Σκύλαξ ή ψευδο-Σκύλαξ; 

Ο Σκύλαξ από τα Καρύανδα, εμφανίζεται πρώτη φορά στο έργο του Ηροδότου. Ήταν ο επικεφαλής μιάς εξερευνητικής ομάδας που με εντολή του βασιλιά των Περσών Δαρείου του Υστάσπους, ξεκίνησε ένα ταξίδι από τις πηγές του Ινδού ποταμού και τον διέπλευσε έως την εκβολή του. Από εκεί, στράφηκε δυτικά και έφτασε στις ανατολικές ακτές της Αφρικής, στο ίδιο σημείο (σημειώνει ο πατέρας της Ιστορίας,γνώστης πιθανόν της υπόθεσης από την γενέτειρά του, που βρίσκεται κοντά στα Καρύανδα) απ΄όπου ξεκίνησε μιά αρχαιότερη αιγυπτιακή αποστολή του πρώτου περίπλου της Αφρικής.Οι πληροφορίες προς τον Δαρείο, που αποτυπώθηκαν (και) σε μία έκθεση η οποία κυκλοφόρησε σε μορφή Περίπλου στην ελληνική γλώσσα,χρησίμευσαν στους Πέρσες στο να κατακτήσουν την Ινδία έως τον Ινδό.Η κατάκτηση διήρκεσε πάνω από ενάμιση αιώνα. Η ίδια κάθοδος προς τις εκβολες του Ινδού έγινε κι από τον Αλέξανδρο, μόνον που εκείνος ήταν επικεφαλης μιάς μεγάλης στρατιάς.Ο Δαρείος δεν αναζήτησε τον Σκύλακα ανάμεσα σε ξένους,αφού ολόκληρη η μικρασιατική ακτή του Αιγαίου, όπου και τα Καρύανδα, είχαν προσαρτηθεί στην περσική αυτοκρατορία αρκετόν καιρό πρίν την Σκυθική του εκστρατεία, το έτος 508πΧ.

Από τον Σκύλακα και την αναφορά του σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα,που ωστόσο δίνουν μιά σχηματική εικόνα των περιγραφών του. Βρίσκονται μαζεμένες στο τέλος της παρούσας μετάφρασης.Είναι βασικά δύο κατηγοριών:σπαράγματα μιάς έκθεσης αυτόπτη, προσεκτικής και μετρημένης (γιά παράδειγμα, η διαμόρφωση και η χλωρίδα των δύο οχθών του Ινδού ποταμού κατά τον κατάπλου), αντάξιας ενός προικισμένου εξερευνητή, και μία συλλογή ακουσμάτων ,δοξασιών και φημών, που η αποστολή μάζευε από εντόπιους αυτόπτες ή παραμυθάδες,όπως ότι στον Γάγγη,( έναν ποταμό στον οποίο ο Σκύλαξ αποδεδειγμένα δεν έφτασε ποτέ) ζούσαν άνθρωποι με πελώριες πατούσες ή γιγαντιαία αφτιά.Σε αντίθεση με τα πιστεύω κάποιων ακαδημαϊκών σχολιαστών, εκτιμώ ότι οι αρχαίοι ιστορικοί και γεωγράφοι δεν έβαζαν αυτά τα φαντασιόπληκτα χωρία στο έργο τους γιά να ξαφνιάζουν το αμόρφωτο κοινό, αλλά επειδή τότε, σε εκείνα τα «ηρωικά» χρόνια, ο αρχαίος κόσμος ξεπερνούσε το νοητό και ιδεολογικά βαρύτατο και προσημασμένο όριο της Μεσογείου, και τα στοιχεία που μάζευε από τον «έξω» κόσμο, παρότι έδειχναν απίθανα και μυθικά, από καιρού εις καιρόν κάποια στοιχεία τους επαληθεύονταν,με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να προτιμούν την καταγραφή ανυπόστατων διαδόσεων, από την λογική τους επεξεργασία.Ήταν εποχή που άνοιγε διάπλατα τον χώρο της δημιουργικής ανακάλυψης και ήταν φυσικό στην δημιουργία αυτή, να περιλαμβάνεται και η δημιουργική φαντασία.

Η πολύ καλή συνεργασία μιάς ομάδας εξερευνητών με μία πανίσχυρη αυτοκρατορία, εκτιμήθηκε δεόντως στους γεωγραφικούς κύκλους του 5ου π.Χ αιώνα.Έτσι, όταν αρκετές δεκαετίες αργότερα,τα ιστορικά και γεωγραφικά έργα, οι υφηγήσεις οι περίπλοες και οι περιηγήσεις,άρχισαν να πληθαίνουν, σε συνδυασμό με τα ήδη παγιωμένα ομηρικά έπη ,από την εποχή των πεισιστρατιδών, που άφησαν λαμπρό πεδίο δόξης στους σχολιαστές του Ομήρου, μαζί με την αυξανόμενη ζήτηση των πόλεων- κρατών και των ελληνικών αποικιών γιά επισημοποίηση, ανάσυρση στην επικαιρότητα ή επινόηση της συμβολής διαφόρων ηρώων στην δημιουργία τους,κάποιος εξερευνητής που περιέπλευσε ολόκληρη την Μεσόγειο και μεγάλο μέρος της ακτής της δυτικής Αφρικής, δεν δίστασε να «ξεχάσει»το δικό του όνομα και να τοποθετήσει ως συγγραφέα του έργου του τον παλαιό Σκύλακα.Δεν επρόκειτο γιά απάτη, αλλά γιά μία βαθιά ριζωμένη αρχαιοελληνική πεποίθηση: το γνήσιο έργο της επιστήμης,πρέπει να έχει εξωτική προέλευση,να έχει θιγεί από έναν αξιοσέβαστο παλαιότερο συγγραφέα.

Η επιχείρηση πέτυχε εν μέρει.Ήδη από την αρχαιότητα υπήρχαν ενστάσεις κατά πόσον ο Καρυανδεύς Σκύλακας ήταν υπεύθυνος της συγγραφής του περίπλου, αλλά στην νεότερη εποχή,ο συγγραφέας ονομάζεται χωρίς δισταγμό ψευδο-Σκύλαξ. Υπάρχει και η αναφορά «Σκύλαξ ο νεότερος», δείγμα της αξίας του έργου.

Χρονολογική προσέγγιση 

Τα στοιχεία του περίπλου που συμβαδίζουν με την εποχή που έδρασε ο πραγματικός Σκύλαξ, είναι λίγα.Η συνύπαρξη ,λόγου χάρη, της Σύβαρης με τους Θουρίους,είναι ένα πιθανό γεγονός που σε κάθε περίπτωση έπαψε να συμβαίνει πρίν τελειώσει ο έκτος πΧ αιώνας.Από την άλλη, επειδή στα ίδια χρόνια είχε ολοκληρωθεί από κάθε άποψη ο ελληνικός αποικισμός και ο συγγραφέας του περίπλου ενδιαφέρεται πολύ γιά την αποτύπωσή του,το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών του, προηγείται ακόμη και της εποχής του Δαρείου.Πάντως τα εσωτερικά τεκμήρια του λόγου του, δείχνουν ότι μπορεί να μη ανήκε στην πρώιμη χορεία των πρωτοπόρων, εντούτοις, επειδή αγνοεί κάθε αλεξανδρινό επίτευγμα (γιά παράδειγμα, η Αλεξάνδρεια του είναι άγνωστη) θεωρήθηκε ευπρεπής λόγιος της εποχής πρίν τον Αλέξανδρο, που γιά την ρωμαϊκή, χριστιανική και μεσαιωνική εποχή σήμαινε έναν πράγματι «αρχαίο» συγγραφέα.Άν λογαριάσουμε μάλιστα ότι τα μεγάλα γεωγραφικά ή γαιοκεντρικά έργα της αρχαιότητας που σώθηκαν σε μεγάλο βαθμό είναι ο Πολύβιος,ο Λίβιος, ο Διόδωρος, ο Στράβων, ο Πλίνιος, ο Αρριανός , ο Πτολεμαίος,ανάμεσα στην γνώση που επιβίωσε και στην γνώση που προηγήθηκε αλλά παρέμεινε είτε αθησαύριστη, είτε διασώθηκε σε αποσπάσματα,μεσολαβεί ένα διάστημα τουλάχιστον τριών και παραπάνω αιώνων, που μπορεί να θεωρηθεί ,με τα δεδομένα της αρχαιότητας,ότι αντιπροσωπεύει μία «αρχαιολογία» της Γεωγραφίας.

