεσί.Το γουστόζικο είναι ότι οι Αμερικάνοι δεν έχουν ιδέα γιά τον γιό του Μάο( παρ όλο που την ιστορία εφερε στην  επιφάνεια αμερικανός δημοσιογράφος, ο περίφημος Στόουν) ενώ πλήθος κινεζάκια,ινδονήσιοι,γιαπωνέζοι και λοιποί κάτοικοι της Ασίας ξημεροβραδιάζονται με το Love me tender. υπο αυστηρούς σεναριακούς όρους (εννοώ απόλυτα φαντασιώδεις και αναρχικούς) θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι ο γιός του Μάο είναι ο ίδιος ο Έλβις ,που υιοθετήθηκε εντέλει από μία ευσεβή οικογένεια του αμερικάνικου νότου την εποχή που οτιδήποτε κινέζικο (σε αντιπαράθεση με οτιδήποτε γιαπωνέζικο) θεωρούνταν άξιο λόγου.Λοιπόν, Δεκέμβρη του 1941, μιά εβδομάδα μετά το Πέρλ χάρμπορ, ο μικρός γιός του Μάο φτάνει στην γή της επαγγελίας.Γίνεται Έλβις.Μαθαίνει γιά τον πραγματικό του πατέρα από την Πρίσιλα, πάνω σε καβγά,το εξομολογείται στον Μακάρντνει στην μοναδική τους συνάντηση ,το 1965 και παθαίνει κατάθλιψη όταν ο Μεγάλος Τιμονιέρης φεύγει από τη ζωή, οπότε και πεθαίνει λίγο αργότερα.Τώρα που το διαβάζω,το βρίσκω ελάχιστα πειστικό, επειδή είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα. 

 

 

Μήπως τα μπλέξαμε; 

Οι πρώτοι «ανακαρισταί και παιγνιώται» που εμφανίστηκαν στα περίχωρα της Καμπούλ,φρεσκοξυρισμένοι (καλύτερα να σου πάρουν τα γένια,παρά το σκάλπ) τραγούδησαν σε διάλεκτο Φαρσί,τον «Αντώνη» από το Μαουτχάουζεν του Θεοδωράκη.Ένα-ένα.Το τραγούδησαν οι φίλοι των Μοτζαχεντίν,που είναι εχθροί των Ταλιμπάν,οι οποίοι δέχτηκαν απρόκλητη επίθεση από τους Αμερικανούς και αυτό το κατήγγειλε ο ίδιοςο  Θεοδωράκης.Κοντολογής: οι βόμβες των Αμερικανών, έφεραν την μουσική του Θεοδωράκη στα χείλη(έως χθές άλαλα) των Αφγανών.Ο Θεοδωράκης εδώ, η μουσική του όμως στην αντίπερα όχθη.Έτερον:  οι Αφγανοί «απελευθερώθηκαν» χαρη στους Μοτζαχεντίν που εντούτοις είναι θανάσιμοι (επίσης) εχθροί των Εβραίων και επισης αντιαμερικανοί (μόλις σταματήσουν οι μήνες του μέλιτος).Αλλά το Μαουτχάουζεν είναι ένα ποίημα και μία σύνθεση που καταδικάζει περιφανώς και τελεσιδίκως τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης των Εβραίων.Λοιπόν, η μελωδία παρέπεμπε σε θρίαμβο εχθρών.Δεν είναι η πρώτη φορά.Πρίν από μιά γενιά τραγουδούσαμε ότι οι φασίστες σκότωσαν το γελαστό παιδί,που στην αυθεντική του εκτέλεση το σκότωσαν «οι δικοί μας» ,δηλαδή οι Ιρλανδοί επαναστάτες.Η υπέροχη εκείνη μελωδία ξεκίνησε από καταγγελία εσωτερικής εκκαθάρισης μιάς οργάνωσης αλλά ως ύμνος εξέφραζε τα αντίθετα.Μήπως και το άσμα «Βενιζέλαρος» δεν έφτασε να υμνεί μεταπολεμικώς τα χριστιανόπουλα;Αλλη μιά απόδειξη ότι τα λόγια είναι λόγια ,μπορούν να αλλάξουν, να τροποποιηθούν, να αντιστραφούν, αλλά η δαιμονικά πανίσχυρη παρουσία της μουσικής τα παρασέρνει όλα και τα ισοπεδώνει.Αν θέλουμε να ανεβάσουμε τον ρόλο του λόγου, πρέπει να τον δούμε ως ήχο πρωτίστως.Οι έννοιες τον κάνουν πτερόεντα. 

 

 

Notis 

Έκλεισε το μαγαζί του Notis, ο Καρβέλας επιθυμεί να περικοπεί κατά κάποιο τοις εκατο η «Μάλα», διότι τρισήμιση ώρες είναι πολλές γιά τους εγκεφάλους και τα παϊδια των θεατών,τι ακριβώς συμβαίνει; Μήπως εζήλωσα την δόξα των ευκαιριακών εντύπων που θέτουν πρωτοσέλιδα από την σόουμπιζ γιά να πουλήσουν; Δυστυχώς όχι. Προαναγγέλω απλως την έναρξη μιάς νέας εποχής, όπου οι ήρωες του ενός τετάρτου της ώρας θα γίνουν ο πραγματικός καταλύτης στον χώρο της μαζικής ψυχαγωγίας. Και εξηγούμαι.Ο big brother ,πέρα από τα υπόλοιπα, ανέδειξε όχι «ηρωες της καθημερινότητας» αλλά το ανάποδο: ήρωες που εκφεύγουν από την καθημερινότητα, χωρίς να χρειάζεται να πράξουν οτιδήποτε ηρωικό.Λοιπόν, το μεγάλο κοινό, αισθάνεται ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιλεγεί και να προβληθεί ,έστω προσωρινά, ακριβώς απο τους ίδιους μηχανισμούς που κατασκεύαζαν είδωλα.Από τη  στιγμή που ο Πρόδρομος  πήρε το τουμπερλέκι του και έπαιξε σε ξενυχτάδικο, το άστρο του Νότη είχε πρόβλημα συντήρησης.Ο Πρόδρομος μπορεί να είναι τρισχειρότερος του Νότη ως προς την φωνή και το αλπενί, αλλά είναι συγκριτικά φτηνός, κοψοχρονιά.Και τον χειροκροτούν το ίδιο.Η ψυχαγωγία, αφού ξεπέρασχε τον σκόπελο της διασκέδασης, προχωρεί ευθυβόλως προς την πλάκα.Και γιά να σπάσουμε πλάκα, δεν χρειάζεται τίποτε ταλαντούχο, εξεζητημένο και πανάκριβο.Χρειάζεται να βγάζουμε στο πάλκο ανθρώπους που έχουν καλή σχέση με το αλαλούμ και όλα παίρνουν τον δρόμο τους.Πώς να βγεί πέρα ο Νότης και η συντροφιά του σε αυτό το χάος.Θά’ρθει λοιπόν, η εποχή όπου οι σκυλάδες και τα γαβγάδικα θα θεωρούνται ελίτ και νοσταλγικα θα αναφερόμαστε στην εποχή που ο ηλεκτρονικός ήχος ήταν τωόντι ηλεκτρονικός.Κάθε ηλικία έχει απόλυτο δικαίωμα να κερδίζει με τον ιδρώτα της τα δικά της ζόμπι, κι έτσι θα γίνει και πάλι.Η ιστορία άρχισε με εκείνες τις πενθήμερες εκδρομές των λυκείων, όπου οι τελικές βραδυές ήταν αφιερωμένες σε εξοντωτικά τρεχαγύρευε χαμαιτυπεία. Καπάκι, αν προσέξετε που ακριβώς γίνονται οι αποκρηάτικοι χοροί του προσωπικού υπουργείων και οργανισμών του δημοσίου (δεν μιλάω γιά τα ιδιωτικά), ακόμη και του υπουργείου πολιτισμού,που και πώς διασκεδάζουν γιά τις ονομάστικές τους εορτές πολλοί αντιπρόσωποί μας στο κοινοβούλιο, μπορείτε να αντιληφθείτε γιατί ακριβώς η ψυχαγωγία οδηγείται σε αδιέξοδο.Το κοινό συνθλίβεται ανάμεσα σε δύο πρακτικές: την στατηγική της «κουλτούρας», όπου υποχρεωτικά πρέπει να πλήξεις, να χασμουρηθείς, να αισθανθείς κουτός, ανίδεος, άβολα, σε απόγνωση και στην στρατηγική της πλάκας, όπου μεταξύ ανθέων και σταριλικιών να συμμετάσχεις σε τελετές τρίτου τύπου.Γι΄αυτό και η Ελλάδα γεμίζει βιβλία που αγοράζονται αλλά κανένας δεν διαβάζει, συναυλίες που είναι τζάμπα, με αποτέλεσμα η τεχνική της εκμάστευσης προσκλησεων να θεωρείται κοινωνική καταξίωση.Οι γενιές από πενήντα και άνω θα σβήσουν μέσα σε εκκωφαντικές διαμαρτυρίες γιά την έλλειψη απόκρισης στο έργο τους,οι βιντεάδες του ογδόντα θα νοσταλγούν τις ώρες της φρίκης τους, ενώ οι νεότεροι θα κάνουν κάτι αυστηρά και τραγικά παιδάκια, που θα ακολουθήσουν τον πρώτο αυστηρό τυχόντα που θα τους δώσει μιά στολη και ένα συγκεκριμένο όραμα. Να διώξουμε τους μαύρους, λόγου χάρη, κι άν δεν υπαρχουν μαύροι, να εφεύρουμε μερικούς.Τοποθετώ αυτό το γεγονός μεταξύ 2015 και 2020.Να στήσετε, όσο είναι καιρός, άγαλμα στον Νότη,επειδή θα επανέλθει ως αστροναύτης 

 

Μουσική Ελλάς

 

Στον διαγωνισμό της Eurovision συμμετέχει η Ελλάς και η Κύπρος (ως αλληλοψηφιζόμενοι κλώνοι) ,η μεγαλόνησος με τους One (νομίζω!) και η μεγαλοχώρα με τον Ρακιτζή που παρουσίασε μιά ψιλομεταπάνκ παραλλαγή του Are your friends electric ,τελευταία λέξη του 1979,υπό χορευτικό αυστηρό ήθος που παρέπεμπε σε Μάικλ Τζάκσον, όσο πατάει η γάτα και στους «κακούς» του υπερεθεάματος Lord of the Dance.Υπήρχαν επί έναν μήνα διάφοροι πιθανοί και απίθανοι τραγουδιστές και συνθέτες και κυρίως τραγουδίστριες που με έπρηξαν στις ειδήσεις, ενώ προσπαθούσα να βγάλω καμιά πληροφορία γιά τα φρουτάκια, τα δημαρχιακά και τα αγροτικά μας αλλά ήταν αδύνατον. Τη μιά φορά βγήκε κάποια που έκανε οντισιόν που δεν αποδέχτηκε ο συνθέτης, κουτσομπολιά γιά πωλήσεις και αγορές τραγουδιών, άλλες πασίχαρες έβγαιναν και δήλωναν πανέτοιμες και τους έκοψε η κακιά επιτροπή από την πρώτη πεντάδα.Σε όλα αυτά, το τελευταίο πράγμα που με ενοχλεί, είναι η χρήση των αγγλικών.Διότι δεν είναι φυσικά αγγλικά, αλλά κλισαρισμένα συνθηματάκια μεταξύ φιλάθλου και διαφημιστικής ιδιότητας. Ομολογώ ότι όταν πρωτάκουσα, σε μία ανεκδιήγητη ντίσκο της Τορώνης το ελληνικώτατο άσμα “Play bouzouki,play bouzouki gia mena”νόμιζα ότι ήταν ένα καλαμπούρι,πολλά χρόνια πρίν τα greeklish των υπολογιστών και τους ΟΠΑ.(«Shame to you, φαρισαίοι, υποκριτες»- το θυμάστε;»Αλλά δεν ήταν καλαμπούρι.Οι αλλοδαποί έχουν αγοραίο γούστο, όταν είναι επιφανειακό, παρόμοιο με το δικό μας. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι όποτε προσπάθησαν να «εξελληνίσουν» τους μουσικούς τους τρόπους δημιούργησαν πατάτες.Από τον Τζόρτζ Χάρισον με το συρτάκι Girl, έως το φρικώδες Ruby του Κάτ Στίβενς και το άλλο συρτάκι του Μάκ Γκάουαν των Pogues.Αλλά ποιός τους έπεισε ότι το συρτάκι είναι παραδοσιακός ελληνικός τρόπος; Εμείς και μόνον εμείς, οπότε, μη ακούω διαμαρτυρίες. 

