ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΩΡΑΙΟΠΟΥΛΟΣ,Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΗ,το χωρικό μοντέλο της ελληνικής ανατολής,ΕΣΤΙΑ 1998,σσ.444 

Ευτύχησα, χάρη στον Φίλιππο Ωραιόπουλο να διαβάσω, μετά από πολλά χρόνια, ένα δύσκολο και ενδιαφέρον βιβλίο που δεν προσδοκά την μετατροπή του σε ιδεολογικό εργαλείο, που δεν απειλεί τον κοινό του με την κατασκευή επιστημονικού σήριαλ.Πρόκειται γιά την γένεση του θεωρητικού λόγου γιά την αρχιτεκτονική μέσα από μακρά διαδρομή οκτώ αιώνων στην δεύτερη μεταχριστιανική χιλιετία.Φαίνεται ότι οι αρχαίες,κάποτε εξεζητημένες αναζητήσεις του συσχετισμού πρακτικού και θεωρητικού λόγου,δεν είχαν αξιόλογη συνέχεια στον ύστερο μεσαίωνα. Κι εδώ .όπως και αλλού,οι γνώμες διχάζονται (άν και η διττότητα δεν αποτελεί εργαλείο αναζήτησης γιά τον Φ.Ω): υπήρχε ένα κέντρο αναγωγής στη θεωρία, χαμένο σήμερα, ή μήπως οι βυζαντινοί και μετέπειτα πρόγονοί μας αρκέστηκαν σε καταγραφές εμπειριών;Το βιβλίο είναι δομημένο χρονολογικά.Από τον ενδέκατο αιώνα έωςτο 1828.Βάση του είναι γραπτά κείμενα,αναχρονιστικά ή πρωτοπορειακά ανά εποχή, που ωστόσο παρέμεναν χρηστικά στον χρόνο που εξετάζεται.Βέβαια το μεσαιωνικό χρηστικό διαφέρει από το σύγχρονο, σε όλο το επιστημολογικό φάσμα,αλλά η συνέπεια του συγγραφέα στην αναζήτηση του πραγματικού υλικού είναι αντάξια της εποχής που προδιαγράφει. Μου άρεσε πάρα πολύ και βρίσκω επαινετη την προσπάθεια να παραμεριστούν τα δόκιμα τεχνήματα και οι γενικότητες και να αναζητηθεί η παρουσία ή μή θεωρητικού λόγου στο αρχιτεκτονικό εποικοδόμημα μόνον μέσα από την ειδική γραμματεία, όσο ολίγη κι άν δείχνει σε πρώτη ματιά.Σπεύδω να προειδοποιήσω ότι γιά την περίοδο μετά τον δέκατο πέμπτο αιώνα παραμένω ενθουσιώδης αναγνώστης και δεν αισθάνομαι καθόλου ειδικός.Επομένως το βιβλίο του Ωραιόπουλου μου δίδαξε πράγματα πρωτογενώς.Υπάρχουν έγκριτοι ειδικοί που μπορούν να κρίνουν το βάθος και την ένταση της προσπάθειάς του. Η δική μου κριτική συμβολή άς παραμείνει ατεχνώς έως την Άλωση.Η προσπάθεια φυσικά δεν ξεφεύγει από την αυστηρότητα των γενικών ιδεολογικών αρχών του πονήσαντος.Όπως ο αποβυζαντινισμός του Παπαδιαμάντη είναι ένα χρήσιμο εργαλείο προς την ευρωπαϊκότητά του, παρομοίως ένα Βυζάντιο χωρίς ψαλμωδίες (σε όλη τη γραμματολογική του ανέλιξη) είναι πάγιο πρόβλημα πολλών ερευνητών (και δικό μου!) προκειμένου να σταματήσουμε τον εξωραϊσμό του προφανούς και να αναζητήσουμε την εικαστική και μορφολογική ερμηνεία του ανατολίζοντος κόσμου σε βαθύτερες σχέσεις του με την πραγματικότητα. Εξηγούμαι. Το βιβλίο του Ωραιόπουλου θα ήταν αδιανόητο εάν χρησιμοποιούσε την θεολογική δορά των μεσαιωνικών ανθρώπων και την μεθύστερη ερμηνεία της. Ένας θεολόγος ή ένας μεσοπολεμικός βυζαντινολόγος θα απορούσε βλέποντας ότι απουσιάζει από τον προβληματισμό του Φ.