Η υπόθεση αυτή είναι η πιό πιθανή, χωρίς ωστόσο να είναι και τελεσίδικα λυμένη.Κι άν υπηρχε η διάθεση ενός μεταγενέστερου συγγραφέα να «αρχαιολογήσει;» δηλαδή να αφαιρέσει στον περίπλου αυτόν, που μπορεί να ήταν έργο λύχνου και όχι αρμενίσματος, κάθε συγχρονικό με τον ίδιο στοιχείο;Θα το συζητήσουμε στην συνέχεια.Αν δεν ισχύει αυτό, και ο ψευδο-Σκύλαξ είναι ένας άνθρωπος της εποχής του, που σημειώνει ό,τι βλέπει ή ακούει, τότε είναι σαφές ότι έχει ζήσει σε έναν χρονικό ορίζοντα ,κατά τον οποίο:

  1. Ολόκληρη η Μεσόγειος ήταν προσβάσιμη,και ειδικά οι χώρες που βρισκόταν στην Καρχηδονιακή ζώνη ελέγχου.Αυτή η πρόσβαση μπορεί να θεωρηθεί πιθανή μόνον σε μετακλασικά χρόνια.Μόνον τότε υπήρξαν επαρκείς πληροφορίες γιά τους Καρχηδονίους μέσα από την αυξημένη σχέση των ελληνικών αποικιών με τις κοιτίδες τους, αλλά και χάρη στον αυξημένο πολιτικό τους ρόλο.
  2. Δεν αναφέρονται πουθενά Πέρσες, μήτε στην Μικρασία,στις πόλεις του Αιγαίου, μήτε στην Συρία και στην Φοινίκη, μήτε στην Αίγυπτο.Απεναντίας, οι περιοχές της Λιβύης(Αφρικής) που ήταν στα χέρια των Καρχηδονίων, αναφέρονται με τα γεωγραφικά και δημογραφικά τους χαρακτηριστικά, αλλά με την υπόμνηση ότι πολιτικά ελέγχονται από τους Καρχηδονίους, πράγμα που δεν συμβαίνει γιά καμία άλλη περιοχή της Μεσογείου ή του Ευξείνου πόντου, γιά κανέναν άλλον λαό.Κι εδώ, η «χειραφέτηση» των Καρχηδονίων,και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία η ύπαρξη των Φοινίκων  μεταξύ Συρίας και Αραβίας είναι πασίδηλη,είτε εκφράζει μία αρχαιότερη κατάσταση, είτε ανήκει σε μία περίοδο πρίν τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου στην περιοχή.Ειδικά η απουσία κάθε μνείας Περσών, μπορεί να έχει και κάποιες πολιτικές πτυχές και σκοπιμότητες που σήμερα αγνοούμε.
  3. Η περιγραφή των ακτών της Μεσογείου, συνοδεύεται από μερική μνεία πόλεων που βρίσκονται «εν μεσογαία», στο εσωτερικό κάποιας χώρας.Όσο προχωρούμε προς την ανατολή,ειδικά στην χερσόνησο του Αίμου αλλά και παραπέρα, αυξαίνουν οι πληροφορίες γιά το εσωτερικό μερικών χωρών.Ενδιαφέρον παρουσιάζει η «εσωτερική» γεωγραφία ενός μικρού, νότιου τμήματος της Ιλλυρίας και της Ηπείρου, αλλά και της Θεσσαλίας,ενώ οι περιγραφές φτάνουν στην εξονυχιστική γεωφυσική περιγραφή στις περιοχές της σημερινής Λιβύης και Τυνησίας, θαρρείς και η «παραγγέλουσα αρχή»  ενός έργου σαν τον περίπλου,επεδίωκε να αυξήσει τις πληροφορίες της γιά συγκεκριμένες περιοχές της οικουμένης, ενώ παρουσιάζει σαφή έλλειψη παρόμοιου ενδιαφέροντος γιά τις δυτικές ευρωπαϊκές ακτές της Μεσογείου.
  4. Ορίζεται η «Ελλάδα», ως αυτοτελής γεωγραφική ενότητα, μεταξύ Αμβρακικού κόλπου και εκβολών του Πηνειού ποταμού της Θεσσαλίας.Έξω από αυτόν τον χώρο, ανιχνεύονται με επιμέλεια οι «ελληνίδες πόλεις», ακόμη κι άν βρίσκονται σε κάποια απόσταση από την θάλασσα. Μερικές περιοχές του αιγαιακού χώρου έχουν την ακρίβεια μεταγενεστέρων πορτολάνων.Ενώ αναγράφονται και πολλές ακόμη πόλεις όπου κατοικούν άλλοι λαοί, είναι σαφές ότι απόλυτη προτεραιότητα του εξερευνητή (ή του βιβλιοπόντικα) που συνέθεσε τον Περίπλου, ήταν η αναγραφή των ελληνικών πόλεων, παντού στην Μεσόγειο.
  5. Από τον Περίπλου δεν λείπουν μόνον οι πόλεις οι σύγχρονες ή μεταγενέστερες του Αλέξανδρου, αλλά και κάποιες,ήδη γνωστές από παλιά, όπως το Βυζάντιο. Ίσως έχουμε στα χέρια μας ένα αντίγραφο, στο οποίο έχουν εκπέσει λίγα ή πολλά τοπωνύμια,είτε κάτι άλλο συμβαίνει.

Εσωτερικά τεκμήρια 

Υπάρχουν στοιχεία που είναι τοποθετημένα με τρόπο ώστε να υπονοούν γνώση του συγγραφέα γιά γεγονότα που έχουν συμβεί στο παρελθόν, ή στην εποχή του,αφθονούν.Τα κυριώτερα είναι κατά σειράν τα εξής