 

Προπωλήσεις

 

Σαν σήμερα κυκλοφόρησε,το 1964 το Cant buy me love  σπάζοντας κάθε ρεκόρ προπωλήσεων.2,1 εκατομμύρια πιτσιρικάδες παρήγγειλαν το δισκάκι στα μαγαζιά.Έξη χρόνια μετά που ενώθηκε μιά παρέα υπό τον φαντασιώδη τίτλο Johny and the moondogs πρίν καταλήξει στο επίσημο όνομα «Σκατάρια» (κι όχι Σκαθάρια,άλλο το Beetles κι άλλο το Beatles) ήρθε το σκήνωμα της επιτυχίας να κατασκηνώσει πάνω στους ουρανούς της μαριχουάνας.Οι οπαδοί του συγκροτηματος, απεναντίας, δεν προπώλησαν τίποτε απολύτως.Παρέμειναν θεατές της ζωης τους και τώρα που ξεθωριάζουν με τις αναμνήσεις τους, σκαλωμένοι σε κάθε τοπίο της ζωής,δυσκολεύονται να  ξεχωρίσουν τι ακριβώς συνέβη και δεν είναι πλέον πλούσιοι, πολύγαμοι και επωχούμενοι σε κάμπριο, όπως νόμισαν εκείνες τις αδρές ημέρες του 1964, όταν στην Ελλάδα η Ένωση Κέντρου έκλεινε έναν μήνα ζωής στην εξουσία και περιείχε ένα κράμα προπωλημένων αξιών, από τον Τσιριμώκο έως τον Γαρουφαλιά.Το 1964 έγιναν πολλές εκλείψεις, ηλίου και σελήνης.Στο Βιετνάμ αλλά και στα σινεμά χαλούσε ο κόσμος.Στην Ελλάδα , οι οπαδοί των Μπίτλς ήταν λιγότεροι κι από τους οπαδούς του Μαρκεζίνη.Αλλά η ιστορία δεν κολλάει σε τέτοιες λεπτομέρειες.Ναι έχετε δίκιο,υπήρχε η γενιά των λουλουδιών και η γενιά της αμφισβήτησης και η γενιά του 1-1-4 και η γενιά δεν ξέρω ποιά. Έτσι να νομίζετε.Δεν υπήρχε τίποτε, εκτός από υπομονετικές ουρές στα φανταστικά ταμεία των προπωλήσεων.Πώς λέμε «η αγορά προεξόφλησε;» Ακριβώς αυτό συνέβη,μόνο που όταν πήγαμε να πάρουμε το δισκάκι, μας έδωσαν ένα μεγάλο ,αδιάβαστο κατά τα άλλα βιβλίο, με άκοπες σελίδες,που άν έκανες τον κόπο να τις κόψεις, ήταν όλες λευκές. 

 

 

Πάνω σ έναν ξένο στίχο

 

Με τον απόηχο της παγκόσμιας ημέρας Ποίησης (αλλά και της Παγκόσμιας Ημέρας Ύπνου-δεν αστειεύομαι!) έτρωγα τις ώρες μου πάνω στον υπολογιστή,καταναλώνοντας και πουλώντας κείμενα, ενώ από τα φτενά ηχεία έβγαινε η νεανική ,άτσαλη μουσική από το Out of our heads,ξέρετε ποιών, διότι άν δεν ξέρετε, ματαιοπονούμε.Εκεί λοιπόν, έπιασα δυό τρία στιχάκια που άκουσα στην ουσία γιά πρώτη φορά, εννοώ τι έλεγαν μέσα από τα αδρά τους κόκνι εγγλέζικα.Και άκουσα ένα τραγούδι που συνόδεψε τις αυπνίες μου, τους έρωτες, τα βάσανα και τις ηδονές υπό νέο πρίσμα. Τώρα πλέον ήξερα τί εννοούσε ο ποιητής τους.Και ξαφνικά, κατάλαβα γιατί η γενιά του εξήντα τη γλυ΄τωσε τόσο φτηνά και δεν αποδύθηκε αωρί του αιώνος στις μαϊμουνιές των  μεταγενεστέρων.Εμείς δεν καταλαβαίναμε τους στίχους από τα ξένα τραγούδια! Τα αγγλικά μας, αλλά και τα γαλλικά των κοριτσιών, ήταν υπερεπαρκή γιά να πιάσουμε ένα σύνθημα, μιά έκφραση, for me, to you, love you,paperback (γιά τους προχωρημένους) αλλά πέραν τούτου, γενική αγλωσσία.Και όπου δεν υπάρχει γλώσσα, υπάρχουν ήχοι, έννοιες και καταστάσεις που τις αισθάνεσαι χωρίς να μπορείς (ευτυχώς) να τις εκφράσεις.Αλλά επειδή η γλώσσα χρειάζεται, την εφευρίσκεις! Βάζεις λοιπόν τα λόγια που γουστάρεις πάνω στην  αγαπημένη σου μελωδία και το τραγούδι γίνεται προσωπική κιβωτός δραπέτευσης.Κατά τα άλλα, τι γίνεται, φίλτατοι; Ακούσαμε και φέτος τους ποιητές να υποδύονται τους εαυτούς τους, μιλώντας με εσωτερικούς ιάμβους, οπότε μπορούν να επιστρέψουν στην νεκρόκασα σίγουροι γιά την απόλυτη λησμονιά που τους περιμένει.Μόλις ακούσω ποιητή που εκτιμώ να μιλάει γιά καρμπιρατέρ και γραμμάτια, όπως κάθε μή ποιητής άνθρωπος,θα βγώ από το φέρετρο ευτυχής. 

 

Πασουμάκια

 

Έμπαινα σε πόλη και δεν γούσταρα τις μουσικές του ραδιοφώνου,εβαλα CD και άκουσα τα «πασουμάκια». Μπροστά μου και παρά την αθλιότητα του μεσημεριού,σκουπίδια και θολούρα, ξεκρέμαστοι άνθρωποι στα πεζοδρόμια,ξεπρόβαλε η γκρινιάρα μαζί και ευχάριστη, τρελιάρα μαζί και μυαλωμένη ηρωίδα του μεσοπολεμικού υμνητή. Την υμνούσε επειδή φορούσε πασουμάκια. Λέξη γιά την ίδια. Αλλά τα πασουμάκια είχαν πλήρη περιγραφή. Ήταν κόκκινα. Έτριζαν. Φέρνουν άνω κάτω τη γειτονιά. Κάνουν καρδιές να ραγίζουν και να πονούν. Επιπλέον το τραγούδι κάτω από το βιολί, έδειχνε τις προθέσεις του καλλιτέχνη. Να πληρώνει αυτός τα πασούμια. Να μπορεί εκείνη να χαλάει δυό ζευγάρια σ ένα μήνα.Επειδή το  αξίζει, και αξίζει αυτά κι άλλα πολλά.Ούτε μιά γραμμή ,ούτε ένα στιχάκι γιά τα μαλλάκια της και τα λοιπά. Δεν χρειάζεται. Αφού είναι τόσο υπέροχη, γι΄αυτό και τα πασουμάκια κάνουν τέτοια εντύπωση. Τα άκουγαν αυτά στον μεσοπόλεμο και τους έπιανε τρέλα.Τα άκουγα κι εγώ μπαίνοντας ο νέος τρομερός αιώνας και φανταζόμουνα διασημες μοντέλες και προσόμοιες κυράδες να μετεωρίζονται σε κόκκινα πασουμάκια κι έχανα πάσαν ιδέα.Αυτές είναι γιά κακοτράχαλα mules τάχα κεντημένα και λυρικά,μέσα σε ποδάρες νούμερο 49, δημιουργημένες από την εντατική νεοελληνική μπιφτεκοφαγία.Πώς θα βρεθεί αυτό το πρόσωπο που ενέπνευσε ένα ωραίο τραγουδάκι του κεφιού; Σήμερα, εάν ζεί, θα είναι τουλάχιστον 88 ετών,και θα έχει στα μαλλιά της φιλέ. Αλλά τα πασούμια της  θα είναι κόκκινα, με τίποτε δεν θα βάλει αυτή τα γκρίζα και τα σταχτιά της προχωρημένης χηρείας.Και ο σύζυγος, από χρόνια αποθαμένος ρεμπέτης που έβαζε μονίμως άνθος στο πέτο πρίν να βγεί γιά τα τσίπουρά του, παραμελώντας την και έχοντας το μάτι ανοιχτό σε άλλα μονίμως ζωηρόχρωμα πασουμάκια.Μιά φορά μονάχα τα πασουμάκια κινδύνεψαν, σκέφτηκα ενώ άφηνα την λεωφόρο γιά τα στενάκια,προσπερνώντας τζιπάκια με οικολογικά συνθήματα: τότε που περπατώντας στο καλντερίμι άκουσε πεταχτά, χτυπητά τσόκαρα που έβγαιναν προς την πλατεία, ίνα πληρωθεί το  ρηθέν «τα τσόκαρά σου φόρεσες και βγήκες στην πλατεία».Οι δύο μούσες συγκρούστηκαν  και ήταν κοντά μιά θάλασσα, ένα κατάστημα  αγορανομικού ελέγχου, μιά καιομένη βάτος αισθημάτων.Και οι δύο μικρές και οι δύο τρελές και οι δύο μάγισες.Μόνο που δεν το ήξεραν ,δεν ήξεραν τίποτε, δεν ήξεραν ότι έμπαιναν στη μέγγενη του χρόνου, ότι μπροστά τους δεν υπήρχε μιά άνετη ζωή αλλά ο Μεταξάς, ο πόλεμος, η κατοχή,οι αυτοσχέδιες ρουλέτες και οι μαυραγορίτες,μαρκαλέβια, και έπειτα η μεταπλεμική Κορέα και οι παγωνιέρες.Πρίν παρκάρω,τις είχα όλες μπροστά μου.Την αρχόντισσα, την τρελή μάγισσα, την άλλη που ήταν σατράπισσα που αγάπησα και που χαράμισα τη ζωή μου μέσα στον αραμπά που περνά, την άλλη που «στερείται καλλιτεχνικά» στα ματάκια του Μουφλουζέλη κι έπειτα, ήρθαν όλες οι γόησσες του Βαμβακάρη απρόσμενες.Αλλά το κεφάλι μου δεν μου το πήρε καμιά τους. Πέρα από τα κόκκινα πασούμια της, έστιλβε στο απομεσήμερο η ηρωίς του Μιχαλόπουλου, εκείνου που δεν θα ξανάκανε φυλακή με τον Καπετανάκη που είχε Ντούγκλας το μουστάκι. Δηλαδή στριφτό, αλά Ντάγκλας Φαίρμπανκς.Και όλοι μαζί της τραγουδήσαμε, της άπιστης: «Πάπια του γιαλού, μη κολυμπάς αλλού».Σύσταση ήταν και παράπονο, όχι βέβαια  εντολή. 