Ω ολόκληρη η συλλογιστική της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και η ερμηνεία που έδωσαν παλαιότεροι ερευνητές στην σημασία και την σημαντική του τρούλλου,των παραπτερύγων, της λειτουργικής, των κατηχουμενείων.Εώς σήμερα, η μετατροπή της παλαιοχριστιανικής ογκηράς και δρομικής αντίληψης γιά τις βασιλικές και τα δημόσια κτίρια σε μιά περίπου αυταρχική αρχιτεκτονική σύνθεση προς έναν σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό και η μετέπειτα εξέλιξη προς την δρομική μεταβυζαντινή βασιλική, θεωρούνταν τυπική ανταπόκριση της πρακτικής κοινωνίας σε μιά αυστηρά δομημένη φιλοσοφική και επομένως θεωρητική θεώρηση του κόσμου. Ποιός δεν θυμάται τα περί τρούλου ως ουρανίου μετεικάσματος,την ερμηνεία χώρων ως τμημάτων μιάς κοσμολογικής ερμηνείας; Ποιός δεν έχει διδαχθεί ότι στο Βυζάντιο ο ήχος διά των ψαλμών, το φώς διά του εμποδισμού του και η τέχνη διά της ακαμψίας της ,μετρούν τον κοσμο του ουρανού με έναν γήινο εμβάτη;Αυτά απουσιάζουν τελείως από την μέθοδο του συγγράμματος.Η προβληματική του συγγραφέα οριζεται με άξονα τους κανόνες Ιουλιανού του Ασκαλωνίτη, όπως θησαυρίστηκαν στον Αρμενόπουλο, τα οικεία λήμματα στα λεξικά  και σε σχόλια Ευσταθίου μαζί με έτερα δευτερεύοντα.Αργότερα, στις μετέπειτα εποχές,από αντίστοιχα κείμενα.Επιμένω ότι άλλο πράγμα η απόσυρση,δίκαια και αναμενόμενη ,του δογματικού λόγου και άλλο πράγμα η εντρύφηση σε τέτοιου τύπου ειδικά κείμενα.Θα έπρεπε να είναι σαφώς περισσότερα,γιά να βοηθηθεί η όποια διάγνωση.Εξειδικεύω,γιά να δώσω μιά εικόνα των νέων οριζόντων όπου θα μπορούσε να  μας οδηγήσει η αναδιάταξη και νέα ανάγνωση αυτών των σπολίων: στους νόμους Ιουλιανού υπάρχει ένα μνημονευόμενο αλλά μη σχολιαζόμενο λήμμα:περί εναλλαγής πινσού και κίονος. Εκεί ο νομοθέτης λέει ότι ένας πεσσός δύο επί δύο πόδια μπορεί να αντικατασταθεί αζημίως γιά το έργο με έναν κίονα (μονόλιθο προφανώς) με διάμετρο έναν πόδα: τουτο ασφαλές εστί έργον,σημειώνει με ικανοποίηση.Το λήμμα είναι πολυειδώς χρήσιμο:ορίζει το ελάχιστο διαστασιολογιο ασφαλείας σε περίπτωση κτιριακής μετατροπής(πρωτοφανής πρόοδος του δήθεν ακινήτου μεσαίωνα) και κυρίως είναι μαθηματικός τύπος στατικής επάρκειας. Ο λόγος ένα προς τέσσερα δεν αποτελεί ,όπως αποδείχτηκε στην πράξη,απλή νοητική ακροβασία.Στην Ιουστινιάνεια Αγία Σοφία και στους μετέπειτα σταυροειδείς τρουλλαίους ναούς, οι τέσσερις πεσσοί που ανακρατούν τον τρούλλο,έχουν μαζί το ίδιο εμβαδόν του τετραγώνου της κάτοψης του τρούλλου μαζί με τα σταυροθόλια. Με τον καιρό κατάλαβαν ότι οι πεσσοί μπορεί να μή είναι συμπαγείς.Κρατώντας τον ίδιο λόγο,μείωναν τον όγκο των πεσσών,δημιουργώντας θολωτά ανοίγματα, έως ότου έφτασαν σε μιά αναλυτική σύνθεση, όπου οι πολύ μικρότερης διαμέτρου κίονες αντικαθιστούσαν τους συμπαγείς πεσσούς.