  • Οι Μασσαλιώτες έχουν αποικία στην Ισπανία, το Εμπόριον.Τα καρχηδονιακά «εμπόρια» δεν έχουν επεκταθεί πέρα από τον Ίβηρα ποταμό, πράγμα που συνέβη με ένταση όταν οι Καρχηδόνιοι αποκόπηκαν από την φοινικική ακτή (μετά τις κατακτήσεις των Περσών)και ο έως τότε φυσικός τους χώρος επέκτασης, δηλαδή τα μεγάλα νησιά της κεντρικής Μεσογείου, μετατράπηκαν σε θερμά πολεμικά μέτωπα, ιδίως στην γενιά που προηγήθηκε του Αννίβα,και πάντως  από τις αρχές του 3ου πΧ αιώνα.
  • Η Ρώμη είναι μία πόλη-κράτος.Περιβάλλεται από Τυρρηνούς,Λατίνους και Ολσούς.Οι λαοί αυτοί κατακτήθηκαν μετά το 366 πΧ και πρίν τους Σαμνιτικούς πολέμους, που άρχισαν το 343πΧ.
  • Η πόλη των Θουρίων, όχι μόνον υπάρχει αλλά έχει και αποικία την πόλη Λάος. Αναφέρεται παραδόξως και  η Σύβαρις,που πρώτη ίδρυσε αυτήν την αποικία ενώ οι Θούριοι χτίστηκαν και με την συμβολή Συβαριτών προσφύγων.Η πόλη καταστράφηκε στο τέλος του  έκτου πΧ αιώνα και οι Θούριοι χτίστηκαν κοντά στα ερείπιά της.
  • Οι Καρχηδόνιοι έχουν σταθμούς στην Ιβηρική, αλλά όχι στην Σικελία, όπου απλώς μνημονεύονται, μεταξύ άλλων κατοίκων και Φοίνικες.Δεν μνημονεύεται κάν το Λιλύβαιο ως πόλη, αλλά ως ακρωτήριο.Αλλά στον τρίτο πΧ αιώνα, οι Ρωμαίοι,αφού νικούν τις ελληνικές πόλεις της περιοχής, αποδύονται σε έναν λυσσώδη αγώνα εναντίον των Καρχηδονίων, ακριβώς επί της Σικελίας.Πότε συνέβη να ήταν η Σικελία κυρίως σε ελληνικά χέρια,και πρίν εφορμήσει η Ρώμη; Τα γεγονότα μας οδηγούν στην περίοδο μετά το 410/9 πΧ (όταν ο Σελινούς και η Ιμέρα καταστράφηκαν από τους Καρχηδονίους, οπότε δεν θα αναφέρονταν ρητώς ανάμεσα στις «ελληνικές πόλεις» του Περίπλου), κατά την εκτίμησή μου, μεταξύ των τυράννων Διονυσίου και Αγαθοκλή, δηλαδή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του 4ου πΧ αιώνα.Ας υπενθυμίσω ότι μία από τις πιό αποφασιστικές ήττες των Καρχηδονίων, συνέβη κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας Φιλίππου του Β.
  • Οι Κέλτες που αναφέρονται μεταξύ Τυρρηνών και Ενετών, στον μυχό της Αδριατικής, έχουν εγκατασταθεί εκεί,όσοι «απόμειναν από την εκστρατεία». Εγκατάσταση Κελτών στην ευρύτερη περιοχή μαρτυρείται από παλιά, και κατεληξε στην ολοκληρωτική εξαφάνισή τους μέσα στον 3ο πΧ αιώνα στην περιοχή.Η φράση δίνει την αίσθηση ενός αναχρονισμού, αλλά μπορεί και να μη είναι.Οι Κέλτες ,στα 390 ή 387/6 πΧ επιτέθηκαν στην Ρώμη (το επεισόδιο με τις «χήνες του Καπιτωλίου») και αποσύρθηκαν. Πολιόρκησαν πάλι την Ρώμη στα 367 πΧ. Η πρώτη αποφασιστική νίκη των Ρωμαίων έγινε στην Απουλία, το 349.Ποιά είναι αυτή η «στρατεία» που άφησε Κέλτες στην έξοδο που Πάδου, εκεί όπου αργότερα  ο τόπος ονομάστηκε «ένθεν των Αλπεων Γαλατία» με κυρίαρχο λαό τους Βοιούς;Ας μη ξεχνούμε ότι η τελευταία εκστρατεία των Κελτών κατά της Ρώμης συνέβη στον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο,στα μέσα του 3ου πΧ αιώνα, ως συμμάχων του Αννίβα.Η «στρατεία», και όχι μιά οποιαδήποτε εκστρατεία, μαρτυρεί την πρωιμότητα του γεγονότος.Πάλι φτάνουμε στα χρόνια μετά το 390 πΧ.
  • Οι Κορίνθιοι έποικοι που ζήτησαν γιά βοήθεια οι Ακαρνάνες γιά να επικρατήσουν στην πόλη των Επιλευκαδίων,είναι ήδη οι μόνοι κάτοικοι της Λευκάδας.Αυτό είναι γεγονός που μπορεί να τοποθετηθεί ήδη στα τέλη του 7ου πΧ αιώνα.
  • Ξεκινώντας την περιγραφή της Πελοποννήσου από την πλευρά του Κορινθιακού κόλπου, χρησιμοποιεί την έκφραση «η δική μας θάλασσα» αναφερόμενος στον Σαρωνικό.Ενισχύεται έτσι η πιθανότητα να πρόκειται είτε γιά κάποιον Αττικό ή πλησιόχωρο θαλασσοπόρο, ή γιά ερανιστή που άντλησε σημαντικά στοιχεία από πηγές ταξιδιωτών που είχαν  κυκλοφορήσει  ευρέως στο ακαδημαϊκό αθηναϊκό περιβάλλον.
  • Τα  Μακρά τείχη των Αθηνών υπάρχουν.Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται γιά την ανάκτισή τους, στον 4ο πΧ αιώνα.
  • Στην περιγραφή της Θεσσαλίας, αναγράφεται η πόλη Δημήτριον, που ανήκει στους Αχαιούς και βρίσκεται μετά την Μελιταία, πρίν τις Θήβες και πρίν το Αμφαναίον και τις Παγασές, από νότο προς βορρά, στην δυτική ακτή του Παγασητικού. Αλλά στα Πευκάκια του Βόλου σήμερα, τοποθετούνται τα ερείπια της Δημητριάδος, που χτίστηκε από τον Δημήτριο Πολιορκητή, περί το 294 πΧ. Ο συσχετισμός της πόλης Δημήτριον με την Δημητριάδα,θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σχετικά ισχυρό επιχείρημα γιά την όψιμη χρονολόγηση του Περίπλου, αλλα απαιτείται ειδικη έρευνα.
  • Ενώ η Μακεδονία ξεκινά από το Ηράκλειο(Πλαταμώνα), η Πύδνα και η Μεθώνη είναι αποικίες νοτίων Ελλήνων.Όπως και η Θέρμη, η Αίνεια,και όλες οι πόλεις της Χαλκιδικής.Επομένως δεν έχει ξεκινήσει η εκστρατεία του Φιλίππου ενάντια στην Αμφίπολη και σε όλες τις ελληνικές αποικίες της περιοχής, που ολοκληρώθηκε το 348 πΧ, με την καταστροφή της Ολύνθου.
  • Ο Καλλίστρατος, που αναφέρεται ως οικιστής του Δάτου,σκοτώθηκε το 355 πΧ στην πόλη του Βυζαντίου. Ήταν Αφιδναίος και έδρασε επί αρκετά χρόνια στην Μακεδονία.Το «Δάτον» που ίδρυσε προϋπήρχε από παλαιά (πρβλ Ηρόδοτος,9.27) αλλα εδώ υπονοούνται οι Κρηνίδες,που πολύ γρήγορα μετονομάστηκαν σε Φιλίππους.Σε κάθε περίπτωση, ο ψευδοΣκύλαξ αναφέρεται σε γεγονότα περί το 360 πΧ.
  • Ο «αστρολόγος» Κλεόστρατος  εμφανίζεται ως τέκνο της Τενέδου στον ενεστώτα. Ο Κλεόστρατος αυτός, που μαρτυρείται πως επέφερε μερικές βελτιώσεις στους αστρονομικούς ορίζοντες της εποχής του, έζησε μετά τον Θαλή και ήκμασε πρίν τον Μέτωνα. Τοποθετείται χρονικά στό τελευταίο τρίτο του 6ου πΧ αιώνα, αλλά και αργότερα, στο πρώτο μισό του 5ου.Ειχε ιδρύσει παρατηρητήριο στην κορυφή του τρωικού όρους Ίδη και εμφανίζεται ως εφευρέτης του ζωδιακού κύκλου(κατα άλλη εκδοχή ,μόνον του Κριού και του Τοξότη), πρότεινε ένα ημερολόγιο με εναλλάξ 30 και 29 ημέρες, ορίζοντας την Οκταετηρίδα (κάθε τρίτο, πέμπτο και όγδοο χρόνο πρόσθετε έναν ολόκληρο μήνα στο ημερολόγιο). Ένας Άρπαλος αργότερα πρότεινε μιά Δεκαεξαετηρίδα. Ο Άρατος στα Φαινόμενα, έχει διασώσει μερικά στοιχεία από το έργο του Κλεόστρατου Αστρολογία. Ο συγγραφέας του Περίπλου, γνωρίζει λοιπόν έναν αστρολόγο, δηλαδή τον ποιητή μιάς Αστρολογίας.
  • Περιγράφοντας τα Καρύανδα («νησί και πόλη και λιμάνι») προσθέτει λεπτολογώντας γιά το λιμάνι: αυτοί είναι Κάρες.
  • Η Σαρπηδών, πόλη της Κιλικίας, είναι έρημη.
  • Έξω από την Μεγάλη Σύρτη, η πόλη Κίνυψ είναι έρημη.
  • Τέλος στον παράπλου της δυτικής Αφρικής, το όριο της εξερεύνησης είναι η Κέρνη, επειδή τα νερά παρακάτω είναι πολύ ρηχά. Ο συγγραφέας του Περίπλου  ίσως γνωρίζει το έργο του Άννωνα (που όπως είδαμε, έγινε ευρύτατα γνωστό στα χρόνια της καταστροφής της Καρχηδόνας, στο τέλος του 3ου πΧ αιώνα,)αλλά όχι με την μορφή που το ήξεραν στα μεταγενέστερα χρόνια, αφού εκεί θα διάβαζε ότι ο Καρχηδόνιος έπλευσε επί πολλές ημέρες πέρα από την Κέρνη, που ο ίδιος θεωρεί επικίνδυνη γιά την ναυσιπλοϊα.  Αλλά έχει τονιστεί κατά καιρούς η μυστικοπάθεια των Καρχηδονίων ως προς τις πηγές των εμπορευμάτων τους. 