 

 

Το ελικόπτερο

 

Μόνο του, ολομόναχο θα τριγυρνάει το ελικόπτερο στον αττικό ουρανό, χωρίς τον Ρακιτζή και το μέγα βραβείο από το Ταλίν.Όπως ολομόναχο θα ίπταται και το πνεύμα εκείνου του Ρακιντζή που ήταν τον παλιό καλό καιρό επκεφαλής της ελληνικής αστυνομίας (μιλάμε γιά εποχή Χρουτσώφ και Κέννεντι,δηλαδή γιά προϊστορική περίοδο) και ήλπισε ότι κάποιος μελλοντικός πολιτιστικάριος,θα αποκαθιστούσε τις σχέσεις λαού  και οργάνων της τάξεως.Αυτοί οι βορειοευρωπαίοι, τι απατεώνες! Υποστηρίζονται μεταξύ τους στις ψηφοφορίες! Δεν παίρνουν παράδειγμα από την Ελλάδα και την  Κύπρο, που τόσον όμαιμοι και συνάδελφοι πληθυσμοί, δεν διανοήθηκαν εντούτοις να μοιράζονται μεταξύ τους τα δωδεκάρια τους! Κόσμος χαζοχαρούμενος, άσχετος,μεπ λήρη επίγνωση ότι οι ηγέτες του του έδωσαν ακόμη μιά ευκαιρία οινοφλυγίας (η βραβευθείσα δεν είπε «θα γιορτάσω» αλλά «θα τα πιώ») έπαθε γενική πλάκα βλεποντας Ελληνες ρομποκόπ να βροντάνε τα πασουμάκια τους πάνω στο εύθρυπτο, σουηδικής προελεύσεως πατάρι .Και μάλιστα, ο επικεφαλής πληγωμένος Έλλην,έκλεινε και το ματάκι στο κοινό, υπονοώντας «μη με βλέπετε πώς με κατάντησαν οι ενδυματολόγοι, εγώ είμαι ξένοιαστο και αλλέγκρο παιδί».Από αυτήν την γενιά, τη γενιά του 80, το τί τράβηξε η γενιά μου, δεν περιγράφεται.Μας είπαν  ομφαλοσκόπους, μάταιο χιπαριό, ρομαντίλες, συμβιβασμένους, μας έρριξαν τα (προφανή) παραδείγματα ξεφτιλισμένων τύπων ανάμεσά μας γιά να μας ακυρώσουνε.Ενώ αυτοί, της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά,που δεν γούσταρε τις πολιτικοποιήσεις, είχε μάθει το μάθημα και ξέφευγε προς το φευγάτο και το ασουρμπανιμπαλέ.Και αυτοί είχαν δίκιο, αλλά κι εμείς. Μπροστά στις ρυτίδες και στο άγχος των σαράντα χρόνων,ξεφτιλιζόμαστε όλοι και έχουμε δυό τρόπους να ξεφύγουμε: είτε να προσποιηθούμε ότι ο κόσνος δεν κινείται, είτε να το βουλώσουμε. Σε μία χώρα εύγλωττη, γεμάτη πολυλογάδες, κανένας δεν βάζει μέσα  γλώσσα.Κι έτσι απομένουν τα ρετάλια της μνήμης των εικοσάρηδων, να παίζουν την «πρωτοπορεία». 

Έρχονται οι Ούννοι! 

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους Ούννους λευκά πνεύματα,ενδεχομένως το σχετικά αγενειο του προσώπου τους ενέπνευσε τον μύθο των Αμαζόνων.Αργότερα κατέβηκαν επί Αττίλα στα μέρη μας και έκτοτε δουλεύουν ως θερινά.Κατέστρεψαν την Κασσάνδρεια το 530, αλλά βοήθησαν τον Βελισάριο στα γεράματα.Με αρχηγό τον Ταμερλάνο νίκησαν τον Βαγιαζήτ στην Αγκυρα και έτσι το Βυζάντιο επιβίωσε μιά-δυό γενιές ακόμη.Είχαν αλισβερίσια με την Τραπεζούντα.Μένουν σε γιούρτες, πίνουν «μέθυ» και τρώνε κρέας που βάζουν ανάμεσα στη σέλα και στο άλογο.Ήρθαν κάποτε στην Πόλη και οι βυζαντινοί  μιμήθηκαν τα ρούχα και το χτένισμά τους.Και στις μέρες μας,ένα συγκρότημα μουσικό ήρθε  να παίξει τις μουσικές του και ετρελάθησαν  από αγωνία τα αφεντικά! Αυτοί, λέει, είναι σαμάνια και επικαλούνται πνεύματα! Αυτά τα πνεύματα είναι  μη ορθόδοξα, επομένως η Ελλάς κινδυνεύει.Το γουστόζικο είναι ότι η όποια  επίκληση των πνευμάτων αυτών γίνεται βεβαίως ουννιστί, δηλαδή σε μία γλώσσα που δύσκολα θα γνώριζαν και οι Απόστολοι όταν τους ήρθε η επιφοίτηση επί Πεντηκοστής και βεβαίως αγνοούν όλοι απαξάπαντες οι Ελληνες.Επομένως, οι κινδυνολόγοι απαιτούν να μας προστατεύουν και  από το ακατανόητο.Με την ίδια διαδικασία δηλαδή που καταρρίπτουν τις μαντείες μέσω του τελβέ,τις αστρολογίες και τα συναφή τερατικά και αποκρηάτικα. Θέλουν δηλαδή να μας πούν,όπως  ο  Νικόδημος αγιορειτης εκείνος: υπάρχει πάνωθέ μας, στους ουρανούς, ένας Αόρατος πόλεμος.Τάγματα αγγέλων και λεγεώνες δαιμόνων μάχονται ,όπως οι Αχαιοί με τους Τρώες. Εμείς είμαστε με τους Αγγέλους, ήτοι με τους Αχαιούς.Οι Ούννοι επέχουν την θέση των Παιόνων στο ομηρικό έπος.Είναι σύμμαχοι των Τρώων.Επομένως οι Ούννοι είναι δαίμονες.Συμφωνεί εξάλλου και ο βυζαντινός  Τζέτζης: «Παίονες γάρ οι Βούλγαροι.Μη  πείθου τοις βουβάλοις/οι έτερον του Αξιού θεωρούσι τον Βαρδάρην»Η ταύτιση Βουλγάρων και Ούννων είναι παλαιότατη. Μη βιάζεστε λοιπόν να θεωρείτε τον λιθοβολισμό των μουσικών-δαιμόνων-σαμάνων- Χουντούρων ως  παραξενιά. 

Η επιστροφή του ρεμπέτικου 

Ποιός Ολυμπισμός, ποιά επιστροφή της ελληνικής αρχαιότητας,ποιό ξαναδιάβασμα του Βυζαντίου..το μόνο που έχει επιστρέψει  εν θριάμβω, πάνω από τα εγγλέζικα συνολάκια του Βολάνη, τις ερωτοδουλειές της Αννούλας  και τους καβγάδες της οικογένειας Χριστοδουλόπουλου είναι το πλέον καθαρόαιμο ρεμπέτικο.Αυτό που έχει σχέση με τη Σμύρνη, με τον αστικό ρεαλισμό του μεσοπολεμικού Πειραιά.Όχι, όχι δεν το έκαναν ο Αγάθωνας και οι άλλοι επιμένοντες.Το έκανε (πάλι) ο Θεόδωρος Πάγκαλος.Κι όχι στα charts ,αλλά από έγκριτο κυριακάτικο φύλλο.Το ρεμπέτικο γίνεται πλέον ο κλασικός τρόπος επαφής των πολιτικών με την γενέτειρα πηγή κάθε πολιτικής, δηλαδή την εξουσία.Από το ίδιο έρκος οδόντων που  έθεσε εαυτό εντός διαθεσιμότητος του υπουργείου υγείας («μάνα μου το στήθος μου πονεί») κι επειδή προέκυψε Στεφανής αντί καθαρόαιμου πολιτικού, ίσως λόγω ειδικότητος (το  λέει και το τραγούδι γιά την εξουσία : «αρχόντισσά μου μάγισσα τρελή»), βγήκε λαμπικαρισμένο ,φρεσκαρισμένο  και πειραιώτικο το άσμα «άν δε σου δώσει η μάνα σου σαράντα ομολογίες» και λοιπά ,σε νέα  εκδοχή,του 2002: «αν δε σου δώσει ο λαός/είκοσι  νομαρχίες/ωχ βρε είκοσι νομαρχίες/ θά κάνω φασαρίες/βρε θα κάνω φασαρίες..» Τέλεια! Τρείς γενιές μετά την μικρασιατική καταστροφή, κάποιος προφητεύει αλάνθαστα αυτό πυο ξέρουν κι οι πέτρες.Το ΠΑΣΟΚ βυθίστηκε στην αυτοδιοίκηση το 1998,έχασε τις ευρωεκλογές, αλλα τα  εκλογικά σύνδρομα του 2000 δεν έδειξαν την ίδια απαξίωση.Να κάτσετε λοιπόν κι εσείς, κι εγώ, κι ο κόσμος όλος, να θέτουμε όρια, στα αφεντικά μας, στους φίλους μας και στις κυράδες μας,λέγοντας προκαταβολικά πόσο θα εκνευριστούμε άν αυτά τα όρια δεν ισχύσουν. Το φαντάζεστε να φεύγει ο άνδρας στη δουλειά και να λέει στην γυναίκα του «θέλω το μεσημέρι σαρμαδάκια. Να να τυλίξεις σε είκοσι λεπτά, αλλοιώς  κάθε καθυστέρηση την θεωρώ λόγο διαζυγίου!» 

 

Χρόνια πολλά, Παύλε! 

Εξήντα χρονών έγινε προχτές ο Πόλ Μακκάρτνι.Σε τέσσερα χρονάκια θα ισχύσει το έπος του “when Im 64” .Επος βέβαια γι΄αυτούςπ ου το θυμούνται. Επειδή την ίδια ηλικία θα έχουν κι΄΄΄ολα εκείνα τα κοριτσάκια που ούρλιαζαν μέσα στην εγγλέζικη βροχή,σέρνοντας υστερικά τη νιότη τους βλέποντας τα σκαθαράκια να τρυπώνουν σε μεγάλα ξενοδοχεία. Όταν οι παιδικοί σου ήρωες  κλείνουν τα εξήντα ( Ο Πόλ δεν ήταν ήρωάς μου, αλλά ο Μίκ Τζάγκερ ήταν σαφώς) το μόνο που σου μένει είναι  να ντρέπεσαι.Διότι τα  δικά σου εξήντα είναι πλέον κοντινά και δεν σε παίρνει να παίζεις τον ροκά,παραπάνω από το κανονικό.Το κανονικό είναι να το βουλώσεις και να περιπέσεις σε ακινησία. Δεν παίζει ρόλο που εκμεταλλεύεσαι την απραξία των μικρότερων και το παίζεις ενεργός πολίτης.Διακόσια τριάντα χρόνια πρίν τον Πόλ γεννήθηκε ο φι΄λοσοφος Ρουσό.Ήταν εξίσου και περισσότερο χαριτωμένος, εξίσου ζωντανός, με πολύτιμο έργο.Ε, καί; Την  ώρα που ο Πόλ έκλεινε τα  36,άνοιξε την εφημερίδα του και στα ψιλά του Γκάρντιαν διάβασε γιά έναν σεισμό στη  Θεσσαλονίκη.Εικοσιτέσσερα χρόνια από σήμερα. Δεκάδες δισκάκια του χάθηκαν στην βραδυνή σκόνη.Ήταν ήδη μέσα σε αποθηκάκια και κούτες. Έξω, το σκληρό ατμοσφαιρικό πέτρωμα του καταρρέοντος χρόνου το ξέσκοζαν οι τσιρίδες των Μπί  Τζίς, staying  alive και έτσι, ενώ οι stones έβγαζαν το χειρότερο άλμπουμ τους ,το emotional rescue.Άχαρη δεκαετία του εβδομήντα, με κοστούμια μπλουτζίν και το άσμα των Περράκηδων  play bouzouki gia mena” να  θρυμματίζει το έδαφος των disco. 

