Η προετοιμασία μιάς μάχης

 

Σε λιγότερα από δύο χρόνια, η Βουλγαρία θα θεωρείται μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,μέρος του Ευρωπαϊκού αινίγματος, μέρος της Ευρωπαϊκής λύσης.Οι άνθρωποι του πολιτισμού, θα ανακαλύψουν και εδώ, όπως και σε όλες τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, ότι  κανένας δεν τους χρειάζεται όπως τους χρειάστηκε κάποτε η ίδια τους η χώρα.Από την άλλη, θα ανακαλύψουν επίσης ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι θα ενδιαφέρονται γιά το διαβατήριό τους, επομένως διευρύνεται το περιβάλλον της δημιουργίας τους.Η σημερινή συνάντηση είναι καλό να θεωρηθεί ως προετοιμασία μιάς μάχης, μιάς από τις πολλές που αργότερα θα χαρακτηριστεί με μιά φράση ως «ο πόλεμος των μητροπόλεων».

 Οι εμπειρίες μου ήταν άλλοτε ευτυχείς, άλλοτε καταστροφικές.΄Εμαθα από τα λάθη μου και τα λάθη των άλλων.Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ήμουν ένα γρανάζι σε μεγάλους μηχανισμούς, που ακολουθούσαν την δική τους πολιτική.Σήμερα, ανταποκρίνομαι στην ευγενή πρόσκληση του αντιδημάρχου,επειδή γνωρίζω καλά πως η διαχείριση μεγάλων πολιτιστικών γεγονότων και τα εργαλεία στα οποία στηρίζεται, είναι μιά εμπειρία που μεταφέρεται ,διδάσκεται και διορθώνεται.Και είμαι βέβαιος ότι εκτελείται σωστά από τους σωστούς ανθρώπους, που δεν είναι άλλοι από τους ανθρώπους σας, της διπλανής πόρτας. Δείτε το σαν την εκμάθηση της ιχνογραφίας. Ο καθένας μπορεί να μάθει να σχεδιάζει με σωστές αναλογίες ,αν και δύσκολα ο καθένας μπορεί να γίνει ζωγράφος. Ο διαχειριστής ενός πολιτιστικού προγράμματος δουλεύει στο υπόγειο ή στα παρασκήνια.Αν γοητεύεται από το παλκο και την δημόσια έκθεση,είναι ακατάλληλος γιά την δουλειά αυτή.Πρέπει να διαβάζει στατιστικές, να διορθώνει την τελευταία στιγμή προγραμματισμένες κινήσεις, να είναι εξαιρετικά γρήγορος στις αποφάσεις του, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι διαχειρίζεται συνειδήσεις, όχι θεατρικά έργα και συναυλίες.

 

Ο διεθνής ανταγωνισμός των μητροπόλεων

 

Ο ανταγωνισμός των μητροπόλεων του κόσμου ξεκίνησε πρίν πολλές δεκαετίες, με τις  διεθνείς εκθέσεις, τους αθλητικούς αγώνες και τα πολιτιστικά φεστιβάλ. Την αρχή την έκαναν πλούσιοι χορηγοί που δέχτηκαν τα σχέδια ευφάνταστων οργανωτών, αλλά γρήγορα τα κράτη κατάλαβαν την σημασία της ανάδειξης των μεγάλων πόλεων στον παγκόσμιο στιβο, επειδή είδαν με έκπληξη ότι βελτίωναν την εικόνα τους, χωρίς βαρείς εξοπλισμούς και πολεμικές προετοιμασίες. Το Παρίσι έγινε η Πόλη του Φωτός αμέσως μετά τον καταστροφικό πόλεμο του 1870. Οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες της Αθήνας δημιούργησαν ένα ευνοικό πολιτικό κλίμα, που απάλυνε τις συνέπειες από την ήττα της Ελλάδας το 1897.Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τα αθλητικά γεγονότα βοήθησαν τον κόσμο να ξεχάσει και να προχωρήσει.Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω τι σήμαιναν γιά την Γερμανία οι Αγώνες του 1936.Ολα αυτά ήταν φάσεις ενός μεγάλου πολέμου,που είχε το πλεονέκτημα να μη κοστίζει ανθρώπινες ζωές.Ο πολιτισμός ποτέ δεν σταμάτησε κανέναν πόλεμο, αλλά είναι η κυριότερη ανταγωνιστική  πράξη σε καιρό ειρήνης.Ο πολιτισμός ως συντελεστής ειρήνης και κατανόησης των λαών, είναι ένας μύθος που δεν τον δέχεται κανένας πολιτιστικός διαχειριστής.Ο Πολιτισμός είναι μιά μορφή  πολεμου που έχει τους περισσότερους διεθνείς κανόνες.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,τα πολιτιστικά γεγονότα μετατράπηκαν σε πηγές κύρους και  επίδρασης, χωρίς να ξεχνάμε ότι ήταν και πολύ βολικές βιτρίνες των καθεστώτων. Το σοβιετικό μοντέλο και παράλληλα το αμερικάνικο είχαν τον «τρόπο της ζωής» κυρίαρχο ιδεολογικό τους όπλο.Ηταν μιά πραγματική επανάσταση, επειδή στα χρόνια του Βίσμαρκ ή του Ναπολέοντα, οι μεγάλες δυνάμεις πρόβαλαν τα πολιτικά, νομοθετικά, οικονομικά και στρατιωτικά τους επιτεύγματα και θα ήταν γελοίο να σκεφτούμε ότι οι Αυστριακοί δέχτηκαν την ήττα από τους Γάλλους με υπομονή, επειδή μπορούσαν να τρώνε μπουγιαμπέσα, ενώ το αστραφτερό μετρό και οι σκακιστές της Μόσχας ,τα χάμπουργκερς της Μακντόναλντ  και τα γουέστερν του Χόλιγουντ άξιζαν πολύ περισσότερη προσοχή στην διαμόρφωση  μιάς ευμενούς κοινής γνώμης.Η πολιτιστική διείσδυση της σύγχρονης εποχής, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ήταν αγγλοσαξονική εφεύρεση. Στο νησί που κατοικώ, οι κάτοικοι εξακολουθούν και παίζουν κρίκετ παρά το ότι οι Αγγλοι είναι παρελθόν από το 1864.