Η αναζήτηση της στατικής επάρκειας κι εξ αυτής η δημιουργία μορφών ,είναι πολύ πιό εντυπωσιακό θεωρητικό επίτευγμα από τις αισθητικές χαράξεις σε κατόψεις και τομές ναών που ανίχνευσε επιτυχώς ο Μουτσόπουλος. Θα έλεγα μάλιστα ότι με την οπτική που υποδεικνύω, οι αισθητικές χαράξεις είναι στην ουσία στατικές υποδείξεις,ένα είδος ανθιβόλων αρχιτεκτονικού χαρακτήρα που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του πρακτικού κατασκευαστή, αλλά αποτελούν θεωρητικές οδηγίες προς περαιτέρω επεξεργασία. Διότι στατική επεξεργασία σημαίνει μαθηματικά,σημαίνει θεωρία προβολών, σημαίνει ήκιστα πρακτική αυτορρυθμιζόμενη γνώση.Ο κύριος λόγος που ο Φ.Ω δεν ανιχνεύει θεωρητική ποιότητα στον λόγο περί αρχιτεκτονικής στον μεσαίωνα, είναι η έλλειψη καλής ποιότητας σχεδίου. Αυτό είναι μόνον έως ένα πολύ περιορισμένο βαθμό ακριβές. Και στην δύση παρατηρείται ακριβώς το ίδιο φαινόμενο. Τα σχέδια του Βιλλάρ και τα ομότυπά τους,τα προβολικά βιτρουβιανά σχέδια και τα μεσαιωνικά μηχανεύματα πρέπει να φτάσουν στον Ντα Βίντσι γιά να αποκτήσουν αισθητική επάρκεια και αυθύπαρκτο λόγο ύπαρξης. Ο μεσαιωνικός κόσμος παραμένει πεισματικά ρητορικός, προφορικός, έλλογος και περιγραφικός.Κανένα μεσαιωνικό σχέδιο δεν είναι αντάξιο του αποτελέσματός του, Κι αυτό  ο Ωραιόπουλος θα μπορούσε να το συλλάβει καλύτερα χρησιμοποιώντας όχι μόνον τα αστρονομικά, γενικά γεωγραφικά και κοσμολογικά σκαριφήματα και ερμηνείες, αλλά την τρέχουσα τοπογραφική αντίληψη του καιρού, όπως απεικονίζεται στα φοροτεχνικά έγγραφα της εποχής που έχουν το πλεονέκτημα να είναι και διευρωπαϊκά,χάρη στο Νορμανδικό Domesday book.Ένα βυζαντινό πρακτικό λοιπόν, εκτός από καταλόγους παροίκων και φορολογικές μονάδες ,διαθέτει στην πλήρη του μορφή ένα λεπτομερές φραστικό τοπογραφικό,με διαστάσεις και αποστάσεις, με νεύσεις και διανύσματα σύμφωνα με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα που δεν υπάρχει περίπτωση να είναι μηχανικές πρακτικές χειρωνακτών. Οι γεωμετρίες, η έμμετρη του Ψελλού και άλλες,που έχουν πλήθος θεωρητικών μετρολογικών κειμένων και η υπόθεση των νοταρίων ,ίσως του 14ου αιώνα, δείχνουν ότι οι τοπογράφοι εποχής, απογραφείς, ασηκρήτες και νοτάριοι,είχαν μεγάλη και βαθειά θεωρητική κατάρτιση.Το λήμμα που έπρεπε να αναζητηθεί είναι η γεωμετρία, όχι η αρμονία.Μήτε είναι ακριβές ότι ο θεωρητικός λόγος είχε υποστεί ολική έκλειψη.Σε δυσνόητο αλλά πολύ σημαντικό κείμενο,υπάρχει η μνεία της νέας λεγομένης γεωμετρίας,που αποτελούσε πρόβλημα η εφαρμογή της, επειδή οι συνθήκες ήταν δυσχερείς. Ακόμη πιό σημαντικό: το τοπογραφικό διαστασιολόγιο που γνωρίζουμε έως την αρχή του 14ου αιώνα, από τον κήνσο του 1300/1 υφίσταται μιάν απρόσμενη συνύπαρξη με μιά νέα μετρητική αρχή: οι βυζαντινοί  μετρούσαν μιά τυχαία περίμετρο αγρού προσθέτοντας τις επιμέρους διαστάσεις,διαιρούσαν το άθροισμα διά του τέσσερα και ύψωναν το τέταρτο στο τετράγωνο. Με λίγα λόγια θεωρούσαν ότι κάθε πολύπλευρο μπορούσε να αναχθεί σε ένα ιδεατό τετράγωνο. Αυτός ο τρόπος