 

Τάμμυ με κλαρίνο

 

Η Αθήνα είχε τα χάλια της ,καθώς ξυπνούσε από μιά  νύχτα καύσωνα, όπου οι σειρήνες των διαφόρων υπηρεσιακών αυτοκινήτων, σύν οι συναγερμοί,δεν σταμάτησαν.Βγήκα με τον καφέ στο μπαλκόνι και ασκήθηκα στο  σπόρ της μόδας: να κοιτάς τα κλειστά διαμερίσματα και να ποντάρεις άν από πίσω βρίσκονται τρομοκράτες, ειδοδηματίες ή φωτοφοβικοί κάτοικοι. Από την τηλεόραση που  δεν είχε ξεκινήσει ακόμη (αρχίζει στις έξι) την τραγελαφική της ενημέρωση, ακούγονταν ένα τραγουδάκι. Από τα τυπικά  «μοντέρνα», ανούσια και δήθεν νεανικά.Ο ρυθμός των τεσσάρων τετάρτων, έδειχνε την καταγωγή του: ελεκτροπόπ του κερατά, με ελληνικό στίχο. Μόνο που οι τραγουδιστές έκαναν ανατολίτικα τσαλίμια στη φωνή τους, ενώ στο βάθος, αντί σαξοφώνου, άντε  βιμπραφώνου, περνούσε ένα κλαρίνο, τυπικό, γύφτικο, αυτάρεσκο και εκτός τόπου και χρόνου, όπως συμβαίνει με τα «περαστά» πράγματα στον βίο. Κοιτάω στο γιαλί. Εκτός από τα τσαλίμια, το κλαρίνο και το όνομα του συγκροτήματος,όλα τα άλλα ήταν σαν της Τάμμυ.Μη ρωτάτε ποιά είναι η Τάμμυ, επειδή θα μελαγχολήσουμε άπαντες.Αισθάνθηκα οικεία, όπως όλα τα τελευταία χρόνια: εξαπατημένος.Μόνο που αυτή η απάτη είναι γνωστική, είναι κατανοητή και την εξασκούμε  ο ένας στον άλλον.Είδα το παιχνίδι: οι  άνθρωποι τραγουδούν τον έρωτα (ποτέ όταν τον έχουν) την βροχή (μόνον όταν βρέχει) και παραπονιούνται που κάποιος τους άφησε (ανεξαρτήτως καιρού). Τραγουδούν με το ίδιο στίλ και με τα ίδια λόγια.Αλλά θέλουν να το κάνουν με τον δικό τους χρόνο και με τα εκάστοτε δικά ους μέσα. Κανένας δεν θρηνεί σήμερα μιά χαμένη αγάπη με το «σε ηγάπων ,σε είχον θεά μου».Παρά  τις προσπάθειες που κατέβαλα, δεν ξέρω γιατί. 

 

Κάσκα

 

Βραδυνή μπιρίμπα,έξω έβρεχε καλαπόδια, από το σταθμαρχείο μουσικής η Καιτούλα Μπούς τραγουδούσε την «Κάσκα από την Βαγδάτη». «Κάσκα» είναι όνομα, όχι κάσκα μοτοσικλετιστή, όνομα γυναίκας μουσουλμάνας, όχι ο Κάσκας που σκότωσε μεταξύ άλλων τον Ιούλιο Καίσαρα,γυναίκας του 1978 στο δυτικό Λονδίνο,εκεί όπου είδα γιά πρώτη φορά το Lionheart της Καιτούλας να γεμίζει μιά βιτρίνα δισκάδικου στο Νότινγκ Χίλ ,εκεί όπου γίνεται το ξωτικό πανηγύρι και η Τζούλια Ρόμπερτς γοητεύεται από το ειδεχθέστερο είδος εραστή,έναν βιβλιοπόντικα.Έκανα θηλυκές  τρίτες και πέμπτες με ευκολία, αντιμετωπίζοντας την τράπουλα ως παίγνιο διαχείρισης κρίσεων, όχι ως χαλάρωση του πολεμιστή. «Ξέρουν τον τρόπο να αισθάνονται ευτυχείς» τραγουδούσε γιά τους ισλαμιστές γειτόνους της η Καιτούλα, θαρρείς και είχε διαβάσει το διήγημα του Καρυωτάκη γιά την δική του Μποβαρί, ενώ βεβαίως νανούριζαν τα βρέφη τους, που ήταν συνομήλικα τωνπ αιδιών που φόρτωσε ο Μπίν λάντεν στα αεροπλάνα γιά να κατεβάσουν το χρηματιστήριο της Αμερικής. Η Βαγδάτη δεν είναι πιά πόλη, είναι έπαινος ή ύβρις.Κι ενώ η βροχή έφερνε λάσπη της ερήμου, σκέφτηκα τους φελάχους να χαιρετούν την σβάστικα ,πρίν πενήντα ακριβώς χρόνια, ενώ ο πρόεδρος των ταξιτζήδων της Αθήνας, βλέποντας την ίδια σβάστικα υπαινικτική γύρω από το σήμα του Ισραήλ, πλακωνε στις φάπες τον φέροντα, απο επικοινωνιακή αμηχανία.Και πάνω στις ράγες του καιρού, ζήτησα από τα κλειστά χαρτιά ένα οχτάρι κούπα και μου βγήκε όντως, παραβιάζοντας όλες τιςλ ογικές υπέρ της  μαγείας των καιρών. Στις μέρες μας το μαγικό είναι φτηνό, οι εμπνεύσεις λυτές και αμολυτές,ενώ το σπανιότερο είδος είναι η απλή, καθαρόαιμη διαδοχή καθημερινών πράξεων. Και αφού διοίκησα τα ρακόρ μου, συγγραφέας άνθρωπος, και αυτή τη νύχτα, αποκοιμήθηκα ήρεμος που επιτέλεσα το συνδικαλιστικό μου καθήκον. 

 

 

2525 

Ετος 1969.Σήμερα. 25η Ιουλίου.Δημοσιεύονται τα top tens της αμερικάνικης πόπ.Πρώτο και με διαφορά, In the year 2525.Συντελεστές (μελωδοί, συνθέτης, στιχουργός, οι Zager  και Evans).Χιπαριό.Το Γούντστοκ παραδίπλα.Μακρυμάλληδες με λεπτές μπαντάνες.Λευκές τουίγκι με λαχούρια  γυμνόστηθες. Αγάπη. Όχι πόλεμος.Εναλλακτική ζωή. Κοινόβια.Παιδάκια που μεγαλώνουν ανάμεσα στις καναβουριές.Παλιά αυτοκίνητα, roadsters, easy riders.Πολλά μαλλιά και γένια. Τσιγκελωτά μουστάκια. Αλκοόλ τίγκα.Κι όλα αυτά με συνοδεία ανείπωτα γλυκερής μουσικής. Οι προβλέψεις του τραγουδιού ασύλληπτες. Έπεσαν τελείως έξω.Μα τελείως.Η κοινωνία των παιδιών, των πολυχρώμων και των χαριτωμένων δεν θα υπάρξει.Το τραγούδι ξόφλησε πολλά χρόνια πρίν το θυμηθώ, πολλά χρόνια πρίν τα 32 του.Πρέπει να έπεσε και να σκοτώθηκε από μία συμμορία δύο τυπάδων: από την κοψιά του Τζέιμς Μπράουν και την φάνκι ματιά στον κόσμο και από την έθνικ αντιμετώπιση των βλαχαδερών όλου του κόσμου.Δεν έλεγε και τίποτε. Ήταν καλό γιά συνοδεία κοινοτικής αγκαλίτσας, γιά φιλιά στο μισοσκόταδο. Γιά ηχητική συνοδεία της μπαντάνας στην καούκα.Σήμερα.Όλοι αυτοί που το αγάπησαν περιμένουν ενδεχομένως το πρώτο τους εγγονάκι.Η φοβούνται ότι θα το αποκτήσουν.Η φοβούνται πως όχι. Επειδή το παιδί του έρωτα που δημιούργησαν με την ηχητική υποκρουση του 2525 είναι παρά τα τριάντα του ένα φοβισμένο  εφηβάκι.Που τρώει στους γονείς και πίνει φραπόγαλα και ονειρεύεται ένα κάμπριο.Η το έχει ήδη. Η δεν θα το αποκτήσει ποτέ.Και οι μεγαλύτεροι σιωπούν.Επειδή το καλοκαίρι αδυνατίζει το κέφι τους.Και μέσα στην ακεφιά αναρωτιέμαι: μήπως και φτάσαμε στο μακάριο έτος 2525; Και δεν το καταλάβαμε; Δύσκολα θέματα.Κυνισμός.Άλλη μιά επίθεση στο κατεστημένο. Σιγά τ΄αβγά. 

 

Αναγνωρίζοντας το ήδη γνωστό

 

Μέσα στην ανθοδέσμη των εμμονών, κυρίαρχο είναι το άνθος της μουσικής.Αγοράζω CD μόνον εφ΄όσον έχω ήδη το LP, όπως ο τουρίστας που επισκέπτεται δεύτερη φορά μιά χώρα, επιμένει σ΄αυτά που είδε την πρώτη φορά.Λοιπόν ο συνομήλικος , συρροκάς και συρρεμπέτης μαγαζάτορας, με φορτώνει με του κόσμου το καλαμπαλίκι,σηκώνοντας απλώς πονηρά το φρύδι, κάθε που τον ρωτάω άν έχει κάτι «απο τα δικά μας». «Αυτό του Ντόνοβαν;» ρωτάει περιπαικτικά. «Το έχεις, ή έχεις τριάντα χρόνια να το ακούσεις;» Συνήθως έχω όχι τριάντα,ακόμη και σαράντα χρόνια.Συστρέφομαι μέσα στο αυτοκίνητο ακούγοντας αμηχανίες νεότητος στην διαπασών και το μόνο που με ξαφνιάζει είναι ότι καταλαβαίνω πλέον ανέτως τα αγγλικά των τραγουδιστών.Διότι ψεύτης θα είναι όποιος σας διαβεβαιώσει πως τον καιρό που πρωτοκυκλοφόρησαν όλα αυτά τα hits, είχαμε ιδέα γιά το περιεχόμενό τους.Ιδέα δεν είχαμε.Νομίζαμε μάλιστα ότι η τολμηρή μουσική φόρμα συνόδευε σίγουρα τολμηρά, ακατάσχετα λόγια.Αυτά που δεν μπορούσαμε να εκπέμψουμε ελληνιστί.Πλάθαμε κόσμους φανταστικούς βασισμένοι στο ακατάληπτο.Όπως δηλαδή πλάθονται οι φανταστικοί κόσμοι.Αλλά θέλω να καταλήξω σε άλλο σημείο.Ακούγοντας από το «λευκό άλμπουμ» των Beatles το Revolution 9 και από το Their satanic majesties request των Stones δυό τρία κακόφωνα, ημίτρελα, κουφά κομμάτια,έμεινα εμβρόντητος, όχι επειδή είναι ακόμη και σήμερα παράξενα ακούσματα, όσο διότι αυτά τα κύμβαλα τα αγοράζαμε και τότε! ήταν μέσα στην αγορά της εποχής. Δεν τα θεωρούσε κανένας εξεζητημένα ή τολμηρά.Γιά την ακρίβεια, ήταν τόσο τολμηρά όσο αισθανόμαστε οι ίδιοι.Σήμερα, δεν υπάρχει περίπτωση να πουληθούν τέτοια πράγματα. Μπορούν να επιδοτηθούν ,από τολμητίες δήθεν του πολιτισμού, να οδηγήσουν ακροατήρια σε ομαδικές αυτοκτονίες, αλλ΄έως εκεί.Δίκαια τα παιδάκια μας κοιτάζουν με κατανόηση και ελαφρά περιφρόνηση, κάθε που ακούνε τέτοιους ήχους να εκρέουν από το ανοιχτό τζάμι.Ξέρουν αγγλικά, ξέρουν να παίζουν μουσική.Δεν ξέρουν άλλα, μόνο που η γνώση δεν  έρχεται πρώτη.Έρχεται τελευταία και καταϊδρωμένη. 