Εως το 1985, που ξεκίνησε ο θεσμός των Ευρωπαϊκών πρωτευουσών του πολιτισμού, υπηρχαν στον κόσμο  μεγάλα πολιτιστικά και αθλητικά γεγονότα, που είτε περιόδευαν στον πλανήτη, είτε υπηρχαν μέσα  στις πόλεις. Οι Κάννες, η Βενετία, το Εδιμβούργο,το Μπαϊρόιτ,ήταν έντονα παραδείγματα που οδήγησαν πάρα πολλές πόλεις να αποκτήσουν τα φεστιβάλ τους, συχνά εξειδικευμένα. Οι Ολυμπιάδες είχαν ήδη μετατραπεί σε σύνθετα γεγονότα που μόνον εξειδικευμένοι επαγγελματίες μπορούσαν να αντιμετωπίσουν.Οι περιοδείες των ρόκ συγκροτημάτων δημιούργησαν τεράστιες αγορές. Οι πόλεις δεν ακολούθησαν αυτόν τον επαγγελματισμό. Οι συντονιστές των φεστιβάλ σπανίως μπορούσαν να μεταγραφούν σε μία άλλη πόλη.Η τεχνογνωσία μιάς διοργάνωσης ήταν συχνά προϊόν αυτοσχεδιασμών και ισχύος της τοπικής κοινωνίας. Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι οι διευθυντές των κινηματογραφικών φεστιβάλ Βάρνας ,Κωνσταντινούπολης και Θεσσαλονίκης θα μπορούσαν να ανταλλάξουν τις θέσεις τους. Μήτε οι ποιητές του Πλόβντιβ θα μπορούσαν να αισθανθούν άνετα στην Στρούγκα. Οι εκδηλώσεις αυτού του τύπου, που ξεκίνησαν κυρίως μέσα στην δεκαετία του 60 και οι περισσότερες συνεχίζονται ακόμη,δημιούργησαν κοινό, εκπαίδευσαν στελέχη, αλλά το επίπεδο ήταν τοπικό και ταυτόχρονα διεθνές.Ποτέ δεν λειτούργησε ως διακρατικό παράδειγμα.Οταν η Ευρωπαϊκή Αγορά σκέφτηκε να μετατραπεί σε Ένωση, είχε μπροστά της να λυσει προβλήματα άμυνας, νομίσματος, τραπεζικής συνεργασίας,νομοθεσίας. Αυτά ήταν μικρά προβλήματα μπροστά στο γεγονός ότι είχε να αντιμετωπίσει πεντακόσια κινηματογραφικά φεστιβάλ, μεγάλα και μικρά, χιλιάδες αυτόνομους ή όχι καλλιτεχνικούς οργανισμούς, άλλους κρατικούς, άλλους εξαρτημένους από την τοπική αυτοδιοίκηση και πάρα πολλούς ιδιωτικούς.Κι αυτά, ενόσω στους νέους, κυριαρχούσε απο δεκαετίες ο ίδιος νόμος δραπέτευσης, το ρόκ και τα παρακλάδια του, το μπλουτζίν και οι ίδιες διατροφικές συνήθειες.Ίσως γι΄αυτόν τον λόγο, η Ευρώπη δημιούργησε μόνον γενικές αρχές πολιτιστικής διαχείρισης ,που ελάχιστα διαφέρουν από συμβατικά ευχολόγια.Ενας έμπορος ή ένας τραπεζίτης δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση άν διέθετε στην δουλειά του την αντίστοιχη με τον πολιτισμό νομική και διαδικαστική βάση.

Αυτό δεν σημαίνει πως το πλαίσιο των πολιτιστικών προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται σε χαώδη κατάσταση.Απεναντίας, υπάρχουν αυστηρές προδιαγραφές που τηρούνται.Αλλά η κατάσταση των πολιτιστικών διαδικασιών στά ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων, απηχεί τις μεγάλες διαφορές αρχών που κυριαρχούν στις εθνικές πολιτιστικές νομοθεσίες και τακτικές. Σε πολλά κράτη επικρατεί μία μορφή κρατικού προστατευτισμού, ενώ σε άλλα η ελεύθερη αγορά έχει κερδίσει την μάχη. Τα επιδοτούμενα καλλιτεχνικά σχήματα άλλοτε δρούν χωρίς παρεμβάσεις, άλλοτε απαιτείται από αυτά συγκεκριμένο πλαφόν επιτυχίας.Όπου η Ευρώπη παρουσιάζεται να παίρνει μέτρα γιά την  τόνωση συγκεκριμένων πολιτιστικών προγραμμάτων, σπανίως τα προϊόντα της αποκτούν διεθνή ανταγωνιστικό χαρακτήρα.Μερικά κράτη εμφανίζουν αξιοζήλευτη δραστηριότητα σε μερικούς πολιτιστικούς τομείς, αλλά πολλές φορές αυτό οφείλεται στην κυριαρχία της ιδιωτικής αγοράς, κι όχι στον προστατευτισμό.Όταν οι Ευρωπαίοι δημιουργοί ανοίγονται πέρα από τις αγορές των πατρίδων τους, δεν έχουν ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, αλλά διεθνή.Μόνο τότε εξισώνονται με τους Αμερικανούς δημιουργούς, που πολύ σπάνια έχουν την ευτυχία να καλύπτονται στα πρώτα τους βήματα από κάποια κρατική βοήθεια. Κι επειδή αυτοί οι όροι πηγάζουν από την μόνη πραγματική ιδέα που έχουμε γιά τον πολιτισμό, δηλαδή την φαντασιακή, η επικράτηση μύθων γιά τον πολιτισμό, είναι η αναγκαστική παραχώρηση των κρατών και των δημιουργών στον στίβο αυτόν. Έχω μερικά παραδείγματα.Στην Ευρώπη υπάρχει ο έντονος μύθος του κέλτικου «έθνικ», της ισπανόφωνης καλλιτεχνικής έκφρασης που υποτίθεται πως είναι έντονα εξπρεσιονιστική και με πάθος, μεταξύ φλαμένκο και Νταλί, μιάς βαλκανικής γειτονιάς που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μελό του 19ου αιώνα και  μιάς σκανδιναβικής δημιουργίας που θεωρείται μινιμαλιστική, μετρημένη και σοβαρή. Αυτές οι προκατασκευασμένες εικόνες αναγκάζουν τους δημιουργούς που ζούνε σε κράτη του περιθωρίου, να αναπαράγουν τις συμπεριφορές που νομίζουν ότι περιμένουν από αυτούς.Κανένας δεν προσπαθεί να προβάλει το πρόσωπο μιάς βαλκανικής Ελλάδας, της βροχερής, πολυπολιτισμικής, βαρύθυμης χώρας,μήτε κάν οι γείτονές της. Απεναντίας, τα λευκά νησιά και τα αρχαία ερείπια, σε συνδυασμό με συγκεκριμένη τροφή και ποτό, θεωρούνται θέλγητρα. Παρόμοίως, η Ουκρανία δεν θα έπαιρνε ποτέ την πρώτη θέση στην Γιουροβίζιον,άν δεν «πουλούσε» μιά εικόνα συμπαθούς, σεξικού βαρβαρισμού.