έδινε τερατωδώς λανθασμένα αποτελέσματα. Καποια στιγμή λοιπόν, μεταξύ του 1301 και του 1321 ανακαλύπτουν ή έστω εφαρμόζουν πρακτικά τον τριγωνισμό: υποδιαιρούν το πολύγωνο σε τρίγωνα των οποίων βρίσκουν το εμβαδόν ,όπως κι εμείς: βάση επί ύψος διά δύο (αυτόι το λένε κατά κεφαλήν και πόδα)Στον κήνσο του 1321, σε μερικά αγροτεμάχια τα δύο εμβαδά συνυπάρχουν: τόσο εμβαδόν κατα το ολόγυρον, τόσο εάν συμψηφισθεί κατά κεφαλήν και πόδα.Είναι αδιανόητη αυτή η εξέλιξη επί του πεδίου χωρίς να θεωρήσουμε ότι η κατά το ολόγυρον μέτρηση υπέστη σοβαρη θεωρητική βάσανο.Η υπόθεση είναι τόσο σοβαρή, ώστε ακόμη και στις μέρες μας οι μοναχοί του Αγίου Όρους θεωρούν ότι διαθέτουν κτήματα συγκεκριμένου εμβαδού κατ΄αυτούς που διαφέρει από το εμβαδόν που δίνει η δασική υπηρεσία.Η απάντηση σε όλα αυτά έρχεται από την σχέση των βυζαντινών με την μετρολογία που ,σε αντίθεση με τα δικά μας κριτήρια, είναι πάντοτε ποιοτική και ποτέ ποσοτική, ήτοι πραγματική: είχαν λόγου χάρη, μονάδα μέτρησης μήκους το σχοινίον.Τό σχοινίον ήταν δέκα οργιές εάν η γή ήταν ιδιωτική, δώδεκα εάν η παραχώρηση ήταν από βασιλική δωρεά. Ήδη από τα κομνήνεια χρόνια, υπάρχει σοβαρό εγχειρίδιο που ορίζει τί είναι ρίζα χωρίου και πώς γίνεται η εκτίμηση των εδαφών.Πρόκειται γιά εγχειρίδια που δεν είναι μόνον χρηστικά, έχουν και θεωρητικό υπόβαθρο.Η εξέλιξη του μοντέλου μπορεί να απεικονιστεί συγκρίνοντας το κτηματολόγιο των Θηβών που δημοσίευσε ο Σβορώνος με τα μεταγενέστερα αγιορειτικά.Η αρχαιολογία επίσης των βυζαντινών, εν μέρει μόνον μπορεί να αποδοθεί σε συντηρητισμό ή σε έλλειψη των αντιστοίχων θεωρητικών προβληματισμών. Συμφύρονται και πολιτικοί λόγοι που μιά διοικητική διαίρεση του δέκατου αιώνα που υπάρχει στον Πορφυρογέννητο χρησιμοποιεί κατά βάσιν τον Συνέκδημο,αρκετούς αιώνες παλαιότερο κείμενο.Ότι οι άνθρωποι είχαν ξεκάθαρη εικόνα σε ποιόν κόσμο ζούσαν και ότι τον μετρούσαν με την εκάστοτε επιθυμητή ακρίβεια φαίνεται από το λαμπρό έγγραφο που διασώθηκε σε μεταγενέστερα χρυσόβουλλα, με τα οποία ο Βασίλειος Β ρυθμίζει τα της νεοσύστατης αρχιεπισκοπής Αχρίδος.Καθόλου δεν αρχαιολογεί,όπως ο πάππος του!Μήτε η πρεσβεία του Ακροπολίτη αργότερα στη Δασσαρητία δείχνει περιηγητισμό.Η Partitio Romaniae επίσης, των αρχών του 13ου αιώνα,δείχνει τόσο στέρεη χωρική αντίληψη,ώστε ανεξάρτητα από την χρήση των εγγράφων, να θεωρούμε, κι όχι αδίκως, ότι η διοικητική περιχώρηση του ελληνικού μεσαίωνα ήταν πραγματικώτατη, χωρίς ίχνος αρχαιολογίας.Από αυτά και άλλα φαίνεται τουλάχιστον οριακά,ότι θεωρητικός λόγος περί αρχιτεκτονικής εμφιλοχωρούσε και  στο Βυζάντιο,άνκαι συμφωνώ με τους πολλούς που υποστηρίζουν το μάταιο των αναχρονισμών και των επικαιρισμών: είναι σαφές ότι οι αρχαίοι και οι μεσαιωνικοί άνθρωποι έκτιζαν  και έγραφαν τελειότερα απ΄όσο σχεδίαζαν.