Αβραμόπολις 

Απ΄αφορμή τον παιάνα του Κινήματος ελευθέρων πολιτών, τη οργισμένη και πειρακτική αντίδραση του προτελευταίου διασκευαστή ενός ανατολίζοντος μελίσματος που φέρνει κάτι από τα παιδικά ακούσματα του καραγκιόζη,είχα την ευκαιρία να  δώ (και να ξαναδώ) εικόνες από το συνέδριο της Θεσσαλονίκης, επειδή το Σαββατοκύριακο έχασα συνέχειες.Και είδα τα νεανικά πρόσωπα που κρατώντας το λιμπρέτο στα χέρια, μάθαιναν τα λόγια στον δήμαρχο και στους περί αυτόν.Ήταν πρόσωπα άπλαστα, ζυμαράκια.Απέπνεαν βεβαιότητα ότι η εξάρτησή τους από το ΚΕΠ και η απεξάρτησή τους από άλλα κόμματα, αποτελούσε ένα ιδιότυπο εισιτήριο προς την  Επιφάνεια (ο,τι κι άν σημαίνει αυτό).Η αυτουργός μάλιστα, δεν άντεξε την διδαχή μετά το δεύτερο κουπλέ και τραγούδησε την Τρίτη στροφή χοροπηδώντας, με το χέρι κεραία προς την οροφή, πανομοιότυπα καθώς άτομα της ηλικίας της χορεύουν στα χοροπηδάδικα ή ευωχούνται πρωινάδικα ή ακόμη τερετίζουν σε μερικά γήπεδα.Έτσι ακριβώς τραγουδούνε οι οπαδοί στα ποδόσφαιρα τον σκοπό του «είμαστε δυό, είμαστε τρείς» βάζοντας δικά τους στιχάκια.Έτσι ακούστηκε επί χούντας ένα αντάρτικο εμβατήριο με λογάκια διαφημιστικά των προγνωστικών αγώνων ποδοσφαίρου στα ραδιόφωνα («περιμένω όλη τη βδομάδα/ μ΄έναν και μοναδικό σκοπό/ να νικήσει η δική μου η ομάδα/ και να κερδίσω πάλι στο ΠΡΟΠΟ»).Μεταπολιτευτικώς η δικαιοσύνη αποκαταστάθηκε και το έπος ακούστηκε πάλι με τα αρχαία του λόγια («Το ΕΑΜ μας έσωσε απ΄την πείνα»)Λοιπόν,τυχερό το ΠΑΣΟΚ που απέκτησε ενωρίς τον ύμνο του (εκείνον όπου θα τρελαίνονταν  ο ήλιος), τυχερός και ο Άρειος, ο αιρεσιάρχης που πρίν από 16,5 αιώνες και κάτι έβαζε στιχάκια δικά του σε σουξέ της εποχής και τα έπαιζε στις εκκλησίες του.Τώρα, ένα κόμμα γιά να δημιουργηθεί, αναζητά πρωτίστως τις νότες του.Η Θεσσαλονίκη είχε το όνομα Αβραμόπολις εκείνες τις ημέρες. 

 

Blues brothers

 

Ήμουν έτοιμος να συνταχθώ με τους παπαροκάδες, έχοντας γονιδιακή άπωση προς ό,τι περιοριστικό και ανασχετικό. Αυτό, άσχετα με το μουσικό αποτέλεσμα της μοναστικής αδελφότητας που το βρίσκω επιεικώς ανατριχιαστικό.Ώσπου, τύχη αγαθή (ακόμη και τηλεοπτική) μου έδειξε τους γέροντες σε μιά συγκέντρωση ευαγή,όπου ο επικεφαλής μίλησε στους παρισταμένους και παίχτηκε μουσική.Ηγούμενος, όρθιος, με μικρόφωνο,ρητόρευε με χειρονομίες και το πλήθος επιδοκίμαζε με ένα μουρμουρητό και χειροκροτήματα.Ίδιος ο περιβόητος Κλεόφις, που τόσο πειστικά υποδύεται ο Τζέιμς Μπράουν σε αμφότερα τα φίλμς με τίτλο Blues Brothers: «Μιά μέρα ξύπνησα (το πλήθος: γιέα) μιά μέρα, σας λέω ξύπνησα το πρωί(γιέα) και άκουσα θρήνους και κλαγγές (γιέα,ουάου).Ήταν οι ψυχές των αμαρτωλών (πρώτα πλήκτρα στο πιάνο,γιέα) που έσερναν τις αλυσσίδες τους(γιέα).Χαμένες ψυχές.» Και μετά μπαίνουν οι χορευτές, οι χορωδίες,ο Μπελούσι (ή ο Γκούντμαν) με τούμπες.Τα παιδιά μπορεί να «μή θέλουν μεγάλο αφεντικό» αλλά δεν συμπορεύονται με αυτούς που πιστεύουν ότι έχει αμερικάνικη υπηκοότητα.Προφανώς, ο δικός τους μεγάλος αδελφός είναι Τσετσένος και ανατολικώτερα.Είχε και συνέχεια.Άρχισε το τραγούδι και πίσω από το ρασοφόρο συγκρότημα, υπήρχε χορωδία με στολές.Πάλι θυμήθηκα «το πορφυρό χρώμα» του Σπίλμπεργκ,όπου η ρεμπετομπλουζόνα κόρη του αιδεσιμώτατου έρχεται με τους ρεμπεσκέδες και συγχορωδεί με το chorus των ευσεβών.Λένε,και τους έδινα μονίμως άδικο, ότι η ενασχόληση με τα ήθη και έθιμα του «εχθρού», σε κάνει στο τέλος όμοιό του.Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα κάτι τόσο προτεστάντικο, τόσο αμερικάνικο, τόσο γεωτοπικά μεταξύ Σέν Λιούι και Ατλάντα, όσο το θέαμα των ορθοδόξων καλογήρων της δυτικής Στερεάς.Οι πατέρες της Ιεράς Συνόδου έχουν απόλυτο δίκιο.Εάν αυτό αποτελεί προσέγγιση προς τη νεολαία,είναι μιά προσέγγιση επιπόλαιη, επιφανειακή,χωρίς ρίζες.Και ποιά νεολαία; τα πρόσωπα των νέων που έλαμπαν από συναίνεση προς τη ηθικοπλαστική πόπ, είναι ούτως ή άλλως πρόσωπα ανήκοντα στην ορθοδοξία.Δεν είδα σκαμμένες φάτσες, ξενύχτισσες,χρήστες ουσιών, απολωλότες,ασώτους και λοιπούς απροσάρμοστους.Η χριστιανική νεολαία δεν τραγουδά πιά «τα χριστιανόπουλα», αλλά τραγουδά «θέλω ελεύθερος να ζώ».Απεναντίας, όσο κι άν έψαξα,δεν βρήκα ίχνος μαύρου ράσου να μετράει ραίντγκεν στο Κόσσοβο.Να μαθαίνει ελληνικά στους οικονομικούς μετανάστες.Συμφωνώ πως και να υπάρχουν,δεν κορδώνονται μπροστά στις κάμερες. 

 

Σέρφ

 

Όταν ο Μπράιαν Ουίλσον, άρρωστος,εύστροφος και πείσμων,περιέγραφε σε ένα ντοκιμαντέρ του BBC πόσο ζήλευε τις Ρονέτς και τι ακριβώς αντέγραψε από τον Φίλ Σπέκτορ, τον διαβόητο παραγωγό,άφησα στην άκρη τον Γκρέιβς και τον Στοβαίο (που διάβαζα εναλλάξ) και τον χάζευα.Οι Μπίτς Μπόις ήταν η τυπική μουσική έκφραση του σέρφ.Πάνω στις σανίδες τους, μιά γενιά πρίν τα Μπέιγουότς, λευκοί νέοι απαστράπτοντες έδειχναν στην έκθαμβη ανθρωπότητα πώς είναι να ζείς πλούσιος, ελεύθερος και ωραίος,σε μιά ανθρωπότητα που είχε έντονο πρόβλημα καθαριότητας, επάρκειας τροφίμων και πολιτικών ελευθεριών.Έπαιρναν την μαύρη μουσική,άλλαζαν το χρώμα των τραγουδιστών της και έπαιρναν τον ρυθμό τους, όπως σήμερα οι νεοέλληνες φλώροι γουστάρουν το παλιό ρεμπέτικο, αλλά οι γονείς τους ανέχτηκαν να ζητιανεύει ο Βαμβακάρης και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να περιλαμβάνουν από Γαρμπή έως Παβαρότι στις επιλογές τους.Η μόνη στιγμή που ο Μπράιαν Ουίλσον κόμπιασε και έδειξε απόγνωση, ήταν όταν θυμήθηκε τον Φεβρουάριο του 1964, όταν μπήκαν στην αμερικάνικη αγορά οι Μπίτλς.Οχτώ χρόνια μετά τον Πρίσλει,τέσσερις λαϊκοί εγγλέζοι τυπάδες κάτω των εικοσιπέντε,μπήκαν στο σύστημα και με τα υλικά του έφτιαξαν το δικό τους.Στο ντοκιμαντέρ ήταν ευδιάκριτη η γενική παρακμή της ενδιάμεσης μουσικής παραγωγής.Εκπληκτικοί τραγουδιστές που τους έπιανε το παράπονο επειδή τα δικά τους τραγούδια γινόταν επιτυχίες, αλλά με την μανιέρα και την φωνή άλλων.Βέβαια αυτά είναι προσωρινά στοιχεία.Στην επόμενη γενιά, όλοι αυτοί θα ξαναγίνουν παγκοσμίως άγνωστοι, όπως ακριβώς αυτός που θα κερδίσει τα πενήντα εκατομμύρια στο γνωστό τηλεπαιχνίδι, μάλλον θα κληθεί να απαντήσει «ποιός είναι ο Ζώρζ Γκεταρί».Αλλά επειδή ήμουν εκεί και θυμάμαι,μπορώ να κάμω μερικές παραγωγικές σκέψεις.Όχι δεν ήταν η μουσική.Από τους Μπίτλς έβγαινε η αύρα που αργότερα εξακόντισε στα ύψη τον αστοιχείωτο Μάικλ Τζάκσον και την απερίγραπτη Μαντόνα.Ήταν τέσσερις, πράγμα που επέτρεψε να λειτουργήσουν αρχέτυπα.Ο Πώλ ήταν «γλύκας» και ρομαντικός (αποδείχτηκε πρόμαχος της εύληπτης και μελοδραματικής μελωδίας), ο Τζόν ήταν σκληρός και πολιτικοποιημένος κατά ευρύχωρη έννοια, παραγωγός και έρμαιο τωνμουσικών απλών συνθημάτων (εάν ζούσε σήμερα, στα 61 του, θα ήταν πρώτος σε όλες τις οικολογικές ανησυχίες), ο Τζόρτζ ήταν βιρτουόζος, μυστικιστής και εν γένει άκακος (με δικά του τουλάχιστον τα τέσσερα από τα δέκα τραγούδια που θα αφήσουν τα σκαθάρια στην ιστορία) ενώ  ο Ρίνγκο ήταν ο Ρίνγκο. Μαγικός Χριστιανός, όπως η ταινία που γύρισε εν δόξη.Επειδή σε κάθε τσακαλοπαρέα της υφηλίου υπήρχαν αυτοί οι ανθρωπολογικοί τύποι,οι Μπίτλς κυριάρχησαν ως ο μόνος δυνατός μέσος όρος του παιχνιδιού. Είχαν μονοπωλήσει τον τομέα των ειδώλων, επειδή η νεολαία διαθέτει πολυθεϊσμό.Τα υπόλοιπα, η εδραία αφοσίωσή τους στην λαϊκή αστική αγγλική κουλτούρα, οι επινοήσεις του ανατολισμού και τα χιλιάδες χρωματιστά χάπια, τα χιλιάδες χρωματιστά πουκάμισα, έδωσαν το χρώμα.Εγώ θυμάμαι ότι εγκαταλείψαμε κάθε άκουσμα των Μπίτλς τον καιρό του Imagine, του Give peace a chance και του Let it be.Ακριβώς γι΄αυτά που τους θυμούνται σήμερα.Γι΄αυτό και ο Μπράιαν Ουίλσον,των Μπίτς Μπόις ,που ονειρεύτηκε δαιδαλώδη φωνητικά σε ασθενές στιχουργικό υπόβαθρο, θα επιβιώσει στο μέλλον (ήδη γίνεται) ως καρικατούρα.Λέμε και λέμε γιά την νεότητα, αλλά ντρεπόμαστε γιά το πόσο χαζοί ήμασταν. 