Ο διεθνής ανταγωνισμός των μητροπόλεων του κόσμου, επειδή έχει στόχο την οικονομική ευρωστία των πολιτών της, δεν χρειάζεται τον πολιτισμό παρά μόνον γιά να τροφοδοτεί με εύκολα συνθήματα και εικόνες την παγκόσμια κοινή γνώμη. Σε αυτό το πλαίσιο, η μοναξιά του καλλιτέχνη, οι αποτυχίες και η φτώχεια του, η έμπνευση και η εξέλιξή του, έχουν θέση το πολύ πολύ σε μία μεταθανάτια βιογραφία του.Το πολιτιστικό προϊόν που ζητάει η νέα αγορά, πρέπει να είναι απαλλαγμένο από όλα τα προβλήματα που ξεπεράστηκαν στην παραγωγή του.Ακόμη και ο μελαγχολικός, ετοιμόρροπος δημιουργός που υποφέρει στην σκηνή, πρέπει να διαθέτει κάτι το γκροτέσκο.Δεν έχω λοιπόν να συζητήσω τίποτε με κάποιον ευαίσθητο που πιστεύει ότι η τέχνη συγκρούεται με την ζωή, κι ότι αυτό είναι ο πόλεμος που εννοώ.Ενώ εννοώ πως ο πολιτισμός δεν είναι τέχνες και γράμματα, αλλά ένα εξάρτημα στον τροχό του χρόνου.Δεν ξεχνώ πως ο  Απόλλων, ο θεός της μουσικής, έγδαρε τον Μαρσύα, επειδή ήταν ο καλύτερος αυλητής.

 

Ο μύθος των δικτύων

 

Ενώ οι πολιτιστικές πρωτεύουσες ξεκίνησαν την διαδρομή τους, στη πρώτη δεκαετία, ήταν προφανές ότι δεν είχαν κοινούς στόχους. Οι μεγάλες πολιτιστικές πρωτεύουσες ,η Φλωρεντία, το Βερολίνο ,το Παρίσι,διοργάνωσαν φεστιβάλ που ξεχάστηκαν αμέσως. Οι μικρότερες πόλεις αγωνίστηκαν να παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό, συνήθως συνδυάζοντας την καλυτέρευση των υποδομών τους, με κάποιες ζωντανές ιδέες. Αλλά ο χώρος παρέμενε ανταγωνιστικός και μάλιστα χωρίς αύξηση της πολιτιστικής ευρωπαϊκής πελατείας, που βρίσκεται κοντά στο 2% του πληθυσμού,ενώ οι τηλεθεάσεις και η εμπορική  ψυχαγωγία φτάνουν να καλύπτουν ακόμη και το 50% του πληθυσμού των κρατών, όχι μονον των πόλεων.Αρχισαν λοιπόν να ερευνώνται άλλες λύσεις, πιό λογικές και οικονομικές.Οι περισσότερες προσπάθειες, που ξεκίνησαν μάλιστα από τηλεοπτικούς σταθμούς, είχαν στόχο τους την δημιουργία δικτύων. Φαινόταν λογικό, επειδή όπως ένα τραπεζικό δίκτυο μειώνει τα λειτουργικά του έξοδα ,ενώ μπορεί να κινείται ελεύθερα στην παγκόσμια οικονομία, ένα πολιτιστικό δίκτυο θα μπορούσε να ελαφρώσει τις τοπικές κοινωνίες από πολλά έξοδα και να τις ελευθερώσει από την έλλειψη πείρας και οργάνωσης.Ιδρύθηκαν στα τελευταία είκοσι χρόνια, πολλά δίκτυα πόλιτισμού. Αλλά η επιχείρηση, ενώ ήταν σωτήρια στην περίπτωση των πανεπιστημίων, στην οργάνωση βιβλιοθηκών, στο διαδίκτυο, στις εμπορικές επιχειρήσεις, στην άνοδο του franchise ,γιά τα καθαρά πολιτιστικά γεγονότα και ιδρύματα, αποδείχτηκε ένας ακόμη μύθος.Ενα δίκτυο, γιά παράδειγμα αγροτουρισμού της Ροδόπης, μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας,σημαίνει πολλές συνοριακές εξόδους, καλό οδικό σύστημα, ενιαίο λογισμικό στα ξενοδοχεία, στην διαχείριση προϊόντων, στην  τυποποίηση, αλλά δεν μπορεί να ενοποιήσει πολιτισμικά το Μπάτσκοβο ή το Μελένικο με την Ξάνθη ή την Δράμα.Το κοινό ενδιαφέρεται να καταναλώσει το «διαφορετικό» σε ενιαίο περιβάλλον αγοράς.Οι πόλεις και οι άνθρωποι δεν μπορούν να μετατραπούν σε εκθέματα, κι άν αυτό συμβεί, το κοινό παύει να ενδιαφέρεται. Κι έτσι, οι Ευρωπαϊκές πόλεις μπορεί να συναδελφώνονται με άλλες ,σε διαφορετικά κράτη, ή να μπαίνουν σε κοινούς τουριστικούς προορισμούς, αλλά γιά την ώρα, οι δεκάδες πετυχημένες Ευρωπαικές πόλεις που ποντάρουν στον Πολιτισμό, η Βαρκελώνη, το Παρίσι ,η Αβινιόν, το Γιόρκ ,η Πράγα, η Βενετία,η Φλωρεντία, το Ντουμπρόβνικ, δεν έχουν γύρω τους κανένα απολύτως δίκτυο. Εχουν έναν μύθο,που κινείται με τους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Ενώ οι πόλεις που είναι παγιδευμένες στην λογική των δικτύων, παράγουν απλώς έναν μη αποδοτικό μύθο, τουλάχιστον γιά την ώρα.