Ενστάσεις 

Αν λοιπόν προσπαθήσουμε να αναλύσουμε και να εντοπίσουμε την εποχή κατά την οποία γράφτηκε ο Περίπλους, τότε καταλήγουμε στο δεύτερο τέταρτο του τέταρτου πΧ αιώνα σε εποχή κατά την οποία ο Φίλιππος μόλις άρχιζε να βασιλεύει, και δεν εξασφάλισε ακόμη μήτε τον έλεγχο της παραλιακής ζώνης της κάτω Μακεδονίας.Μερικοί προσεκτικοί, τοποθετούν την συγγραφή μεταξύ 361-357 πΧ.Το κείμενο ,άν δεχτούμε ως ασφαλή αυτήν την διαπίστωση, δεν έχει σημαντικά εμπόδια, πρωθύστερα ή αναχρονισμούς ή επικαιρισμούς.

Ωστόσο υπάρχουν μερικές ήσσονες ενστάσεις. Η σπουδαιότερη: γιατί μιά εκστρατεία βαρβάρων σε μία άσημη πόλη της Ιταλίας,(των Κελτών στη Ρώμη) μπορούσε να ενδιαφέρει έναν ελληνόφωνο γεωγράφο που σημείωνε με επιμέλεια τις «ελληνικές» πόλεις; Επίσης, δεν είναι χωρίς σημασία η αναγραφή του ονόματός της, σα να επρόκειτο γιά έναν πολύ γνωστό τόπο του αρχαίου κόσμου, πράγμα που δεν μπορεί κάποιος να το υποστηρίξει με βεβαιότητα έως την εποχή που οι Ρωμαίοι άρχισαν να έρχονται σε δυναμική επαφή με τον ελληνικό κόσμο, προς το τέλος του 4ου και ιδίως στις αρχές του 3ου αιώνα, με τους πολέμους του Πύρρου.Εξάλλου η Ρώμη δεν είναι παραθαλάσσια πόλη.Και στον συγγραφέα του περίπλου παραμένει μιά από τις πολύ λίγες μεσόγειες πόλεις που μνημονεύονται, χωρίς να έχουν «ανάπλου» και η μόνη από αυτές που αναφέρεται με το όνομά της.Λοιπόν, κατα την εκτίμησή μου, η Ρώμη σήμαινε κάτι περισσότερο γιά τον συγγραφέα του περίπλου και ,εάν εντέλει είναι δικό του το κείμενο και όχι καποια προσθήκη, πρόκειται γιά την πρώτη μνεία της Ρώμης σε ελληνικό κείμενο.

Ένα άλλο προβληματικό σημείο ως προς την χρονολόγηση του κειμένου, έρχεται από την εκτίμηση της ταχύτητας των πλοίων της εποχής.Στα πρώτα αυτοκρατορικά χρόνια, ο Στράβων θεωρεί μέση ταχύτητα ενός εξερευνητικού σκάφους τα επτακόσια στάδια ημερησίως,δηλαδή τα εκατόν τριάντα χιλιόμετρα.Στον Ψευδοσκύλακα,ο μέσος όρος υπολογισμού βρίσκεται στα πεντακόσια στάδια.Εντούτοις ,ένας συγγραφέας που έζησε τουλάχιστον έναν αιώνα πρίν από τον Στράβωνα, ο Πολύβιος,στο πρώτο βιβλίο του,περιγράφοντας  ναυτικά κατορθώματα των Καρχηδονίων περί το 250 πΧ, σημειώνει ως δείγμα μεγάλης ταχύτητας την κάλυψη της απόστασης από την Καρχηδονιακή ακτή προς το Λιλύβαιο,χίλια στάδια,συνολικά 124 ναυτικά μίλια, κοντά διακόσια χιλιόμετρα , σε εικοσιτέσσερις ώρες ,από κάποιον Αννίβα τον Ρόδιο, που αναφέρεται ως επιφανής πολίτης της Καρχηδόνας, με ένα ειδικά διασκευασμένο πλοίο ,που άφησε εμβρόντητο τον Ρωμαϊκό στόλο.Στον Περίπλου όμως, η αναγραφή ότι από το Κόσυρο του Ερμαίου Ακρωτηρίου έως το Λιλύβαιο, το ταξίδι διαρκεί μία ημέρα, αναφέρεται ως μία απολύτως χρηστική και λογική πληροφορία.

Η ταχύτητα των αρχαίων πλοίων ως κριτήριο χρονολόγησης, δεν πρέπει να ακολουθεί την αρχή που έχουμε συνηθίσει στους τελευταίους αιώνες, ότι όσο νεότερης τεχνολογίας είναι ένα πλεούμενο, τόσο ταχύτερο είναι .Η πεντηκόντορος, το πρώτο ταχύ σκάφος,με δύο βάρδιες κωπηλατών που εναλλάσσονταν σε μία ημέρα, ήταν σαφώς ταχύτερο πλοίο από το διάδοχό του, την αρματωμένη πεντηκόντορο, και όλα τα επόμενα επιτεύγματα, η διήρης, η τριήρης και η τετρήρης,είχαν ακόμη μικρότερη μέση ταχύτητα, άνκαι υπερίσχυαν σε «ισχύ», δηλαδή σε βραχύχρονη ταχύτητα εμβολισμού.