H αμήχανη αντιμωλία

 

Δεν μπορώ να συγκρατήσω την αμηχανία μου όποτε πηγαίνουν στα δικαστήρια άνθρωποι που μιλάνε διαφορετικά τα ελληνικά. Γνωρίζω τόσο τον Γιώργο Νταλάρα, όσο και τον Τζίμη Πανούση.Ο Νταλάρας τραγούδησε στίχους μου το 1979, με τον Τζίμη ανεβήκαμε μαζί στο σανίδι το 1986.Τους παρακολουθώ από μακριά,οι συναντήσεις μας είναι αραιές.Δεν νομίζω ότι έχουν αλλάξει από τότε.Είναι αμφότεροι πάρα πολύ εργατικοί, πιστεύουν απόλυτα σ΄αυτό που κάνουν και στην ελληνική σελήνη καλύπτουν με επάρκεια τους κρατήρες όπου ο καθένας τάχτηκε να ζήσει.Έχουν ταλέντο και ικανότητες να φάνε κι οι κότες.Ο Γιώργος Νταλάρας είναι τελειομανής, ανοιχτός στις επιδράσεις, κλειστός ως χαρακτήρας,δεν κάνει ποτέ δημόσιο το ιδιωτικό, κανένας μάνατζερ του κόσμου γιά όλα τα χρήματα του κόσμου δεν θα μετέβαλε τις αρχές του.Ανέβασε μαζί του στη σκηνή νέους και άγνωστους, έκανε μαζί τους πλάκες, έχει μπροστά του πολλά χρόνια δημιουργίας και εκτιμώ ότι θα του ταίριαζε αργότερα ακόμη και πολιτικός ρόλος. Ο Τζίμης Πανούσης είναι πολύ πειθαρχημένος ηθοποιός, άκρως ευαίσθητος και τρυφερός άνθρωπος, ασκημένος και σαρκαστικός.Και οι δύο δεν έχουν ίχνος πονηριάς.Είναι πανέξυπνοι.Απλως ανήκουν σε άλλες διαλεκτικές ομάδες.Και τους δύο τους κατηγορούν ουσιαστικά γιά τα ίδια πράγματα. Στον Γιώργο προσάπτουν υπερεπαγγελματισμό και προπέτεια, στον Τζίμη προσάπτουν ότι έχει στήσει μεσόκοπο λιανοπώλιο με τις νεανικές του πεποιθήσεις.Αυτά βέβαια είναι λόγια του αέρα. Δεν υπάρχει περίπτωση να μη έχουν ελαττώματα, αλλά δεν είναι εδώ εμφύλιος πόλεμος.Αποδέχομαι ανεπιφύλακτα τις αιτιάσεις αμφοτέρων.Εάν η λέξη “συγνώμη” γιά τον Νταλάρα είναι η πρώτη φάση μιάς εγκάρδιας χειραψίας,η ίδια λέξη γιά τον Πανούση είναι η τελευταία πράξη μιάς πισώπλατης μούτζας.Ας δεχθούν οι παλαιοί μου φίλτατοι συνεργάτες δυό παρατηρήσεις: πρώτη, ότι ο μέσος συνέλληνας τους έχει και τους δύο μέσα στην καρδιά του,όπως  ακριβώς στήνεται στις 17 Νοέμβρη γιά να δεί την σύλληψη αυτών που καίνε την Αθήνα και στις 18 περιμένει να γλυτώσουν τα καημένα τα παιδιά από την δικαστική ταλαιπωρία.Δεύτερη, όχι ακριβώς παρατήρηση, αλλά υποψία: είναι σίγουροι και οι δύο ότι η στάση τους δεν επηρεάζεται από μερικούς “κολλητούς” ; από τους οσιομάρτυρες που τους παραστέκουν και τους τσιγκλάνε “κοίτα τι έκανε πάλι ο τρελός” “κοίτα, μεγάλε, τί σου σέρνει”;Στο κάτω κάτω, κανένας δεν θα υποχωρήσει.Το τί αφήνουν στο μέλλον, θα το εκτιμήσουν τα εγγονάκια μας,άν βέβαια τους θυμούνται.(Υπάρχει περίπτωση να νικήσει τους πάντες ο Τώνης Βαβάτσικος).Αλλά στο υπόλοιπο της ζωής τους πρέπει να συνυπάρξουν.Καλό κουράγιο. 

 

985 

Ή, ολογράφως,εννιακόσια ογδόντα πέντε.Τόσα σιντάκια πούλησε ο Μιχαλάκης Τζάγκερ από την τελευταία του δουλειά την πρώτη μέρα του προμόσιον,την ίδια μέρα που ο Ρόμπι Ουίλιαμς μάζεψε τα φράγκα από εβδομήντα χιλιάδες παιδάκια.Γιά ρετάλι πενηνταεννιά χρονών,πολύ καλά τα πήγε, άνκαι δεν νομίζω ότι το φιλοσόφησε δραστικά.Ίσως να νόμισε ότι στον δρόμο που χάραξε ο Σαντάνα και ο  Τόμ Τζόουνς πέρισυ και πρόπερσι,χωρανε κι άλλα θαύματα.Κι όμως, ο Μιχαλάκης δεν πρέπει να έχει παράπονο.Σαράντα χρόνια στο κουρμπέτι,έγραψε στίχους σε καλά τραγούδια,μουσική σε λιγότερο καλά,κυνήγησε την αμερικάνικη αγορά,φλέρταρε με την εικονική πραγματικότητα της ντίσκο ,του σατανισμού και των ναρκωτικών όσο πατούσε η γάτα,έκανε και πολλά παιδιά.Επιπλέον έβγαλε λεφτά με ουρά, μπορεί να καυχηθεί ότι δεν εισέπραξε δεκάρα τσακιστή από επιχορηγήσεις και επίσης ποτέ του δεν παραπονέθηκε που το κοινό του προτιμούσε κατά καιρούς τον Μπάουι, τους Εροσμίθ και τον ‘Εμινεμ αντί τις δικές του προγραμματικές μπαλάντες,ιδίως όταν βαρυότανε τον μέγα του αιώνος ρεμπεσκέ, ονόματι Κιθ Ρίτσαρντς και έκανε προσωρινά σόλο καριέρα.Χρόνια στο τόπ τέν, κάθεται και ατενίζει από το νούμερο 85 των τσάρτς τις κορυφές.Αλλά σάματι πήγαν ποτέ καλύτερα τα πραγματικώς ωραία τραγούδια του;δεν ήταν ποτέ του πειράματος, σύμφωνοι, αλλά δεν πούλησαν ποτέ περισσότερο το New faces,το Dead Flowers και το Going home.Δεν μπορείς να βγάζεις συνέχεια Miss you και Satisfaction. Βαρυέσαι κάποια στιγμή.Πάρε τώρα τα 985 τεμάχια,αγόρασε τελάρα και μπρός, ζωγραφική. Το έκανε χόνια ο Τσόρτσιλ και δεν μετάνοιωσε.Του χρόνου,κλείνεις τα εξήντα και τεκμηριώνεις δικαίωμα σύνταξης. 

 

 

Επιλεκτική μνήμη

 

Λοιπόν, όχι! η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι στους Όρνιθες δεν υπήρξε ποτέ «σκάνδαλο». Είτε στο μπαλέτο, είτε στην κωμωδία του Αριστοφάνη. Η παράσταση σκανδάλισε πολλούς επειδή ο Κούν χρησιμοποίησε τελετουργικά και ενδυματολογικά στοιχεία ενός ορθόδοξου ιερέα γιά να αποδώσει τον προχριστιανικό ιερέα που ζητά σφάγια και προσφορές από τον Πεισθέταιρο.Η παράσταση κατέβηκε, ο τότε υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος απέκτησε στις γελοιογραφίες του Δημητριάδη μιά κάτασπρη κοτούλα δίπλα του,διότι η όρνιθα είναι το όνομα της κότας στην ποντιακή διάλεκτο και ο όρνις ,ως πτηνό, επιβίωσε στη γλώσσα μας το πολύ ως όρνιο.Αποτέλεσμα: ταύτιση του όρνιθος,δηλαδή του πουλιού, με την όρνιθα,δηλαδή την κότα.Η παράδοση είναι τόσο ισχυρή, ώστε σε δύο τουλάχιστον βιβλία μου,που δεν ευτύχησα να ιδώ την τελευταία διόρθωση,ο διορθωτής άλλαξε τους όρνιθές μου με τις όρνιθές του.Και φαντάζομαι πως κάθε φορά στο μέλλον που κάτι θα επιχειρείται με την σχετική μουσική του Χατζιδάκι,θα κυκλοφορεί ένα άρωμα σκανδάλου.Άλλες φορές, το νόημα αλλάζει από την συγκυρία, στην οποία συμμετέχει και ο δημιουργός.Στο έργο του Μπρένταν Μπήαν «ένας όμηρος» διεκτραγωδείται ο φόνος ενός άγγλου στρατιώτη από τους ιρλανδούς που τον έχουν πιάσει.Εκεί λοιπόν, υπήρχε  «το γελαστό παιδί», δηλαδή η ανάμνηση ενός ιρλανδού αγωνιστή που τον εκκαθάρισαν οι δικοί του.Γι΄αυτό και στο τραγούδι του Θεοδωράκη, δεν αναφέρονταν απλώς ότι «σκότωσαν οι δικοί μας το γελαστό παιδί» αλλά και  ο καημός που το γελαστό παιδί δεν είχε σκοτωθεί «στου αρχηγού το πλάι» , ή «από βόλι εγγλέζου» ή έστω «από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή».Προφανές ότι θεωρήθηκε προδότης και τον εξαφάνισαν.Αλλά μετά την δολοφονία του Λαμπράκη , «οι δικοί μας» έγιναν «φασίστες» και το γελαστό παιδί σκοτώθηκε από αυτούς.Σε άλλες παραλλαγές, ήταν «οι εχθροί μας». Η βίαιη αντιστροφή παντός λογικού νοήματος, δεν διατάραξε τον εγκέφαλο κανενός μας.Άλλη μιά απόδειξη ότι όταν τραγουδάμε μπορεί να  χαιρόμαστε, να  θλιβόμαστε, αλλά δεν είμαστε και στο φόρτε της ανάλυσης. Σημασία έχει ότι ο άγγλος όμηρος και ο ιρλανδός αδικοχαμένος ως προδότης,θα ζήσουν την εντροπία της όποιας σταδιοδρομίας τους στο μέλλον, μέσα από την ενδιάμεση ιστορική προοπτική.Αν αυτά συμβαίνουν σε έργα και γεγονότα προ μιάς γενεάς, καταλαβαίνετε, φίλτατοι, τί βουνά και κρημνίσματα παρεξηγήσεων, παρεμβολών,διαστροφών ή απλώς γεμισμάτων,περιέχουν τα έργα τέχνης που καταφθάνουν στο έτος 2000 από παλαιούς αιώνες, ή απο κοινωνίες διαφορετικές από την δική μας.Φανταστείτε πόσες φράσεις -κλειδιά ή σύμβολα ,είναι σύμβολα επειδή λησμονήθηκε ή διεστράφη η αρχική τους εκφορά.Υπάρχει και κυκλοφορεί μιά παράξενη παλίρροια και άμπωτις γεγονότων που στέλνει απροσδιόριστα στο μέλλον την παρεξήγηση και την καθιερώνει ως πρόσχωση μέσα μας.Επιπλέον: γεγονότα που τα ζήσαμε οι ίδιοι, αισθανθήκαμε την μυρωδιά τους και μετά από είκοσι ή τριάντα χρόνια ακούμε γι΄αυτά υπό άλλη οπτική, εάν αυτή η οπτική είναι ευνοϊκή γιά τις πράξεις μας, σπανίως βγαίνουμε να πούμε ότι δεν ήταν έτσι κι ήταν αλλοιώς.Οι διαφορές λησμονιούνται.Τα πρόσωπα φορτώνονται ιδιότητες που δεν είχαν.Η σημερινή αίγλη μερικών γερόντων δεν ήταν αίγλη στα τριάντα τους: υπήρχε πολλή και δόκιμη κριτική των πράξεών τους.Τελικά η επιλεκτική μνήμη παράγεται από εμάς; μήπως είμαστε γνώστες της πλαστότητας αλλά γινόμαστε μάρτυρες περί του αντιθέτου; ή μήπως δεν χάνει η Βενετιά βελόνι που κάποιο γεγονός μεταφέρεται παραμορφωμένο στο μέλλον; Και τελικά, γιά ποιό μέλλον οδυρόμαστε άπαντες,όταν εκ των πραγμάτων αυτό σχηματίζεται από μία κωμωδία παραξηγήσεων; 