 

Η μοναξιά μιάς μεγάλης διοργάνωσης

 

Σημαντικά πολιτικά γεγονότα συνέβησαν στην αρχή της τρέχουσας δεκαετίας στον τομέα των Πολιτιστικών Πρωτευουσών της Ευρώπης. Οι νέες χώρες που εντάσσονται ,θα έχουν το δικαίωμα της συμμετοχής, αλλά η συμμετοχή αυτή σπάνια πλέον θα καλύπτει μόνον μία πόλη. Ηδη εμφανίστηκαν ευρωπαϊκές περιοχές που ήταν από κοινού υποψήφιες γιά τον τίτλο. Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο έχει ήδη αρνηθεί να λάβει μέρος στην διαδικασία επιλογής πόλεων με την ισχύουσα τακτική.Παρά τις αδυναμίες και τα προβλήματα του συστήματος, οι πόλεις ζητούν με ένταση να λάβουν μέρος στο παιχνίδι της υποψηφιότητας. Δύο μεγάλα κράτη, η Βρεττανία και η Γερμανία, προχώρησαν σε έναν μεγάλο εσωτερικό διαγωνισμό, ώστε να ξεχωρίσει η υποψήφια πόλη τους.Οι φάκελοι υποψηφιότητας, από εκθέσεις ελπίδων και οραμάτων, έχουν μετατραπεί σε ολοκληρωμένα σχέδια διαχείρισης, ολυμπιακών διαστάσεων. Οι εκλέκτορες δεν ζητούν απλώς τις βασικές αρχές του προγράμματος και γενικά στοιχεία, αλλά ελέγχουν όλες τις αστικές και τεχνοκρατικές προδιαγραφές. Βρισκόμαστε πολύ κοντά σε ένα σύστημα παρακολούθησης της υποψηφιότητας, και μετά την εκλογή της πόλης, όπως κάνει εδώ και χρόνια η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή.

Θα μπορούσα να διακρίνω τρείς τελείως χωριστές φάσης ανάληψης μιάς τέτοιας διοργάνωσης. Η πρώτη φάση είναι καθαρά πολιτική και σε καμία περίπτωση δεν βρίσκεται σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης.Είναι μία υπόθεση των Υπουργείου Εξωτερικών και Πολιτισμού μιάς χώρας,ακόμη καλύτερα του Πρωθυπουργού της,με στόχο την προέγκριση της υποβολής υποψηφιότητας.

Η δεύτερη φάση, διαρκεί ,στην περίπτωση της Βουλγαρίας έναν περίπου χρόνο από σήμερα, και είναι η δημιουργία του φακέλου υποψηφιότητας και η υποστήριξή του μπροστά στην  Επιτροπή των Εκλέκτόρων. Πρόκειται γιά ένα εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα που περιλαμβάνει έντονο lobbying ,ικανές δημόσιες σχέσεις ενώ δεκάδες άνθρωποι πρέπει να δώσουν τον καλυτερό τους εαυτό γιά να παρουσιάσουν την ακριβή εικόνα της πόλης, όχι μόνον κατά την περίοδο της διοργάνωσης, αλλά και γιά να αποδείξουν ότι άν γίνουν πολιτιστική πρωτεύουσα, η χώρα και η πόλη θα έχει μακροπρόθεσμα οφέλη και ότι θα συντελέσει στην ιδέα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, που δεν είναι πάντως σε καμία περίπτωση ο «εξευρωπαϊσμός» της χώρας και της πόλης.

Τέλος, η τρίτη φάση είναι τετραετής και αφορά την υλοποίηση του προγράμματος που η πόλη έχει υποσχεθεί. Εδώ επιστρέφει η δυναμική του κράτους, οι οικονομικοί πόροι, ο τρόπος λειτουργίας και διαχείρισης,καθώς και η διείσδυση των οργανωτών στο Ευρωπαϊκό πολιτιστικό κατεστημένο.

Η μοναξιά του πολιτιστικού διαχειριστή είναι δεδομένη.Ο καλύτερος φάκελος υποψηφιότητας, άν συνδυαστεί με υπεροπτικές δημόσιες σχέσεις, δεν μπορεί να σταθεί. Αν , παράλληλα με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα και την συντήρηση της υποδομής, δεν ενδιαφερθούν οι έμποροι, οι ξενοδόχοι, οι οδηγοί ταξί και δεν γίνουν επενδύσεις στον τουρισμό και στην διαφήμιση, η πόλη κινδυνεύει να μείνει χωρίς επισκέπτες ή να γεμίσει η  Ευρώπη με δυσαρεστημένους από την εμπειρία πολίτες.

Η μοναξιά αυτή, που είναι δημιουργική,μπορεί να γίνει σωτήρια γιά μιά μεγάλη πολιτιστική διοργάνωση, αλλά δεν αποκλείεται να γίνει και επικίνδυνη. Επειδή σήμερα, ξέρουμε ότι πολιτισμό παράγουν όλες οι κοινωνίες, και αυτές που έχουν άριστη υποδομή αλλά και αυτές που δεν έχουν καμία. Αυτοί που νομίζουν ότι μία μεγάλη πολιτιστική διοργάνωση είναι ζήτημα καλής οργάνωσης μιάς πόλης, κάνουν λάθος.Αν είχαν δίκιο, τότε μόνον μερικές ελβετικές πόλεις θα συγκέντρωναν όλην την πολιτιστική κίνηση της Ηπείρου, πράγμα που δεν συμβαίνει. Ο πολιτισμός, το ξέρετε αυτό καλά, μπορεί να προκύψει από μία εμπειρία στις ερήμους της Σομαλίας, αλλά και μέσα από το χάος μιάς πόλης της Ανατολής.Υπάρχουν άνθρωποι που δημιουργούν θαυμάσια έργα σε απαράδεκτες συνθήκες, ενώ πάρα πολλοί καθιερωμένοι καλλιτέχνες διεκπεραιώνουν απλώς την συνέχεια κάποιου αρχικού ταλέντου τους.

Γιά να μη χαθούμε στις γενικότητες, η πολιτιστική οργάνωση πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά οποιασδήποτε καλής εμπορικής επιχείρησης ,που  διαχειρίζεται  όμως ευπαθή προϊόντα.Δεν υπάρχει πιό ευπαθές προϊόν από την ανθρώπινη συνείδηση.

