Φεβρουαρίου 2007


 Ενόσω οι Σάρτρες μύθευαν τους πεδινούς

Βλέποντας θάλασσες στην μύλη, νερό στη φωτιά

Δούλη τις Βάρτα μύλιζε σιτόκριθο

Στωμύλει ανεπαισθήτως «Μπίσκαγιε»

Σούσβαρ πιτέρις άναπο μοτέτο

Κοραβιλέμπλε νούντι άφατι κορδά

Κι ο Ταμερλάνος μόνα και ταρόνα

Εξ ού βιλίστατε όνακα τεκρά

Δεν βγαίνει η ποίηση με ελληνικά

(νόκα ποέζα κουμ γκρεκάνα),όπως

 απέδειξε Τύχων ο Βριαρός

και συμφωνώ μπατίζο γάνδε γιόλα.

[1999]

Advertisements

 

Υφέρπουσα εισήλθεν εις τον ταπεινόν οικίσκον της η γραία Καλοθετίνα,γνωστή εκ του σκωπτικού «Χουρμαδέα»,καθώς την αποκαλούσαν οι της γειτονιάς αγυιόπαιδες.Υφέρπουσα(λόγω της καταπτώσεως του εκ καστανέας υπερθύρου του οικίσκου της ως εκ της παλαιότητος και του πιτσικαρίσματος των πεταύρων) αλλά και υπομειδιώσα, καθ΄ότι το θυλάκιόν της εθέρμαινεν στίλβουσα χρυσή δραχμή,κοπής Γεωργίου του Α΄. Ως Χουρμαδέα εφημίσθη ότε, προ δεκαετίας, αγενώς ισταμένη ενώπιον πάγκου οπωροπόλου βρίθοντος της Αιγύπτου και των αποικιών τα δαψιλή,ήρώτησεν αφελώς πόσον τιμάται πλοχμός μελιτόχρους του εξωτικού καρπού και έλαβεν παρά του μανάβη Γκανγκαβάνη την απάντησιν «τρείς πεντάρες ο χουρμάς» οπότε επεφώνησεν,εν γενική του παρατυχόντος πλήθους θυμηδία «αγιού!εγώ με τρείς πεντάρες τρώγω ψωμί έως του αγίου Γεωργίου» ενώ ήδη υπέφωσκεν η πρωία της δευτέρας Κυριακής των Νηστειών.

Πόθεν λοιπόν η χρυσή των δραχμών; Εκλάπη; Υπεξηρέθη; άπαγε! Η γραία ήτο αδάμας τιμιότητος και οι χάριτες της προκοπής ουδέποτε την εγκατέλιπον.Μήποτε  νεωτερίσασα, μηδέ καινουργήσασα είτε το ήθος εκπτωτικώς κινήσασα,απλώς ευρέθη εν κέντροις θαυμαστών και εξαισίων γεγονότων,εξ αυτού την δαψίλειαν αποκτήσασα,ηδύνατο αφόβως να καλημερίζει τον βλοσυρόν αστυνόμον, όστις εμετεωρίζετο εις τα άρβυλά του εργολαβών την ζωντοχήραν της  κατάντη αυλής, ατρεμώς και μη σκαρδαμυκτί λειτουργούσα τα βλέφαρα.

Αιτία της ευτυχίας της ήτο ο Νούφαρος,ελαφρώς πιτσικαρισμένος εν ηλικιότητι πολιτευτής,δαπανήσας εκείνην την πρωϊαν δι΄επίσκεψιν εις το τοπικόν Ειρηνοδικείον, όπου και λαμπρήν έλαβεν την διαβεβαίωσιν εκ χειλέων του κλητήρος Λουκά Στ.,βλακός κατά τα λοιπά πλήν φιλοτίμου λειτουργού,ότι πλέον περιλαμβάνεται εις τας δέλτους των βουλευτών της ελληνικής επικρατείας. «Έχομεν εύρει λάθος, μπαμπαΝούφαρε» υπετονθόρισεν τω λαιώ ωτίω του τερμπεντέρη και αρειμανίου χασοδίκη,αποκτήσαντος το παρωνύμιόν του( ελέγετο Ιάκωβος Εξαρχόπουλος) εκ της συνηθείας να υπερασπιζεται πατραλοίας, λαθροχείρας, ζεϊμπέκηδες και κουτσαβάκηδες διά παραδειγμάτων εκ της φύσεως, οιονεί «ο πελάτης μου κύριε Πρόεδρε του αξιοτίμου Δικαστηρίου Σας, δεν ταράσσει τα ύδατα του νομίμου και ησύχου βίου περισσότερον από αβρόν εν λίμνη νούφαρον».

Το λάθος συνέκειτο εις παρανάγνωσιν και κακίστην άθροισιν των εκλογικών αποτελεσμάτων εκ Περαχώρας και συνοικισμού Αβαντίδος.Ο κλητήρ το ενετόπισεν, σαλιώνων άμα και λείχων δίς και τρις την μεταξύ αντίχειρος και λιχανού παλαμιαίαν χώραν, προσήλθεν τω παρέδρω με αναθεωρημένον κατάστιχον και εγνωστοποίησεν εις τον έκπληκτον Νούφαρον το νέον ,ευμενές αποτέλεσμα, αναμένων το ρεγάλον, ήτοι τον λουφέ.