Γκάρι και Τζεραλντίν 

Τέτοια μέρα,το 1944,όταν στο δυτικό μέτωπο ράγιζε ο Άξονας και η θερινή σοβιετική επίθεση θέριζε τις στέππες, και τα Ζερό των Γιαπωνέζων έπεφταν στον Ειρηνικό με πιλότους είκοσι ημερών και οι Γερμανοί με τους Έλληνες συνεργάτες τους ανηφόριζαν να κάψουνε χωριά,γεννήθηκαν ο Γκάρι και η Τζεραλντίν.Δεν ήταν  αδέλφια.Γεννήθηκαν σε διαφορετικές πόλεις, παντοτε αμερικάνικες.Είδαν το φώς του κόσμου σε υγιεινά μαιευτήρια,λουλούδια και γλυκά μοιράστηκαν στους ευχέτες,οι περιορισμοί του πολέμου δεν άφηναν παρά τις μεγάλες πολυτέλειες απ έξω.Ήταν ο γιός του Τζέρι Λούις και η θυγατέρα του Τσάρλι Τσάπλιν.Γιαλιστερά περιοδικά,σπίτια με κήπο,αυτοκίνητα φρεσκοπλυμένα,όλοι χαμογελαστοί τριγύρω.Στα πρώτα τους γενέθλια ,ο Πιέρ Λαβάλ, ο άνθρωπος που έπεισε τον Πεταίν να δεχθεί την ανακωχή το 1940 και να δημιουργηθεί το κράτος του Βισύ,συνελήφθη στην Αυστρία και τον έστειλαν να δικαστεί.Ενός έτους μωρά, την ώρα που το Enola Gay υφίστατο ακόμη έναν έλεγχο γιά να ξεφορτώσει την μεθεπόμενη εβδομάδα μιά βόμβα στην Χιροσίμα.Στα έντεκά τους χρόνια,πάλι στα γενέθλιά τους, ο Μπίλ Χάλει και οι Κομήτες του ήταν πρώτοι σε πωλήσεις με το rock around the clock.;Έπαιξαν στο σινεμά,έπαιξαν μουσική, έλεγαν αστεία σε μεγάλες γελαστικές σάλες,είχαν προβλήματα με τους πατεράδες τους.Δεν ξέρω που είναι σήμερα. Του Γκάρι Λούις το πρόσωπο δεν το ξέρω.Ποιός να γεννήθηκε μαζί τους ακόμη;ποιά παιδιά του πολέμου, παιδιά του ψυχαρού πολέμου, παιδιά του ρόκ, παιδιά των λουλουδιών, παιδιά του τείχους, παιδιά του internet; 

Προβολείς 

Δεν είναι τόσο αυτονόητο ότι η μουσική είναι δουλειά της νύχτας.Στο ελληνικό καλοκαίρι πάντως, είναι. Με δικαιολογία την ζέστη,συγκροτήματα, μουσικοί, τραγουδιστές,τεχνικοί και συναφείς,ανοίγουν τα μικρόφωνα στις δέκα.Ωστόσο δεν εκμεταλλεύονται το σκοτάδι.Απεναντίας το ξορκίζουν, τοποθετώντας πάνω από τα κεφάλια τους ένα δάσος προβολέων, ενίοτε να αναβοσβήνουν,σπανίως λευκών,πάντοτε σε μία σκαλωσιά που έχει τις συνδέσεις έτοιμες και μπορεί ανέτως να μπεί στο φορτηγάκι γιά την επόμενη συναυλία.Οι προβολείς πρωταγωνιστούν,όχι οι καλλιτέχνες.Γιά την ακρίβεια, ο ηλεκτρισμός. Έτσι και πέσει καμιά ασφάλεια, χαλάσει κανένα ρελεδάκι, οι συναυλίες αυτοκαταργούνται.Κανένας δεν τολμάει να εκθέσει τη φωνή του στο μουρμουρητό χιλίων θεατών, στα τζιτζίκια του παρακειμενου άλσους,στον σταθερό ήχο από μηχανές αυτοκινήτων που σίγουρα κάπου βογκάνε και κορνάρουν γιά να προλάβουν οι επιβάτες τους την επόμενη χασαποψαροταβέρνα.Κι όταν το πλήθος συγκινείται και μερακλώνεται,ανάβουν εκείνα τα αναπτηράκια στο κοίλον,και ο τραγουδιστής αφήνει το σουξέ του να κυκλοφορήσει στα στόματα όλων, κλείνοντας με την παλάμη που δεν κρατάει τα τάστα το δικό του μικρόφωνο.Κι άν απο παραδρομή παραποιήσει τα στιχάκια του ο ίδιος,ο κόσμοςπ ου τραγουδά μαζί του τα επαναλαμβάνει ορθά, όπως ακριβώς τα άκουσε από τον δίσκο.Διότι σε αυτές τις γιορτές το μόνο που μας ενώνει είναι οι προβολείς.Ο καθένας προσέρχεται με τη δική του μνήμη.Ι 

 

Πέρι Κόμο

 

Πέθανε κι ο Περι Κόμο.Δεκαετία του πενήντα, βελούδινη φωνή,magic moment,I wanna see more of you, ύμνος των μετέπειτα γουαναμπίδων(wannabees). Στην  εποχή των μπίτνικς,του Τζάκσον Πόλλοκ,του Μάιλς Ντέιβις και του Φράνκ Ο΄Χάρα,όλοι αυτοί οι Ιταλοί τραγουδιστές,Πολ Άνκα, Πέρι Κόμο κι άλλοι τριάντα, που πολέμησαν στον παγκόσμιο πόλεμο ή στην Κορέα, στάθηκαν κόντρα στον Πρίσλει και στην μαύρη μουσική,έκλαιγαν μπροστά στις αμερικάνικες αξίες,είχαν έμβλημά τους τον Φράνκι Σινάτρα και την παρέα του, κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και δεν πουλούσαν πιά στις κοπελούδες,τα ιταλικά τους χαρακτηριστικά έγιναν εμφανή με το πέρασμα της ηλικίας (όπως το έχει πάθει ο Σκορτσέζε, ο Κόπολα και θα το πάθει ο Νίκολας Κέιτς) και πέρασαν τα γεράματά τους τραγουδώντας στο Λας  Βέγκας με στραφταλιστό σμόκιν και παπιγιόν θαρρείς αντίγραφο από την έλικα του αεροπλάνου του Λίντμπεργκ.Το έλεγαν (όχι το παπιγιόν, το αεροπλάνο) «πνεύμα του Σέν Λούι». Εκεί ακριβώς όπου οι μαγεμένοι σκυλάραπες με τις σουρντίνες έστελναν την θεία μουσική τους στα πέρατα του κόσμου,παρά το ξύλο που έτρωγαν από την εθνοφυλακή στο σινεμά και στην πραγματικότητα.Για να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει με τους Ιταλούς και τους Αμερικάνους στον πολιτισμό της μουσικής,σας καλώ να αναλογιστείτε πώς θα ένοιωθαν οι πατεράδες μας εάν από τον μεσοπόλεμο και πέρα,υπήρχε έντονη παρουσία της Αλβανικής μουσικής στην χώρα.Όχι της τουρκομερίτικης (που προσομοιάζει με την  επίδραση των Ιρλανδών στην Αμερική).Ιταλοί στην δεκαετία του 30 …εκτός από τον Μάριο Λάντζα,αδιανόητα πράγματα.Σα να είχε πέραση ως τραγουδιστής στα κέντρα της Καρδίτσας όχι ο Τσιτσάνης αλλά ο πατέρας του Φάτος Νάνο.Πέθανε ο Πέρι Κόμο.Στην Ελλάδα τον ξέχασαν βεβαίως εκεί, γύρω στο 1958/9, αλλά ήρθε στην επικαιρότητα ένα διαστηματάκι, όταν εμφανίστηκε μια ατάκα για αυτόν σε ένα ελληνικό κινηματογραφικό έργο.Δεκαετία του ογδόντα, αρχές,τα κουρέλια τραγουδάν ακόμη, η γενιά των κλάμπ και των καταλήψεων που παρακολουθούσε έκθαμβη την προ εικοσαετίας γενιά να σαχλαμαρίζει.Ανάθεμά με αν είχαν ακούσει ποτέ τους Πέρι Κόμο.Όσο άκουσα Τίνο Ρόσσι.Όλοι τους Ιταλικότατοι, γλυκείς,στα Λας Βέγκας οι εξ Αμερικής, τούρνε Σοριέντο οι υπόλοιποι,καντσονέτες  και μελίκρατα αρπίσματα.Δεν τους έσβησε από τον χάρτη στην γενέτειρα ο Τσελεντάνο,αλλά η Ρίτα Παγώνη,ο Πεπίνο Γκαλιάρντι και άλλες λησμονητέες  υπάρξεις που ξεχάστηκαν ωσάν τον Βάλτερ Κιάρι.Αλλά μη μου ανησυχείτε: όλοι θα φύγουμε από τη ζωή λησμονημένοι.Ευτυχώς για τη ζωή. 