 

Πρακτικές οδηγίες πλοήγησης

 

Μιά μεγάλη σειρά πολιτιστικών γεγονότων μπορεί να διοικηθεί με διαφορετικούς τρόπους. Ολοι οι τρόποι έχουν προκύψει από μία αναπάντεχη δυσκολία που κανένας υπουργός πολιτισμού δεν μπορούσε να προβλέψει.Η δυσκολία είναι η αντίδραση των μόνιμων κρατικών και ιδιωτικών πολιτιστικών θεσμών. Είτε ιδρύθηκαν ανεξάρτητες εταιρείες, είτε οι Δήμοι ανέλαβαν την διοίκηση, τα προβλήματα συνεργασίας ήταν πάρα πολλά και δημιούργησαν μεγάλα προβλήματα.

Μία όπερα, ένα σωματείο λογοτεχνών, ένα εικαστικό επιμελητήριο,πιστεύει ότι μπορεί να διαχειριστεί τον χώρο του καλύτερα από τον καθένα.Μπορεί να έχει δίκιο,αλλά μιά Πολιτιστική Πρωτεύουσα ή ένας περιοδικός διευρωπαϊκός θεσμός δεν έχει στόχο την ανάδειξη της καλύτερης μορφής τέχνης, αλλά την ενεργοποίηση της κοινωνίας.Αυτό δεν είναι ποτέ αρεστό στους δημιουργούς,αλλά και στους επικεφαλής των θεσμών που ονειρεύονται να δυναμώσουν τον τομέα τους ή να αυξήσουν την επίδραση της τέχνης τους.Η σύγκρουση των «πολιτικών» με τους «καλλιτέχνες» είναι κοινός τόπος παντού. Η πιό εύκολη κατηγορία είναι πως οι πολιτικοί είναι αγράμματοι και γραφειοκράτες, ενώ οι καλλιτέχνες ουτοπιστές και πονηροί.Αν μάλιστα ,φορέας της διοίκησης είναι μία νέα εταιρεία που έχει αυτοτελή χρηματοδότηση, ακόμη κι άν συμμετέχει ο Δήμος σε αυτήν, η κατάσταση που δημιουργείται δεν είναι καθόλου ευχάριστη.

Αλλά και το μοντέλο ενός Δήμου που αναλαμβάνει την διοίκηση, εχει τα προβλήματά του. Κατ΄αρχήν, ελάχιστοι Δήμοι στον κόσμο μπορούν να διοργανώσουν ,παράλληλα με τις άλλες δράσεις τους, χίλια και παραπάνω events , με δέκα χιλιάδες performances, με πολλαπλάσιο κοινό από αυτό που καλύπτουν συνήθως και με ένα μπάτζετ που δεν περιλαμβάνει μόνον τις εκδηλώσεις, αλλά και την φιλοξενία, την έκδοση βιβλίων και εντύπων, την μεγάλη διαφήμιση και εντατικές δημόσιες σχέσεις.

Σε πόλεις,όπως η Στοκχόλμη, η διοίκηση ήταν ανεξάρτητη, αλλά ανέθεσε στους μεγάλους πολιτιστικούς οργανισμούς της Σουηδίας μεγάλο μέρος του προγράμματος. Αλλά αυτό μπορούσε να το κάνει διότι διέθετε την κατάλληλη υποδομή και δεν κινδύνευε να δεί το κεφάλαιό της να χάνεται σε επισκευές κτιρίων.Ενδιάμεσες λύσεις υπήρξαν σε όλες σχεδόν τις πολιτιστικές πρωτεύουσες.Έγιναν και ενδιαφέρουσες έρευνες και μελέτες που αξιολογούν αυτές τις προσπάθειες. Γενικά, σήμερα καταλήγουμε ότι το πιό καλό μοντέλο διαχωρίζει πολύ αυστηρά τις υποδομές από το πρόγραμμα. Οι υποδομές είναι κρατική υπόθεση, το πρόγραμμα μπορεί να διοικηθεί από τον Δήμο, με την προϋπόθεση να ιδρυθεί μιά δημοτική εταιρεία ειδικά γι΄αυτόν τον σκοπό,που αμέσως μετά θα σταματήσει η λειτουργία της. Αλλά επιμένω πως είναι ζήτημα συμβιβασμού μεταξύ της κοινωνίας και του θεσμού. Ολα αυτά διευκολύνονται πάρα πολύ,άν το απαιτούμενο κεφάλαιο δεν είναι κρατικό στο σύνολό του, αλλα προερχεται από χορηγίες και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η τεχνογνωσία συνεργασίας κράτους και χορηγών υπάρχει και λειτουργεί ικανοποιητικά.Φυσικά δημιουργούνται άλλα προβλήματα, που όμως είναι μικρότερα.

Μετά την διοίκηση, έρχονται οι υποδομές.Πολύ σπάνια μιά πόλη δεν ονειρεύεται έναν μεγάλο πολιτιστικό θεσμό σαν ευκαιρία να χτίσει πολιτιστικά κτίρια, να βελτιώσει τα δίκτυά της και τα ξενοδοχεία της. Γιά την Ευρώπη, αυτό το ζήτημα είναι δευτερεύον, αλλά επειδή αποτελεί πολύ ισχυρό τοπικό πόλο,τίθεται σε όλες τις πολιτιστικές πρωτεύουσες. Δύσκολα μπορεί να αρνηθεί η διοίκηση σε ένα παλιό θέατρο να χρηματοδοτήσει την βελτίωσή του, ή να μη καλυτερέψει μιά αίθουσα εκθέσεων.Ελάχιστοι άνθρωποι κατανοούν ότι κανένας επισκέπτης δεν θα παραπονεθεί γιά τις υπάρχουσες κατασκευές ,επειδή  ελάχιστοι γνωρίζουν την κατάστασή τους πρίν την χρονιά της γιορτής.