Αννίβας και Οφέλας: διερεύνηση 

Η αναφορα του Αννίβα αυτού, που είχε το προσωνύμιο «Ρόδιος» δεν έγινε χωρίς σημασία.Ο Αννίβας φαίνεται πως είχε εξαιρετικές ικανότητες ναυσιπλόου.Κατά την έκφραση του Πολύβιου, ξέφυγε από δέκα γρήγορα ρωμαϊκά πλοία τόσο επιδέξια, που εκείνα έδειχναν ακίνητα μπροστά στους ελιγμούς του.Μπορούσε να εκμεταλλεύεται τους ανέμους και οι κωπηλάτες του ήταν ιδιαίτερα ικανοί.Μιά υπόθεση εργασίας θα μπορούσε να στηριχτεί σε έναν Καρχηδόνιο θαλασσοπόρο,που είχε ,στα 250 πΧ, στην κατοχή του, ένα ειδικά διασκευασμένο σκάφος,που είχε το προσωνύμιο «Ρόδιος», ίσως από το ότι την είχε επισκεφθεί,και που ήταν άριστος γνώστης της καρχηδονιακής ακτής.Ο Ρόδιος δεν ευτύχησε στον πόλεμο, επειδή οι Ρωμαίοι επάνδρωσαν μιά μεγάλη καρχηδονιακή τετρήρη, που εξόκειλε στο Λιλύβαιο και παγίδευσαν τον Αννίβα,του οποίου το πλοίο ήταν  μικρότερο, και το συνέλαβαν αύτανδρο, χρησιμοποιώντας το στη συνέχεια ως καταδρομικό.Σημασία έχει ότι ο Ρόδιος ήταν στα χέρια των Ρωμαίων το 250 πΧ. και η τύχη του άγνωστη.Κατά πόσον η μαρτυρημένη εμπειρία του Ροδίου θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη στους Ρωμαίους της εποχής, που βρισκόταν σε εξαιρετική ναυτική δραστηριότητα, δημιουργώντας και χάνοντας στόλους σε ναυμαχίες, αλλά πεισματικά επιμένοντας να θαλασσοκρατήσουν;Καθώς οι Ρωμαίοι αποδεδειγμένα «έκλεβαν» την καρχηδονιακή ναυτική τεχνογνωσία συστηματικά, δεν μου φαίνεται απίθανο να προσπάθησαν να πάρουν από τον  Ρόδιο τις γνώσεις ναυσιπλοϊας που κατείχε, πράγμα που φαίνεται κι από το κείμενο του Πολυβίου, ο οποίος περιγράφει και εξηγεί γιατί ο Αννίβας ο Ρόδιος ,εκμεταλλευόμενος την ακτογραμμή, τον άνεμο και την θέση μερικών πύργων της ακτής, μπορούσε να μπαινοβγαίνει στο πολιορκημένο λιμάνι.Ο Πολύβιος δεν ήταν αυτόπτης, αφού γεννήθηκε πενήντα χρόνια αργότερα. Και ποιός άλλος θα μπορούσε να εξηγήσει στους Ρωμαίους αυτήν την τεχνική, εκτός από τον ίδιο τον Αννίβα που την σκέφτηκε; Είναι λοιπόν πιθανό να υπήρξε καταγραφή της ναυτικής εμπειρίας του Αννίβα από τους Ρωμαίους στα μέσα του 3ου πΧ αιώνα.Εάν θεωρείται εξεζητημένη η άποψη ότι τον Περίπλου μπορεί να συνέταξε ένας έμπειρος συμπιλητής  στα τέλη αυτού του αιώνα,τουλάχιστον πρέπει να αναρωτηθούμε ποιός και γιατί επενέβη σε ένα αρχαιότερο κείμενο.

Το θέμα δεν είναι βέβαια εξαντλημένο.Ο Στράβων, στην περιγραφή της Μαυριτανίας, στο 17ο βιβλίο, θεωρεί ότι ο πρώτος εξερευνητής των ακτών της βόρειας Αφρικής, ήταν ο Οφέλας ο Κυρηναίος, που μάλιστα εξέδωσε και Περιηγηση.Υπάρχει στην ιστορία ένας Οφέλας Κυρηναίος που μνημονεύεται στα Στρατηγήματα του Πολύαινου, σε σχέση με τον τύραννο Αγαθοκλη των Συρακουσών,περί το 310πΧ.Ο ίδιος Οφέλας, αναφέρεται δυό φορές στο Πάριο μάρμαρο.Στα 322πΧ, όταν τον έστειλε ο πρώτος Πτολεμαίος και κατέλαβε την Κυρήνη,και γύρω στα 310,όταν αναφέρεται κάποια πράξη του σχετική με την περιοχή της Καρχηδόνας (το κείμενο είναι φθαρμένο, και προφανώς λείπει μιά σύντομη περιγραφική πρόταση λίγων δεκάδων ψηφίων).Αυτός ο Οφέλας (η Απέλας και Απελλάς) ένας Μακεδόνας αξιωματικός, μπορεί να ήταν ο πρώτος «περιηγητής» του ελληνικού κόσμου στα μέρη αυτά και ο συσχετισμός του με εξερευνητικά σχέδια και προγράμματα της εποχής ταιριάζει στο γενικό πνεύμα των καιρών, αφού οι κατακτήσεις του Αλέξανδρου έφεραν πραγματική επανάσταση στον ιστορικό περιηγητισμό,και δεν ήταν ασυνήθιστο οι στρατιωτικοί άνδρες της εποχής να ηγούνταν τέτοιων αποστολών.Εάν το έργο του Οφέλα ενσωματώθηκε σε προγενέστερη διήγηση που είχε αντικείμενο τον περίπλου της Ευρώπης και της Ασίας, παραμένει προβληματικό, αλλά δεν είναι απίθανο.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επιμείνουμε στην υφολογική διαφορά των δύο διηγήσεων, της Ευρωπαϊκής και Ασιατικής από την μιά πλευρά, και της Αφρικανικής από την άλλη. Στην δεύτερη, οι ιστορικές και πραγματικές πληροφορίες (κυβερνήτες του Μενελάου, κήπος των Εσπερίδων και αλλού)  θα έλεγα ότι προαπαιτούν τις ζωντανές περιγραφές των εξερευνητών της ελληνιστικής περιόδου.

Προσωρινό συμπέρασμα 

Γιά να συνοψίσουμε, τα «αρχαϊκά» στοιχεία που θα ταύτιζαν τον Σκύλακα της ινδικής εξερεύνησης με τον συγγραφέα του περίπλου, περιορίζονται ουσιαστικά σε δύο: την συνύπαρξη Συβάρεως και Θουρίων και στον παράξενο ενεστώτα γιά τον Κλεόστρατο.Τα στοιχεία της ακαδημαϊκής εκδοχής, που τοποθετεί τον περίπλου στο δεύτερο μισό του 4ου πΧ αιώνα, είναι πράγματι πολύ ισχυρά.Όσο γιά τις ενδείξεις ότι πρόκειται γιά ένα ακόμη μεταγενέστερο κείμενο,των μέσων του τρίτου πΧ αιώνα, καμία τους δεν είναι βέβαιη, και μπορεί απλώς να ενισχύσουν την πιθανότητα κάποιων μεταγενεστέρων προσθηκών στο σώμα του κειμένου, αλλά και την προσθήκη του «λιβυκού» τμήματος.

Θα πρότεινα ως μία λογική εκδοχή, που γιά την ώρα στηρίζεται μόνον σε εσωτερικά και όχι ασφαλή τεκμήρια του ίδιου του κειμένου, ότι ο Περίπλους γράφτηκε από κάποιον ναυσιπλόο που είχε σχέση με την Αθήνα ή τις σύμμαχές της πόλεις,στα πρώτα χρόνια της βασιλείας Φιλίππου του Β ή και λίγο νωρίτερα.Σε αυτό το κείμενο προστέθηκε μία ή και δύο διηγήσεις γιά την βορειοαφρικανική ακτή, μέσα στην ελληνιστική περίοδο.Αυτές οι διηγήσεις μπορεί να ήταν οδοιπορικά εκστρατείας ή τμήματα ενός χαμένου έργου σε εποχή όπου η γνώση της Καρχηδονιακής ακτής αλλά και η μυθοπλαστική τακτική της εποχής των Επιγόνων βρισκόταν στην επιφάνεια.

Η γεωγραφική σημασία του Περίπλου 

Μιά εισαγωγή στον περίπλου δεν είναι βέβαια ο κατάλληλος χώρος γιά να αναλύσουμε παραπάνω την ιστορική του αξία.Ανεξάρτητα άν πρόκειται γιά «γνήσιο» (παρά την πλαστότητα του συγγραφικού ονόματος) κείμενο,ή άν έχουν αφαιρεθεί στοιχεία χάριν αρχαϊσμού  ή άν έχουν προστεθεί άλλα σποραδικά, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το κείμενο ως μία γεωγραφική πραγματεία και να περιοριστούμε στην μελέτη της ακρίβειας των στοιχείων της.