 

 

 

Λαϊκό εναντίον ρεμπέτικου; 

Προ εικοσαετίας βρισκόμουνα στην φιλόξενη κατοικία ενός ευπατρίδη ποιητή και στιχουργού και ανταλλάσσαμε γκρίνιες, όταν τον ζήτησαν στο τηλέφωνο.Ήταν ο παραγωγός μιάς μεγάλης εταιρείας.Του παρήγγειλε μια σειρά στιχηρών με θέμα την φανταρία «επειδή έχει πέραση». Θα τα τραγουδούσε μια πασίγνωστη αοιδός.Ο άνθρωπος έκλεισε κατάχλωμος το τηλέφωνο και μου είπε «αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση». Του υπενθύμισα ότι μόλις πέρισυ, κάποιος συνθέτης είδε μερικούς στίχους μου για τους μεταλλωρύχους στο Στρατόνι, και μου πρότεινε να βάλω την λέξη «Μποδοσάκης» με κάποιο τρόπο, για να γίνει το σουξέ πιασιάρικο.Πάμπολλα παραδείγματα έρχονται στο φώς κάθε τόσο και πυκνώνουν την γενική αίσθηση,στον κόσμο των επαγγελματιών, ότι η αναζήτηση του «λαϊκού ενδιαθέτου» αποτελούσε και αποτελεί, μεταπολεμικώς, το ισχυρότερο κίνητρο παραγωγής τραγουδιών. Σήμερα βέβαια έχουν ευτελιστεί τα πάντα στα σουξεδιάρικα, αλλά οι ίδιοι άνθρωποι που τα επιβάλλουν, κυβέρνησαν με τις ίδιες αντιλήψεις το τραγούδι και παλαιότερα.Επομένως, οι αναγωγές στο «άγιο ρεμπέτικο» και στο «άγιο λαϊκό» τραγούδι, εάν δεν κρύβουν μια παθιασμένη προσήλωση, απόλυτα σεβαστή,δεν είναι ιερόσυλες εκφράσεις. Είναι απλώς κακόγουστες.Μήτε ολόκληρο το ρεμπέτικο είναι μια ιστορία κορυφώσεων, μήτε το λαϊκό ενέχεται πλήρως στον κανιβαλισμό της νεοελληνικής  ακρόασης.Ο κόσμος δεν τα ξέρει αυτά, και δικαίως.Προσηλώνεται στον τραγουδιστή και καλά κάνει.Δεν ξέρει την εσωτερική δικτατορία των στίχων που του σερβίρονται και δεν χρειάζεται.Εάν ο Κώστας Φέρρης ανέγραφε τα ίδια πράγματα χωρίς ονόματα και διευθύνσεις,κανένα δελτίο ειδήσεων δεν θα τον έκανε πρωτοσέλιδο.Εξάλλου, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον όρο «χαβαλές» ,όχι με την έννοια που δίνουμε οι περισσότεροι, αλλά ως τμήμα μιάς μουσικής ορολογίας.Οι παλαιοί μουσικοί θα σας ορκιστούν ότι λέγοντας «χαβαλέ» εννοούν ακριβώς τον τρόπο που τραγουδούσαν μερικά γλεντζέδικα ο Ζαμπέτας, ο Χρηστάκης, σήμερα ο Μπουγάς.Δεν νομίζω ότι η Μαντουμπάλα(δηλαδή ο Ινδός Μαντουμπάλας, το όνομα είναι αρσενικό)  ανήκει στους χαβαλέδες.Είναι τραγούδι φυγής,τραγούδι εξωτικό,στην γραμμή της Ζιγκουάλας, αλλά και του τραγουδιού από το Αλγέρι.Τέτοια τραγούδια είναι το Καραμπιμπερίμ, τα φίνα ακρογιάλια της Παραγουάης.Σε αυτά, Έλληνες ερωτεύονται και ρομαντζάρουν, ακούνε μαγευτική μουσική και ονειρεύονται να κλέψουν μια τρελή  ντιζέζ από σουλτάνους, σεϊχηδες και ευνούχους.Όλες αυτές οι Μισιρλούδες, με προφανή νεορομαντική προδιάθεση,συνδέονται και με το ρεμπέτικο, μέσω των οργανικών μινόρε, αλλά και με το μετέπειτα λαϊκό.Εξάλλου στα ίδια χρόνια, και το ελαφρό τραγούδι φλέρταρε συνεχώς με την λατινική Αμερική και τους ρυθμούς της,μάμπο,ρούμπες,τανγκό και σάμπες.Είναι λυπηρό που μια ακόμη ενδιαφέρουσα συζήτηση μετατρέπεται σε παιχνίδι άσπρου μαύρου.Προσωπικά λατρεύω το ρεμπέτικο,αλλά δεν σκοπεύω να οργανώσω σε παρακαταθήκη τις απόψεις μου. Ανάμεσα στα χαρτιά μου υπάρχει μια αυτοσχέδια επικήρυξη που μου έστειλε κάποιος επειδή βρήκε την κριτική μου για το είδωλό του εξωφρενική.Άς μη δημιουργήσω κι άλλες.Να υπενθυμίσω ότι αυτά τα δημιουργήματα ,στην εποχή τους, δεν είχαν την απήχηση που σήμερα θεωρούμε αυταπόδεικτη.Η Μαντουμπάλα ήταν ύμνος επί μερικούς μήνες, αλλά τοσο η Μαριάννα Χατζοπούλου, όσο και ο Γιάννης Βογιατζής δεν πήγαιναν πίσω.Επίσης να σας φοβίσω με το ενδεχόμενο σε τριάντα χρόνια να μιλάνε για τα σημερινά πιασιάρικα τραγουδάκια με αντίστοιχο υμνητικό τρόπο.Επίσης,τραγούδια που σήμερα εκτιμούμε και μας συγκινούν, δεν γνώρισαν στην εποχή τους μεγάλη επιτυχία.Η επιλεκτική μνήμη δεν είναι το μόνο προνόμιο της ωριμότητας. 

 

 

Ντασέν Καραμπονεμί

 

Νέο πρόσωπο στην showbiz; όχι βέβαια. Πρίν είκοσι χρόνια, μου διηγείται η Μερσεντές, έτσι διαφήμιζαν οι υπαίθριοι πραματευτές τις κασέτες τους στα πεζοδρόμια. Εννοούσαν ότι είχαν  Τζό Ντασέν, Ραφαέλα Καρά και Μπόνει Έμ. Ντασέν Καραμπονεμί.Και πώς μου ήρθε ο αχταρμάς; μήγαρις είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος; δεν εμφανίστηκαν τις προάλλες οι Μπονεμί στα περίχωρα και τρέλαναν τα μικρά;Η ηλικιακή πυραμίδα σε μία λιθογραφία στα αρχαία καφενεία τό έδειχνε καθαρά.Η κορυφή της ήταν στα πενήντα.Μετά, άρχιζε η κατρακύλα.Εάν λοιπόν ,πρίν χορέψουν το δικό τους Ζάλογγο , οι καλλιτέχνες του χτές, επιχειρήσουν στα 48, στα 58 ή στα 66 μιά επαναφορά, χάριν  των παλαιών αναμνήσεων,τί το μεμπτόν;Γιά τον Σαντάνα, τα μάθατε. Τον καινούργιο Τόμ Τζόουνς, τον χορέψατε .Sex bomb.To τραγικό είναι να μπερδέψετε τον έχοντα ακόμη φλόγα με τον έχοντα ακόμη απωθημένα.Η νεότητα έχει όλα τα καλά και ένα κακό: περνάει.Ο κόσμος είναι γεμάτος τριαντάρηδες που κάνουν 4000 πουσάπς και πηδάνε από γκρεμούς γιά πλάκα, σαραντάρηδες που ιδρώνουν στα γυμναστήρια, πενηντάρηδες βέβαιους ότι θα ζήσουν άλλα 435 χρόνια, εξηντάρηδες που κυνηγούν εικοσάρες, εβδομηντάρηδες που χτίζουν σπίτι γιά τα γεράματα, ογδοντάρηδες που φυτεύουν αχλαδιές γιά να τρώνε φρέσκα φρούτα.’Ολα αυτά είναι προνόμια της ηλικίας 18-26 με το ζόρι, αλλά ποιός έχει καιρό σε τέτοια ηλικία να προβλέπει;Μέσα στο σαρκίο μας, ανεξαρτήτως φθοράς,έχουμε αίσθηση άφατης νεότητας, συναισθήματα οκτάχρονου, επιθυμίες δεκαπεντάχρονου και επίγνωση μόλις αποφοίτου δημοτικού. Όλα είναι μπροστά μας. Οι οπωρώνες,τα χρήματα, τα σχέδια, το μέλλον.Ο καθρέφτης λέει ψέμματα. Λοιπόν, Ντασέν Καραμπονεμί γιά πάντα.Το φαινόμενο δεν είναι μόνον μουσικοχορευτικό. Γνωρίζω δεκάδες φιλάθλους πεπεισμένους ότι εάν του τη βιδώσει του Κρόιφ ή του Χατζηπαναγή, του Γκάλη και του Πελέ, θα μπούνε στο ταρτάν και δεν θα μείνει δίχτυ.Το ίδιο ισχύει γιά πολιτικούς, γιά στρατιωτικούς, γιά οικονομικούς παράγοντες. Σάμπως ο Βελισάριος δεν νίκησε στα τελευταία του τους Ούννους, με στρατό εβδομηντάρηδων,όπως τόσο ωραία περιγράφει ο Γκραίηβς; μήπως δεν περιμένουμε να δούμε σε λίγο τους Space cowboys, όπου ο Τόμι Λί Τζόουνς, ο Κλίντ Ίστγουντ, ο Τζέιμς Γκάρνερ και ο Ντόναλντ Σάδερλαντ θα σώσουν τη Γή από τον δορυφόρο; και που ήταν ακριβώς ο Γκλέν τις προάλλες; Πόσων ετών ακριβώς ο Κώστας Μητσοτάκης δεν θα έλεγε όχι στην προεδρία της Ελληνικής δημοκρατίας;Κι όμως, υπάρχουν τα Ηλύσια Πεδία στον κόσμο των ζώντων! η τρελή εποχή της δράσης, των ελπιδων, της καθημερινής κατάπληξης αφήνει τους ανθρώπους βαθειά λαβωμένους.Νομίζουν ότι σβήνουν πρίν την ώρα τους.Αφήνουνε την ακατανίκητη αδράνεια του οκτάχρονου παιδιού που έχουνε μέσα τους να καθορίζει τον μέλλοντα χρόνο.Το έχουνε πάρει χαμπάρι από καιρό οι κάθε λογής μεσέμποροι και τους προμηθεύουν με επικοινωνιακές ατάκες. Ποτέ δεν είναι αργά. Εμείς έχουμε την πείρα. Η γριά η κότα έχει το ζουμι.Επί των ημερών μας η μουσική ήταν ποιοτική, η λογοτεχνία αναγνώσιμη, το πολιτικό ήθος υψηλόν, το φρόνημα ακμαιότατον.Οι  Έλβις και οι Κάλλας των ημερών μας ακόμη σας συνεπαίρνουνε.Στα χρόνια μας υπήρχαν οι ζωντανοί θρύλοι. Εάν θέλετε, ώ νέοι, να γλυτώσετε από εμάς, έναν τρόπο έχετε: λατρέψτε μας, θεοποιήστε μας, ανακαλύψτε μας.Τότε κι εμείς, ως θεοί, θα οσφραινόμαστε την κνίσσα και θα απομακρυνθούμε μεταξύ ατμοσφαίρας και στρατοσφαίρας.Ακούγοντας Ντασέν Καραμπονεμί. 

 

 

 [θεματικό ανθολόγιο από καναβάτσα πρίν το 2003]

 

Advertisements