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι το επόμενο πρόβλημα, η «αίσθηση υποτίμησης» των δημουργών της πόλης, ένα φαινόμενο που δεν έχει λείψει από καμία πολιτιστική πρωτεύουσα, είναι πολύ σύνθετο γιά να το λύσουμε με μία συζήτηση.Το πρόβλημα μπορεί να παραμένει εδώ και τριάντα χρόνια ,αλλά δεν είχε την ίδια επίπτωση σε όλες τις πόλεις.Εμφανίζεται γιά δύο κυρίως λόγους: πρώτον, επειδή μερικοί καλλιτέχνες εκ των πραγμάτων συμμετέχουν στην διοίκηση και διαχείριση του προγράμματος, με αποτέλεσμα να δίνουν την εντύπωση ότι επιλέγεται από τον διοικητικό φορέα η δική τους καλλιτεχνική «γραμμή», πράγμα που φέρνει αντιδράσεις αυτών που ανήκουν σε κάποια άλλη σχολή. Ο δεύτερος λόγος είναι πιό περίπλοκος: σε περίπτωση που το πρόγραμμα διοικηθεί από ανεξάρτητους μάνατζερ και διοικητικούς υπαλλήλους ενός υπάρχοντος φορέα,είναι φυσικό αυτοί να διαχωρίζουν την τέχνη σε δύο κατηγορίες: στην κατηγορία που έχει ελπίδες να ακουστεί και να διαδοθεί στο διεθνές καλλιτεχνικό περιβάλλον και στην κατηγορία του «bon pour les Balkans»,δηλαδή στην τοπική παραγωγή.Και φυσικά, οι επαγγελματίες προτιμούν να αναδεικνύουν την πρώτη κατηγορία, συχνά σε βάρος της δεύτερης.

Και οι δύο περιπτώσεις έχουν την θεραπεία τους.Κατ΄αρχήν, πρέπει να ισχύει γιά κάθε καλλιτέχνη που ασκεί διοίκηση, η απαγόρευση να προβληθεί το έργο του ιδιαίτερα, εννοω εκτός από την τρέχουσα ιστορική αξία της δουλειάς του.Δεν χρειάζεται να λογοκριθεί ,λόγου χάρη, ένας ζωγράφος με οργανωτικές ικανότητες, αλλά πρέπει να καταλάβει ότι η δουλειά του θα παρουσιαστεί ισότιμα στο πλαίσιο μιάς ομαδικής ιστορικής έκθεσης, και ότι δεν θα του αφιερωθεί κάποια αναδρομή στο έργο του. Από την άλλη, ενώ καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν «διεθνείς» και «τοπικής εμβέλειας» καλλιτέχνες, πρέπει να καταλάβουμε επίσης ότι μιά μεγάλη διοργάνωση που απευθύνεται αποκλειστικά σε διεθνές ή τοπικό κοινό, είναι απορριπτέα σε ένα πλαίσιο πολιτιστικής πρωτεύουσας.

Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, είναι καλύτερα να το λέμε πλέον «πολιτιστικό» ή «κοινωνικό», επειδή δεν υπάρχει περίπτωση να εγκριθεί κάποιο πρόγραμμα που έχει την μορφή ενός φεστιβάλ πόλης.Στην σχετική νομοθεσία της ΕΕ, υπάρχουν αρκετά λεπτομερείς οδηγίες. Το πρόγραμμα πρέπει να έχει αρχές που ενθαρρύνουν την ευρωπαϊκή γνωριμία, που υποστηρίζουν την συμμετοχή ολόκληρου του πληθυσμού.Πολλές από αυτές τις αρχές δεν είναι καλλιτεχνικές, αλλά ευρύτερα πολιτιστικές.Ιδιαίτερη ευαισθησία υπάρχει στο ζήτημα των εθνικών, θρησκευτικών ή κοινωνικών μειονοτήτων, στην  αποφυγή του εθνικισμού, στις δράσεις γιά τους νέους, αλλά και στην συζήτηση γιά το πολιτιστικό μέλλον της Ευρώπης. Ο ευφυής συνδυασμός όλων αυτών, με καλές και δημιουργικές ιδέες, είναι η βάση γιά την έγκριση της υποψηφιότητας και την επιτυχία της διοργάνωσης. Υπάρχουν ευτυχώς ,μετά από τριάντα χρόνια εμπειρίας, ποιοτικά  στατιστικά στοιχεία που βοηθούν στην διαμόρφωση ενός καλού προγράμματος. Κι επειδή αυτά πρέπει να αποτυπωθούν τέσσερα χρόνια πρίν, στον φάκελο υποψηφιότητας, καταλαβαίνετε τι δουλειά σας περιμένει μέσα στο ελάχιστο διάστημα ενός χρόνου.

Οι πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις, πρέπει να ακολουθούν την αρχή της εξέλιξης της πόλης και μετά την χρονιά της γιορτής.Δηλαδή, πρέπει να σκεφτείτε την Σόφια του μέλλοντος και την εξέλιξή της.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάδειξη της ιστορίας, της αρχαιολογίας, της επιστήμης και της σύγχρονης δημιουργίας είναι βοηθήματα, όχι τελικός στόχος. Ο πιό επιθυμητός στόχος, γιά την Ευρώπη, είναι να αποτελέσει η Σόφια και η Βουλγαρία μέρος της Ευρωπαϊκής πολιτιστικής αγοράς. Αν σε έναν τομέα τέχνης η πόλη υστερεί, πρέπει να αποφασιστεί άν θα πάψει να υστερεί ή άν θα πάψει να υπάρχει. Η ταυτότητα της πόλης είναι πολυ σπουδαίο ζήτημα, αλλα είναι σπουδαιότερο να αλλάξει η ζωή μιάς γειτονιάς μόνιμα και ευεργετικά,κι αυτό να γίνει γνωστό παγκοσμίως.

Πολλές παράλληλες εκδηλώσεις πρέπει να τονώσουν την δημιουργικότητα των παιδιών, την συμμετοχή της εκπαίδευσης, τον εθελοντισμό, τις δράσεις μικρών ομάδων παρέμβασης. Κι όλα αυτά πρέπει να εκφραστούν με τον πιό εκθαμβωτικό τρόπο μέσα από τον ψηφιακό πολιτισμό.Η ιστοσελίδα μιάς πόλης του Πολιτισμού είναι παραπάνω από απαραίτητο να γίνει εξαιρετικά δημοφιλής, με πολλές δράσεις προσιτές και φιλικές στο παγκόσμιο κοινό.