Κι από αυτήν την άποψη, το κείμενο έχει μοναδικά συστατικά.Σε γενικές γραμμές, όπου μπορεί να επαληθευτεί, οι λαοί και οι πόλεις τοποθετούνται σωστά.Οι μετρησεις των αποστάσεων και οι σταδιασμοί έχουν σημαντικό βαθμό αναλογικότητας.

Ο Περίπλους, παρότι ενιαίο κείμενο περιληπτικών γεωγραφικών και δημογραφικών παρατηρήσεων, παρουσιάζει διαφορές στην λεπτομέρεια της  επεξεργασίας,τόσο ανά γεωγραφική ενότητα, όσο και με άλλες παραμέτρους.

Ο σκοπός του έργου τονίζεται στον αναλυτικό τίτλο: πρόκειται γιά περίπλου της «κατοικημένης» Ευρώπης, Ασίας και Λιβύης.Κατά βάσιν, είναι ο Περίπλους της Μεσογείου.Η υπόσχεση του τίτλου τηρείται εν μέρει στην περίπτωση της Λιβύης, που περιγράφεται και έξω από τις Ηράκλειες στήλες. Τηρείται γιά την Ασία,αφού από τον Τάναι, έως τον Νείλο αυτά είναι τα θαλάσσιά της όρια σε αυτήν την περιοχή της γής,αλλά καταπατείται στην περίπτωση της Ευρώπης που βρέχεται από τον Ατλαντικό, αφού οι όποιες περιγραφές του περιορίζονται στα Γάδειρα, το σημερινό Cadiz, ενω και σαφώς προγενέτεροι συγγραφείς, όπως ο Ηρόδοτος, προσθέτουν κάτι παραπάνω γιά την «άλλη» Ευρώπη.Ο συγγραφέας θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι προσπάθησε να περιγράψει «οικουμένη», δηλαδή περιοχές κατοικημένες από κάτι παραπάνω από άσημες εγκαταστάσεις.Είναι παντως σαφές ,ότι, ανεξάρτητα από τίτλους, ο Περίπλους είναι κατά βάση και συνειδητά μεσογειακός. Ιδού η απόδειξη:οι μερικές ενότητες που καθορίζονται είναι η Ευρώπη, η Ασία και η Λιβύη(Αφρική).Στο τέλος κάθε επιμέρους περίπλου, ο συγγραφέας προσπαθεί να δημιουργήσει το συνολικό άθροισμα των μερικών αποστάσεων,δείχνοντας και τον τρόπο υπολογισμού τους. Καταλήγει ότι σε γενικές γραμμές, χρειάζονται 153 ημέρες γιά τον παράπλου των ευρωπαϊκών ακτών, 87 ημέρες γιά τις ασιατικές και 74 ημέρες γιά την Λιβύη. Οι Λιβυκοί υπολογισμοί σταματούν ρητά στις Ηράκλειες Στήλες, επομένως το παραπάνω ταξίδι δεν βρισκόταν στον αρχικό σχεδιασμό του συγγραφέα.Θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος παραρτήματος. Στον τίτλο επίσης, υπάρχει η υποσχεση να περιγραφούν τα «επτά κατοικημένα νησιά»,πράγμα που γίνεται με συνέπεια γιά την Κύρνο, την Σαρδώ, την Σικελία, την Κρήτη, την Κύπρο και άλλα, όμως σε παράρτημα πάλι υπάρχει η (σχεδόν τελείως) λανθασμένη λίστα των μεσογειακών νησιών κατά τάξη μεγέθους. Ως παράρτημα μπορεί να εκτιμηθεί και η περιγραφή δύο «διαφραγμάτων». Διαφράγματα, ένας αρχαϊκός όρος, σήμαινε τις καθέτους,τις ευθύγραμμες διαδρομές μεταξύ δύο σημείων, και στην περίπτωση του Παράπλου, τις κατά εκτίμηση μικρότερες αποστάσεις μεταξύ δύο λιμανιών,δημιουργώντας μιά τεθλασμένη γραμμή κοντά στην ευθεία. Διαφράγματα θα μπορούσαν  να δημιουργηθούν πάμπολλα. Στην δική μας περίπτωση, αναφέρονται λεπτομερώς δύο: η σύνδεση Ευρίπου- Μυκάλης και Μαλέα-ασιατικής ακτής της Ρόδου.Υβρίδια διαφραγμάτων μπορούν να θεωρηθούν και οι ενδιάμεσες αποστάσεις που δίνονται μεταξύ νησιών και λιμανιών, όπως μεταξύ Σαρδούς, Κύρνου και Σικελίας,σε μερικά νησιά του Αιγαίου καθώς και μεταξύ Λιλύβαιου της Σικελίας και καρχηδονιακής ακτής.

Απόλυτος νόμος του Περίπλου, είναι η τήρηση της συνέχειας της ακτογραμμής.Η περιγραφή ακολουθεί την ακτή, κι όταν διακόπτεται(γιά να περιγραφεί ένα νησί) σημειώνεται κάθε φορά επιμελώς και τώρα επιστρέφω στο σημείο της ακτής απ ΄όπου επιχείρησα την παράκαμψη.Παρακάμψεις στην διήγηση υπάρχουν και προς το εσωτερικό των χωρών,αλλά και τότε σημειώνεται άν πρόκειται γιά ανάπλου ποταμού ή για ένα απλό σχόλιο, κυρίως γιά την ύπαρξη πόλεων που υπάρχουν στα μεσόγεια ή (σπανιώτερα) γιά κάποια εσωτερικά σημεία της ηπείρου που συνορεύουν με άλλα.Ωστόσο υπάρχουν αιτιώδεις διαφορές στην περιγραφή τόσο των ακτών των τριών ηπείρων, όσο και στις μεθόδους απόδοσης των αποστάσεων.

Ενας απλός τρόπος να διακρίνουμε το κέντρο βάρους του Περίπλου είναι ο ακόλουθος: Αν δώσουμε μία μονάδα, σε κάθε όνομα λαού, τοπωνύμιο, γεωγραφικό σημείο, ιστορική παρατήρηση ή εκτίμηση απόστασης που υπάρχει στο κείμενο, τότε, ολόκληρη η ακτογραμμή απο τις Ηράκλειες Στήλες έως την Ιταλία, έχει 17 βαθμούς,ολόκληρη η Ιταλία 123, η ακτή του Αδρία έως τα «ελληνικά» όρια 79, η θεωρούμενη ως Ελλάδα, από την Αμβρακία έως τον Πηνειό,με τα νησιά, 273, η υπόλοιπη Ευρώπη, από τον Πηνειό στον Εύξεινο πόντο 198, ολόκληρος ο Εύξεινος πόντος  309,η Προποντίδα και η μικρασιατική ακτή έως και την Ρόδο 130,η υπόλοιπη Ασία έως την Αίγυπτο 107(αλλά υπάρχουν κενά στο χειρόγραφο) ενώ  η Αφρική μέσα στη Μεσόγειο έχει κάπου 135 βαθμούς πληροφορίας, μόνον, που όπως θα δούμε παρακάτω ,είναι με διαφορετικό τρόπο εκτιμημένες,περισσότερο ανθρωπολογικές και γεωφυσικές.Σε κάθε περίπτωση, η ζώνη του αμέσου ενδιαφέροντος του ελληνικού κόσμου,δηλαδή το Αιγαίο και τα πέριξ, καταλαμβάνουν πάνω από το 70% των πληροφοριών του κειμένου, σε ενα παράπλου ακτών που είναι μικρότερος από το 20% του συνόλου.Αν θα ψάχναμε να ανακαλύψουμε την πηγή του όρου «ελληνοκεντρισμός» το ανά χείρας κείμενο θα ήταν ένα από τα υποψήφια.Υπάρχουν όλα τα εχέγγυα: διαχωρισμός των βαρβάρων, αναζήτηση του αποικισμού, μυθολογία και ίχνη της ανά τον κόσμο, ιερά των θεών.