Αλλά είναι δεδομένο ότι σφάλλει πλάνην οικτράν όποιος πιστεύει πώς οι ελληνιστικοί ναοί που μιμούνται τους φαραωνικούς, η τυποτέλεια των ρωμαϊκής εποχής θεάτρων σε όλη την Ευρώπη και η διασπορά της παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην μεσογειακή λεκάνη,ή ακόμη και η απόλυτη προσομοίωση ενός κινστερκιανού μοναστηριού με τα ομόλογά του ,όφείλουν τις προφανείς και μέχρι τυπολατρείας ομοιότητες  σε ένα γενικόλογο πνεύμα καιρών και δεν υπήρχαν γραπτοί ή τέλος πάντων διδαγμένοι κανόνες εφαρμογής!Ο κύριος λόγος που απουσιάζουν οι θεωρητικές μελέτες από την γραμματολογία δεν είναι ίσως ότι απλώς δεν υπήρχαν, όπως υποστηρίζει ο Φ.Ω, αλλά ότι η διασπορά τους  δεν ήταν ευρεία και μάλιστα λανθάνουν πλήθος στοιχείων που κάνουν ελκυστική την υπόθεση ότι ,αντιθέτως, ήταν απολύτως ελεγχόμενη.Ισότιμη θεωρώ και την επιχειρηματολογία της θεολογικής κυριαρχίας πάνω σε τέτοια ζητήματα,πράγμα που δεν σημαίνει ότι στον μεσαίωνα οι επιστήμονες πισωγύρισαν σε γνωστικά πεδία αλλά είτε ότι προσάρμοσαν τις βέβαιες αρχές χωρίς  λεπτολογία στηνφύση του καιρού,είτε ότι προσπαθούσαν τις νέες θεωρητικές αρχές να τις εντάξουν στην ίδια φύση.Όταν ο Ψελλός διηγείται ότι στα χρόνια του αναζητούσαν νέες ηπείρους,δείχνοντας μιάς μορφής εξεζητημένη θεωρητική αναζήτηση,δεν  αφίσταται των τυπικών πρωτοβαθμίων γνώσεων στις σχολές της ρωμαϊκής περιόδου. Κι όταν ένας βυζαντινός γεωγράφος θεωρεί τον κόσμο τετράπλευρο,στην ουσία ενοποιεί την έννοια της οικουμένης, όπως την ξέρουμε από τον Αριστοτέλη, τον Ερατοσθένη και τον Στράβωνα,με την έννοια του κόσμου.Όντως, η οικουμένη είναι ένα φουσκωμένο πέτασμα με τέσσερις πλευρές που ορίζονται από τους υπερβορείους, από την πέραν της Ταπροβάνης κάθετο,από τον τροπικό του Καρκίνου και από την κάθετο πέραν της Ιβηρικής.Η γή είναι στρογγυλή αλλά και τελείως αδιάφορη, αφού είναι ακατοίκητη.Στην στραβώνεια λογική,που απηχεί αιώνες παρατηρήσεων, το κοντινό πρέπει να αποδίδεται με λεπτομέρεια, το μακρινό με γενικές γραμμές, εάν υπάρχει ζωή στους αντίποδες είναι ζήτημα του φιλοσόφου και όχι του γεωγράφου, ο γεωγράφος απευθύνεται στους αγεωγράφητους ηγέτες, κι όποιος δεν ξέρει τί θα πεί πόλος, γεωγραφικές ζώνες και συντεταγμένες, βαρύτητα και άξονες της γής, άς πάει να τα μάθει από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ο εντόνως ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του χριστιανισμού δεν αρέσκεται στα δίπολα: η θεωρία του παντός καλύπτεται από τον άνθρωπο,επομένως όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα του ανήκουν διά του θεού. Στον βίο Αθανασίου του Αθωνίτη,ο βιογράφος του αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογήσει την ανάμιξη του αγίου στην υδραυλική επιστήμη,καθορίζοντας την συμβολή του Χριστού στην κίνηση των υδάτων : δεν είναι δαίμονες που κινούν τους τροχούς, αλλά η θεία χάρη.