Ενα πολύ σημαντικό ζήτημα, είναι να ξεκαθαριστεί από την αρχή ποιός αποφασίζει, ποιός πληρώνει και ποιός εκμεταλλεύεται τον μεγάλο πολιτιστικό πλούτο που θα παραχθεί. Υπάρχουν δύο άκρα. Το ένα άκρο σημαίνει ότι ο Δήμος, ή το Κράτος βρίσκει τα χρήματα και οργανώνει τα πάντα με την ευθύνη του.Αυτό χρειάζεται ένα τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό και υπηρεσίες που που αγοράζονται από τον φορέα υλοποίησης.Το πολιτιστικό προϊόν θα παραμείνει σχεδόν ολόκληρο στην  κυριότητα της πόλης, αλλά κινδυνεύει να μείνει αποθηκευμένο,άν δεν ενταχθεί, ως προϊόν, σε ένα μεγάλο, διεθνές δίκτυο διάδοσης, κι αυτό είναι μιά πανάκριβη υπόθεση, που ακόμη κι ένα κράτος δύσκολα μπορεί να πληρώσει.Στο άλλο άκρο, βρίσκεται η δημιουργία μιάς μικρής συντονιστικής ομάδας που αγοράζει έτοιμο πολιτιστικό προϊόν, που παράγεται μέσα ή έξω από την χώρα και η εκμετάλλευσή του περιορίζεται στην χρονιά της γιορτής ,μέσα στην Βουλγαρία.Μήτε το πρώτο είναι εφικτό, μήτε το δεύτερο πραγματοποιήσιμο. Επειδή μπορούν να βρεθούν  χορηγοί ,  χρηματοδότες και οργανωτές μιάς σειράς συναυλιών των μεγαλύτερων pop stars, αλλά κανένας δεν θα αναλάβει να οργανώσει και να προβάλει την υπέροχη ατμόσφαιρα που ενδεχομένως δημιουργούν οι γέροντες του Πέρνικ, χορεύοντας και τραγουδώντας.Καθώς σε μία Ευρωπαϊκή πολιτιστική πρωτεύουσα χρειάζονται και τα δύο, η απάντηση είναι πάλι σχετική.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διακρατικές πολιτιστικές ανταλλαγές. Είτε γίνονται με το σύστημα border to border, είτε μέ πρόσκληση μέσω πρεσβειών και μορφωτικών ιδρυμάτων,είναι απολύτως απαραίτητες, επειδή συνδυάζουν υψηλή ποιότητα με χαμηλό σχετικά κοστολόγιο και προσφέρουν καλα παραδείγματα στους νέους καλλιτεχνες. Είναι πολύ σημαντικό οι μετακλήσεις από το εξωτερικό να συνδυάζονται με εργαστήρια καλλιτεχνικά και μεταφορά εμπειριών.Φυσικά, οι πόλεις που έχουν επιλεγεί από την ΕΕ την ίδια χρονιά με την Σόφια, πρέπει να έχουν μεγάλες και συμφωνημένες πολιτιστικές ανταλλαγές.

Γιά να αποκτήσετε μία γενική εικόνα ενός τέτοιου εγχειρήματος, πρέπει να υπολογίσετε δέκα σύνθετα προγράμματα με εκατό τουλάχιστον events σε ένα σύνολο τουλάχιστον 300 events σε έναν χρόνο.Από την προηγούμενη εμπειρία, οι μουσικές, οι θεατρικές, οι λογοτεχνικές, οι ιστορικές κλπ εκδηλώσεις, έχουν η καθεμιά το ποσοστό τους μέσα στο πρόγραμμα, αλλά αυτό εξαρτάται και από την εσωτερική πολιτιστική αγορά.Χρειάζονται προσεκτικές μετρήσεις των ακροατηρίων της τελευταίας δεκαετίας, τοποθέτηση στόχων γιά το μέλλον και μιά διαδικασία παρακολούθησης. Οι ανάγκες που θα προκύψουν θα φανερώσουν τις ελλείψεις των υποδομών, κι όχι το αντίστροφο.Κάθε θέση σε κλειστό ή ανοιχτό χώρο, πρέπει να καταγραφεί και να μετρηθεί πόσους θεατές έχει φιλοξενήσει κάθε χρόνο.Αν το κάνετε αυτό, θα καταλάβετε ότι οι νέες υποδομές είναι συχνά φαντασιώσεις.Ενα μόνον θέατρο 300 θέσεων, με πληρότητα 80%, μπορεί να καλύψει σε οκτώ μήνες λειτουργίας,σχεδόν 20000 θεατές τον χρόνο,που διπλασιάζονται άν οι πρώτες πρόβες γίνουν σε άλλη αίθουσα.Αν  ο στόχος είναι υποθετικά το ένα εκατομμύριο θεατών ,με συμμετοχή του θεάτρου στο 10% του συνόλου, τότε μπορουν να εξυπηρετηθούν σε ένα χρόνο είκοσι νέες παραγωγές σε δύο ανοιχτά και τρία ή τέσσερα κλειστά θέατρα.Τελικά είναι καλύτερα να υπάρχουν ουρές έξω από μία αίθουσα παρά θαυμάσιοι, μεγάλοι και άδειοι νέοι χώροι.

 

Τα όρια της πολιτιστικής παρέμβασης

 

Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι μιά πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης δεν θα γίνει ποτέ μιά εντελως διαφορετική πόλη. Δεν θα έχει ποτέ την διαφορά της παλιάς με την νέα Σαγκάη, δεν θα επενδυθούν ποτέ τα χρήματα που άλλαξαν την Βαρκελώνη, αλλά μπορεί να βελτιωθεί όπως η Γλασκώβη, που είχε πρόβλημα με την δύναμη του Εδιμβούργου και σήμερα, χάρη στην προσπάθεια του 1990, βελτίωσε την παρουσία  της πάρα πολύ.Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε ότι ο πολιτισμός ενδιαφέρει έναν στους πενήντα ευρωπαίους, ενώ η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, τον μισό πληθυσμό του πλανήτη. Τα όρια λοιπόν της πολιτιστικής παρέμβασης διευρύνονται όταν η πολιτιστική αγορά έχει συνεταίρους. Δύσκολα μπορεί να υπάρξει μία πολιτιστική πρωτεύουσα χωρίς κοντινούς πολιτιστικούς προορισμούς. Αν υπήρχε διεθνής τουριστικη αγορά στην Μαύρη Θάλασσα, το έργο της Σόφιας θα ήταν πιό εύκολο. Αν ένα μεγάλο συγκρότημα ταξιδεύει προς Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κωνσταντινούπολη, είναι πολύ εύκολο και φτηνό να έρθει και στην Σόφια. Η πολιτική κατάσταση δυσκολεύει πολύ την δημιουργία μιάς βαλκανικής αγοράς πολιτισμού, καθώς μήτε τα Σκόπια, μήτε τα Τίρανα, μήτε το Βελιγράδι, μήτε το Βουκουρέστι βρίσκονται ακόμη σε αναπτυξιακή τροχιά.Αλλα η γεωγραφία ευνοεί την Σόφια, παρά τις δυσκολίες. Υπάρχει η παραδοσιακή σχέση με την Γερμανία και την Ρωσία ,που στο μέλλον θα αναστηλώσει τον κλασικό πολιτικό δρόμο Βερολίνου-Βαγδάτης,έστω και μετά από μία ή δύο δεκαετίες.Η ΝΑ Ευρώπη ,θα παραμείνει συνοριακή υπόθεση ακόμη, αλλά μόνον οι προετοιμασμένες πόλεις θα αντέξουν τον διεθνή ανταγωνισμό και τα νέα οικονομικά κέντρα.Η Βουλγαρία μπορεί να παρατηρεί προσεκτικά την τύχη της Πορτογαλίας, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Φινλανδίας,επειδή σε πρωτη φάση, θα μοιραστεί με αυτές τις χώρες κοινές αγωνίες και προβλήματα.

Ας αφήσουμε τις αόριστες εκτιμήσεις.Τα πολιτιστικά πράγματα μπορεί να ξεκινήσουν την ανεξάρτητη διαδρομή τους,άν στο διάστημα της τετραετίας που μεσολαβεί από την έγκριση της υποψηφιότητας έως την χρονιά της γιορτής, υπάρξει ένα καλό νομοθετικό πλαίσιο προσέλκυσης πολιτιστικών επενδυτών.Αν μάλιστα οι επικοινωνιολόγοι, σε συνεργασία με τον Δήμο και την Κυβέρνηση, καταλήξουν στα επιθυμητά target groups, τότε η επιτυχία βρίσκεται κοντά. Δεν είναι δυνατόν να αγαπήσουν όλοι αυτό που θα γίνει στην Σόφια. Επίσης, αυτοί που θα εκτελέσουν το πρόγραμμα, πρέπει να καταλάβουν ότι θα περάσουν μιά άσχημη περίοδο αντιρρήσεων, κατηγοριών, ακόμη και εχθρότητας από τα  mass media.Δεν χρειάζεται να αμύνονται συνεχώς, αλλά χρειάζεται να είναι σε θέση να δουλεύουν σε περιβάλλον πίεσης. Κι αυτό δεν ισχύει μόνον γιά διαχείριση κρατικών χρημάτων ή στην παραγωγή «κρατικού» πολιτισμού. Ολόκληρος ο πολιτιστικός χώρος της ελεύθερης αγοράς, δεν είναι τόσο αθώος και ανταγωνιστικός όσο δείχνει. Θα το καταλάβετε μόλις σκεφτείτε κάτι συγκλονιστικό, να καλέσετε τους καλύτερους συνθέτες του κόσμου να γράψουν γιά την πόλη σας και ανακαλύψετε ότι έχουν τέτοιες δεσμεύσεις από τις εταιρείες τους, ώστε στην πράξη να είναι πολύ δύσκολη η κοινή εκμετάλλευση του έργου που εσείς πληρώσατε!

 

Η Ηπειρος και η Πατρίδα

 

Αυτή η μικρή παρουσίαση θα είναι ξεπερασμένη και άχρηστη μετά από πέντε μόλις χρόνια Ευρωπαϊκής εμπειρίας της Βουλγαρίας.Αλλά η πρώτη μεγάλη διοργάνωση που θα γίνει, λυπάμαι που το αναφέρω, θα σας φανεί κόλαση.Σαν μιά νέα ,αναπτυσσόμενη αγορά, η  Σόφια θα υποστεί την επιδρομή μιάς στρατιάς ατζέντηδων, που θα σας προσφέρουν δεύτερης κατηγορίας εκδηλώσεις σε πολυ ακριβές τιμές.Αυτό που αποκαλούμε «περιφερόμενο τσίρκο» δημιουργών,θα σας χτυπήσει επίσης την πορτα. Θα ξαφνιαστείτε άν κάνετε έναν κατάλογο με δημιουργούς που έχουν εμφανιστεί σε πολλές πολιτιστικές πρωτεύουσες, ενώ από τον κατάλογο λείπουν πολύ σημαντικοί καλλιτέχνες.Κι άν εξασφαλίσετε την άμυνά σας απέναντι στην εξωτερική αγορά, διαλέγοντας τους πιό ενημερωμένους οργανωτές σας,απομένει να αντιμετωπίσετε μιά απίστευτη στρατιά από το εσωτερικό, που θα νομίζει ότι άν δεν λάβει μέρος σε μιά τέτοια γιορτή, θα έρθει το τέλος του κόσμου.Φυσικά υπάρχουν γιά όλα λύσεις, αλλά σίγουρα δεν θα υπάρξει πάντοτε ένα ευχάριστο περιβάλλον.

Η Ευρώπη, ως Ηπειρος που σας υποδέχεται, έχει τα δικά της κριτήρια ,που δεν είναι μόνιμα, ακόμη μήτε και δίκαια.Η Πατρίδα  σας ολόκληρη θα δοκιμάσει να περάσει μέσα από ένα bottleneck γιά να ανακαλύψει ότι δεν χωρούν όλοι σε αυτήν την ένωση.Κι επιπλέον, δεν φτάνει να γνωρίζετε την πολιτιστική πραγματικότητα του 2005, αλλά να προβλέψετε, και μάλιστα με επιτυχία, την πολιτιστική πραγματικότητα του 2010, ώστε σε αυτήν να ανταποκριθείτε.  Τίποτε πιό δύσκολο, τίποτε πιό κατορθωτό.

Είμαι στη διάθεσή σας, γιά διευκρινήσεις και ερωτήσεις.

 

[εισήγηση ενός  σεμιναρίου που οργάνωσε η αντιδημαρχία πολιτισμού της Σόφιας γιά να πουλήσω μυαλό στα στελέχη της.Με κάλεσαν το 2005 και πήγα. Το κείμενο υπάρχει  επίσης στα αγγλικά και στα βουλγάρικα]

 

Advertisements