Αυτη η αναζήτηση του «ελληνικού», που ξεκινά εν σπέρματι στον Ηρόδοτο και μπορούμε να εικάσουμε ότι αναπτύσσεται ραγδαία μετέπειτα ,όχι βέβαια σαν εθνωτική υπερηφάνεια, όσο σαν χρηστικό σύστημα ισορροπιών μεταξύ των πόλεων- κρατών και των ελληνιστικών βασιλείων και συμπολιτειών (σε αυτήν την περίοδο υπάρχουν έργα που αργότερα τα κατηγορούν ως προϊόντα σκοπιμότητας οι ιστορικοί της ρωμαϊκής περιόδου)και θα αρχίσει να υποχωρεί ραγδαία χάρη στον διαφορετικό ιδεολογικό ορίζοντα του Πολύβιου, ενός ιστορικού που συνυπολογίζει πολύ σοβαρά την ποσότητα ως αξιακό σύστημα.Στην εποχή της συγγραφής του Περίπλου,ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αποτέλεσμα μιάς πρώιμης αριστοτελικής νοοτροπίας.

Η γεωγραφική σημασία του Περίπλου είναι τόσο βαρύνουσα, ώστε η όποια ιστορική του σημασία πρέπει να αντιμετωπιστεί με μία σειρά προσεγμένων συλλογισμών και συμπερασμάτων.Αν σε μία αρχαία  ιστορική πραγματεία οι γενικές φιλοσοφικές αρχές της αλήθειας, της αντικειμενικότητας ,της συνολικότητας, συναντώνται συχνά τουλάχιστον στον πρόλογό της,μιά γεωγραφική υφήγηση είναι ένα πολύ πιό στρατευμένο έργο,ακόμη και με τα δικά μας, σύγχρονα(άν και όχι πιό αξιόπιστα) κριτήρια.Στην γεωγραφία της αρχαίας  εποχής, σπανίως καταγράφεται το καθετί.Υπάρχει σχεδόν πάντοτε κεντρικός άξονας αναφοράς,που σπανίως παραβιάζεται.Γι΄αυτό και η γεωγραφία ορθώς αντιμετωπίζεται ως παράρτημα των μαθηματικών επιστημών και όχι της φιλοσοφίας ή της ιστοριογραφίας.Αυτό το βαθύτατα ποιοτικό μοντέλο θα διατηρηθεί στην γεωγραφική επιστήμη έως πολύ αργά.Οι χάρτες διατηρούν ακόμη έντονο ιδεολογικό υπόβαθρο. Χάρτες, λόγου χάρη, ακόμη και σημερινοί, που αποτυπώνουν την πραγματική έκταση των ηπείρων και κατά συνέπεια των χωρών που περιέχονται σε αυτές, δεν είναι δημοφιλείς, με την δικαιολογία ή την ερμηνεία της εποπτικότητας. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις που η Γροιλανδία ή η Σιβηρία προβάλλονται σε ανάπτυγμα που ξεφεύγει από το σφαιροειδές, με αποτέλεσμα να «δείχνουν» πολύ μικρότερες στην υδρόγειο σφαίρα από το πραγματικό τους εμβαδόν.Οι αρχαίοι χάρτες που στηρίζονται στις οδομετρήσεις, πειθαρχούν γεωμετρικά σε αυτές, παραβιάζοντας την γεωφυσική αντίληψη. Κι αυτό,επειδή ο στόχος τους είναι να αποτυπώσουν δρόμους και αποστάσεις,όχι να δικαιωθούν απεναντι στον Αρίσταρχο και στον Πτολεμαίο.Στον συγγραφέα του Περίπλου, αυτές οι μη αντικειμενικές αρχές παραβιάζονται με καταστατική ευκολία: σα να ακολουθήθηκε πιστά ένα είδος πολιτικής οδηγίας: ο εργοδότης του γεωγράφου, άν υπήρξε, του έδωσε την εντολή να καταγράψει με λογική προσέγγιση την ακτογραμμή της Μεσογείου,δίνοντας σημασία στις αποστάσεις μεταξύ συνόρων, λιμανιών και φυσικών στοιχείων. Να αποτυπώσει την παρουσία των ελληνικών πόλεων, όπου κι άν τις συναντήσει, σημειώνοντας με προσοχή άν αυτές έχουν λιμάνια, πρόσβαση από ποτάμια, μαζί με παρατηρήσεις γιά την γενική φύση των παραλίων, άν δηλαδή μιά χώρα εχει αγκυροβόλια ή παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολιες στην ναυσιπλοϊα.Οι μή ελληνικές πόλεις θα έπρεπε να καταγραφούν είτε ως χρήσιμα σημεία αναφοράς, είτε εάν είχαν αγκυροβόλια ή κάποιον ειδικό εμπορικό χαρακτήρα.

Γι΄αυτούς τους λόγους, κάθε προσπάθεια να αντληθούν πολιτικά, δημογραφικά ή ανθρωπολογικά συμπεράσματα από ένα έργο του οποίου ο στόχος είναι προδήλως κατευθυνόμενος και χρηστικός,δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας.Στον σημερινό αναγνώστη, γιά παράδειγμα, η άρνηση της «ελληνικότητας» σε οτιδήποτε είναι αυτόχθον (στην περίπτωση της Κρήτης και της Κύπρου) σε οτιδήποτε παρουσιάζει πολιτιστική υστέρηση (όπως ο «κατά κώμας» συνοικισμός πολλών χωρών της Ηπείρου) και σε οτιδήποτε κυβερνάται διαφορετικά  η βρίσκεται σε διαμάχη με τις «ελληνικές πόλεις» (τυπικό παράδειγμα η Μακεδονία) μπορεί να δώσει αφορμή γιά ανακόλουθες και ανιστόρητες ερμηνείες.Τα ίδια αντικειμενικά στοιχεία, όταν βρίσκονται στο έργο των ιστορικών, έχουν πάντοτε την ερμηνεία τους.Η πιθανή προέλευση του έργου αυτού από κάποιον συγγραφέα που θεωρεί «θάλασσά του» τον Σαρωνικό ή το νότιο Αιγαίο,που δεν μνημονεύει το παραμικρό γιά τους Πέρσες,είναι λογικό να «χρωματίζει» την έρευνά του πάνω στις προδιαγραφές που αναφέραμε.

Γιά τον τέταρτο προχριστιανικό αιώνα, το «ελληνίζειν» δεν ήταν κάποια μορφή φυλετικής καταγωγής. Οι αρχαίοι αυτής της περιόδου  ήξεραν ότι ο ελληνισμός ήταν ένα είδος ελεύθερης προσχώρησης σε μία συγκεκριμένη «δίαιτα», που σήμαινε έναν συνδυασμό γλώσσας, διακυβέρνησης και υπαγωγής σε συγκεκριμένους θεσμούς.Ήταν ένα  σύστημα όρων που μπορούσε να θεωρηθεί ενιαίο, δηλαδή η έλλειψη ακόμη και ενός από τα τρία αυτά συστατικά ,ήταν λόγος απόρριψης της «ελληνικότητας».Με μεγάλη ευκολία παραδέχονταν ότι είχαν βαρβάρους προγόνους, ότι παλαιότερα δεν υπηρχε κάν η έννοια του «ελληνικού», ή ότι ήταν περιορισμένη σε μιά μικρή γεωγραφική περιοχή. Αλλά  έχουν περάσει ήδη δυό γενιές απο την συγγραφή του Θουκυδίδη, που δεν θα υπέγραφε τόσο εύκολα στην συμπερίληψη των Ακαρνάνων και άλλων λαών στο «ελληνικό» τόξο, αφού οπλοφορούσαν συνεχώς, ντυνόταν παρόμοια με τους Μακεδόνες και είχαν συμμάχους από τις βόρειες περιοχές.Στα χρόνια του Ψευδο Σκύλακα, η Ακαρνανία «είναι» Ελλάδα.Και ο Δικαίαρχος διαφωνεί με αυτούς που ήθελαν τους Θεσσαλούς έξω από την «ελληνική» ενότητα.Αλλά τόσο η Ακαρνανία, όσο και η Θεσσαλία ήταν ελληνικές χώρες,ακόμη κι άν η «δίαιτά» τους παραξένευε κάποιους.Αν δεν καταλάβουμε ότι ο όρος «Ελλάδα» στην αρχαιότητα ήταν ένας αμιγώς πολιτικός όρος, θα κατατριβόμαστε με ρητορικά ευφυολογήματα γιά το «που οι Έλληνες και που τα Ελληνικά».