Γνωρίζουμε ότι η υδροκίνηση είχε σοβαρότατη τεχνολογική εξέλιξη ιδίως κατά τους σκοτεινούς αιώνες,αλλά ο θεωρητικός λόγος έπρεπε να θεολογίσει, έστω ατεχνώς γιά να μή κυνηγάνε τους μυλωνάδες γιά μαγεία.Ο Φίλιππος Ωραιόπουλος, πριν ζητήσει να κλονίσει την μεσαιωνική σκέψη ως απούσα από τον θεωρητικό περί αρχιτεκτονικής λόγο, δεν είχε παρά να επισημάνει ότι μήτε οι Παρθενώνες, μήτε οι Πυραμίδες, μήτε οι καρυάτιδες, μήτε η Επίδαυρος, μήτε η ίδια η πολιτειολογία των αρχαίων,τα μαθηματικά και οι εμπράγματες επιστήμες διαθέτουν το παραμικρό ίχνος θεωρητικού λόγου. Ο Φίλιππος Ωραιόπουλος θα έπρεπε, έστω με κάποια μελαγχολία, να διακρίνει κα να επισημάνει ότι ο θεωρητικός λόγος γιά την αρχιτεκτονική είναι σχετικά πρόσφατος,δεν είναι σίγουρο εάν θα επιβιώσει πολλές δεκαετίες ακόμη,και το ίδιο συμβαίνει με τον θεωρητικό λόγο γιά την λογοτεχνία, την μουσική και τα εικαστικά.Απ ό,τι ξέρω, μόνον η πολιτική και η φιλοσοφία κλείνουν δυόμιση χιλιετίες θεωρητικού λόγου.Ανεξάρτητα εάν μου δίνει κάποιος δίκιο γι΄αυτήν την παρατήρηση, την κάνω μόνον και μόνο γιά να διασφαλίσω ότι η ελαφρά απαξιωτική διάθεση του συγγραφέα όπου δεν υπάρχει θεωρία, αποτελεί λανθάνουσα μονομανία μου κι όχι αντικειμενικό εύρημα από το γραπτό του.Τελειώνω την μακρά παρεμβολή στα του μεσαίωνος με την υπόδειξη ότι στα δικαιοπρακτικά συμβόλαια του μεσαίωνα και ίδίως στη κορύφωσή τους, στην παράδοση μιάς μεγάλης γειτονίας της Κωνσταντινούπολης σε Πισάτες και Γενουάτες,του τέλους του 12ου αιώνα,η ύπαρξη θεωρητικών προτύπων-χρηστικών εγχειριδίων είναι τόσο έντονη, ώστε αποτελεί μιά μοναδική απόδειξη πώς το εκπαιδευτικό μεσαιωνικό σύστημα  βρισκόταν σε πλήρη ακμή πριν ακόμη από τις σταυροφορίες.Εκτιμώ ότι η ουσιαστική και ανεκτίμητη συμβολή του συγγραφέα ανιχνεύεται και κατακυρώνεται στο κεφάλαιο γιά το μεταίχμιο του δέκατου πέμπτου αιώνα και εφεξής.Πρόκειται ακριβώς γιά την διασπορά του ελληνικού μεσαιωνικού λόγου προς την δύση και το φαινόμενο ενός ευτροφισμού του μέσα στις πολιτικές συνθήκες των Ιταλικών πόλεων και δι ΄αυτών ακόμη ευρύτερα. Αλλά κυρίως εκτιμώ ότι ο Φίλιππος Ωραιόπουλος θέτει,κατά μακαρία επέκταση των σχετικών προβληματισμών,σε δόκιμη γνωστική βάση τό ίδιο το επίπεδο της προσέγγισής του,όπως την είχαμε συνηθίσει,σε θεωρητικά πονήματα έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 60 γιά να λησμονήσουμε αργότερα τα πάντα,αφού ,γιά να περάσουν από τις γνωστες πολιτικές πλατφόρμες, έπρεπε να περιέχουν ικανή δόση λαϊκού ενδιάθετου και άφθονη φιλολογία μή σχολαστική.Ο Νεοελληνικός λόγος γιά την αρχιτεκτονική και την πόλη είναι μιά σχολαστική πραγματεία επί θεματων που σχολάζουν.Εύχομαι ο διάλογος να αρχίσει και πάλι.Ίσως έτσι οι πόλεις μας και τα κτίσματά μας να μή διακατέχονται από την αναπτυξιακή υστερία,την λατρεία του δένδρου έναντι του δάσους και τις οικολογικές βακχείες. 

 

 

 

8βριος 1998[δημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο]

Advertisements