Ο Περίπλους, τόσο ως τύπος γεωγραφικού έργου, όσο και ως χρηστικό κείμενο της εποχής του, έχει βέβαια πολύ σημαντικές διαφορές από μεγάλα συνθετικά έργα που είτε γεωγραφούν μέσα σε μία ιστορική βάση, είτε είναι προϊόν ενός τύπου διήγησης που θα την συναντήσουμε αργότερα ως περιήγηση.Η έκτασή του είναι πολύ περιορισμένη, σαν ένας χάρτης μικρής κλίμακας που έχει στόχο να σχηματιστεί μιά γενική ιδέα του περιγραφόμενου χώρου, και στον οποίον, χωρούν ελάχιστες ιστορικές πληροφορίες, κυρίως προσανατολιστικές της φύσης των χωρών που περιγράφονται και (ειδικά στην περίπτωση του Περίπλου) να επισημανθεί η παρουσία του ελληνικού αποικισμού αλλά και η παράδοση της πρωτοϊστορίας,που τότε βέβαια δεν θεωρούνταν μυθολογία, όπως σήμερα.Σε μερικά σημεία, αυτό το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί ως σχολιασμένος πίνακας περιεχομένων ενός ευρύτερου έργου.Η όποια συνέχειά του δεν πρέπει να αναζητηθεί τόσο στις γεωγραφικές επιτομές, όσο στα itineraria ,τα οδοιπορικά της ύστερης αρχαιότητας, που είναι ακόμη πιό χρηστικά και ακόμη πιό περιληπτικά.Αν συγκρίνουμε οποιοδήποτε μέρος του Περίπλου με κάποιο γεωγραφικό έργο που ασχολείται με  τους ίδιους τόπους, έστω εν μέρει, τα διδάγματα είναι προφανή. Άν γιά παράδειγμα προσέξουμε ότι η περιγραφή της  νότιας ακτής της Μικρασίας απασχολεί τον Στράβωνα σε ολόκληρο το δέκατο τέταρτο βιβλίο του,στον συγγραφέα του Περίπλου,η περιγραφή της Καρίας, της Λυκίας, της Παμφυλίας και της Κιλικίας δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες λέξεις.Ένα πολύ μικρό τμήμα των γεωγραφικών πληροφοριών  μπορεί να χωρέσει σε μιά τέτοια επιτομή.Ωστόσο, πολύ λίγες σημαντικές πληροφορίες (σημαντικές γιά την χρήση του καιρού εκείνου) απουσιάζουν από αυτές τις τετρακόσιες λέξεις. Είναι σαφές ότι το κείμενο του Περίπλου είναι σημαντικό γιά κάποια βαθμίδα μαθητείας που σήμερα αγνοούμε, ή γιά την άντληση στοιχείων που χρειάζονται σε έναν πρακτικό άνθρωπο.

Δεν μπορώ να τεκμηριώσω απόλυτα άν το έργο υπήρξε παραγγελία γιά κάποιον ηγέτη ,αλλα΄κάτι τέτοιο δεν είναι  απίθανο, ειδικά το «αφρικανικό» τμήμα, που όπως είδαμε, μπορεί να αποδοθεί στον Οφέλα ή στο Πτολεμαϊκό περιβάλλον.Οι αναφορές σε λιμάνια και αγκυροβόλια είναι πολύ πιό επίμονες και εξαντλητικές.Υπάρχουν και τρείς αναφορές (στα καρχηδονιακά εμπόρια της Ιβηρίας,στην μικρή Σύρτιδα και στην Κέρνη) όπου υπάρχουν και παρατηρήσεις γιά την δυσχέρεια της ναυσιπλοϊας.

 Ωστόσο, παρά τις προθέσεις και την επεξεργασία, είναι πρόδηλο ότι στον Περίπλου έχουμε γενικές αρχές συγγραφής, αλλά και διαφορετικά επίπεδα προσέγγισης του γεωγραφικού χώρου.Γιά παράδειγμα, η περιγραφή ολόκληρης της αφρικανικής ακτής,ελάχιστα προσομοιάζει με την περιγραφή της αντίπερα ευρωπαϊκής.Στην πρώτη περίπτωση, οι αναφορές σε ανθρωπολογικά ή γεωγραφικά παράδοξα είναι πολύ περισσότερες από της δεύτερης.Κανένας μεγάλος ιστορικός ή γεωγράφος δεν έχει αποφύγει αυτόν τον «χρωματισμό» της διήγησής του από τις πηγές που χρησιμοποιεί.Στην περίπτωση του ψευδο-Σκύλακα,η εντύπωσή μου είναι ότι αυτό που αποκαλώ τελικό χρηστικό χειρόγραφο,χωρίς να λεπτολογώ γιά τον συντάκτη του, είτε προαπαιτεί την γνώση των μεγάλων συμπιλητών της ρωμαϊκής περιόδου, είτε πρόκειται γιά τον πρώτο διδάξαντα μιάς μεταγενέστερα επιτυχημένης προσέγγισης της γεωγραφίας,που θα συνεχίσει να υφίσταται, με οδοιπορικά και πορτολάνους έως τον μεσαίωνα, παρά την επαναστατική (γιά την εποχή) σχολή που γνωρίζουμε στην κορύφωσή της από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο και οφείλει πολλά στην προηγούμενη ελληνική μαθηματική σκέψη.

Οπως στον μεσαίωνα η καταμέτρηση εμβαδών ακολούθησε επί δεκαετίες την τεχνική του «ολογύρου» ενώ ήταν ήδη γνωστός ο κατά πολύ ακριβέστερος τριγωνισμός,έτσι και στην ιστορία των γεωγραφικών έργων, οι περίπλοες και οι περιηγήσεις  διατήρησαν την χρηστική τους αξία,παρά την αξιόλογη ανάπτυξη της κοσμογραφίας με κλίματα, παραλλήλους, μεσημβρινούς και συντεταγμένες.Ετσι εξηγείται η όψιμη καταγραφή ενός σχηματικού περιγραφικού χάρτη, όπως ο Πευτιγγεριανός κώδικας,ενώ ο Πτολεμαίος είχε από αιώνες καταθέσει μιά σαφώς ακριβέστερη «έκφραση» του κόσμου.

Δυστυχώς, γνωρίζουμε ελάχιστα το έργο των περισσοτέρων συγγραφέων της αρχαιότητας στον χώρο της κοσμογραφίας και της ιστορικής και φυσικής γεωγραφίας, κι ό,τι ξέρουμε, βρίσκεται στο περιθώριο των παρατηρήσεων των σωζομένων έργων.Ενδεχομένως να εξογκώνουμε την σημασία του Περίπλου ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν πιά τα ενδεχομένως πιό σημαντικά ανάλογα έργα που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν,γιά παράδειγμα, του Ερατοσθένη, του Ιππαρχου, του Ποσειδώνιου.

Advertisements