Ανέμενεν ματαίως.Τοσαύτη τύφωσις επήλθεν επί του μετώπου του πολιτευτού(τριάντα χρόνους, από το 1873, ματαιοπονούντος έξω του Κοινοβουλίου), ώστε ως βολίς εξήλθεν του μεγάρου,υπερεχθαίρων και μανικός.Κτυπήσας αυτόν ο φρέσκος αήρ,τότε εσκέφθη «α,δεν έδωσα το κατιτίς  μου στον βλάκα τον Λουκά»,οπότε, εγκρατής του δημώδους «κάμε το καλόν και ξέχνα το» παρέδωσεν χρυσήν δραχμήν εις την παροδεύουσα γραίαν Χουρμαδέα,για της Λαμπρής την χάρη.Είτα, ακολούθησεν τον δημόσιον βίον, τερματισθέντα διά τους φιλοπεριέργους είς τινα λόφον του Σκρά ντι Λεγκέν,εν έτει 1917.

Η Δε Χουρμαδέα,εδαπάνησεν αφειδώς την δραχμήν της,μη λησμονήσασα να καταναλώσει έξη  πλήρεις σαρκώδεις χουρμάδες,από το μακρυνόν και μαγικόν Τούνεζι.

Διαβήτε,αναγνώστες μου,απόνως την Διακαινήσιμον.

[Πασχαλινό διήγημα, 2000]

 

ΕΠΕΤΕΙΟΙ από 3/5[1999]

ΔΕΥΤΕΡΑ 3 ΜΑΙΟΥ  Ο Έξυπνος Τάπιρος, της φυλής των Απάτσι, συναντά τον Διαφημισμένο  Πίβοτ της φυλής των Λός Άντζελες Λέικερς,στην Αννάπολη,σήμερα. «Γιατί σε διαφημίζουν;» ρωτάει ο Ινδιάνος. «Διότι  ταπώνω,κλέβω, δίνω ασσίστ,είμαι πολύτιμος. Εσένα γιατί σε λένε Τάπιρο;»  «Δε ρωτάς καλύτερα γιατί με λένε ακόμη Απάτσι..Εγώ πίνω το νερό που καίει και πουλάω τα χαϊμαλιά μου χωρίς να τρακέρνω σε δέντρα».

 

ΤΡΙΤΗ 4 ΜΑΙΟΥ  186 μΧ. Ο Ελληνοσύρος έμπορος Δύμων σαστίζει βλέποντας τους Χερσωνίτες να διαδηλώνουν εναντίον του πολέμου Ρωμαίων και Δακών. «Δεν είστε σύμμαχοι των Ρωμαίων;» ρωτάει. «Είμαστε». «Τα όπλα σας δεν είναι πανομοιότυπα με της πέμπτης λεγεώνας;» «Βεβαιότατα» «Τότε τι συμβαίνει; γιατί δεν συμμαχείτε με τους Δάκες και Δε χτυπάτε μαζί τους Ρωμαίους;» «Διότι είμαστε ζωηροί ,αλλά εκ του ασφαλούς»

ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΙΟΥ 1389.Τριβαλλομυσικό ασκέρι περνάει τα στενά του Βαρδάρη για να  ενωθεί με τον πρίγκηπα Λάζαρο.Έξω από το Κουμάνοβο ένας πύραυλος πέφτει και διαλύει τους πολεμιστές. «Είναι το νέο όπλο του ΝΑΤΟ» εξηγεί ο  εκπρόσωπος τύπου,φορώντας μαύρο παπιγιόν. «Αναδρομικές βόμβες.Τις ρυθμίζεις και εξαφανίζουν κάθε κακή ανάμνηση του παρελθόντος».

ΠΕΜΠΤΗ 6 ΜΑΙΟΥ Ο Αλβανός Γκ. Μπ. Συναντά  έξω από το στούντιο τον Σέρβο Μπ.Γκ. όπου προ ολίγου είχαν έρθει σε σύρραξη σε παραθυρική εκπομπή εν μέσω οργισμένων Ελλήνων. «Δεν ξαναπάω σε εκπομπή.Έχω να βγάλω το μεροκάματο.Βαρέθηκα να μιλάω για Ιλλυριούς, Αλβανοέλληνες και Τουρκαλβανούς» «Και γώ» απαντάει ο Σέρβος «καίγομαι για τη χώρα μου, μη νομίζεις ότι γουστάρω να αναφέρομαι στον Λάζαρο, στον Μιλούτιν και στον Καραγεώργη» «Παράξενος λαός οι Έλληνες.Χωρίς τζερτζελέ δεν ενθουσιάζονται» «Πολύ παράξενος. Σ΄αυτό συμφωνούμε».

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 6 ΜΑΙΟΥ  1133μΧ.Ο ταβουλάριος Σαπωνάς συντάσσει πωλητήριο στο κάστρο της Πρισδρένης.Ο Σέρβος Στέπαν  πωλεί  στον εξ Αρβάνων Γκόγκα το μουλάρι του.Ζητά τέσσερα χάλκινα ,και ο Γκόγκα δίνει τρία. Ο Σαπωνάς βαρυέται,βιάζεται. «Το μουλάρι του είναι μονόφθαλμο» διαμαρτύρεται ο Γκόγκα. «Τα νομίσματά του είναι λιπόβαρα» λέει ο Στέπαν». Ο Σαπωνάς θυμώνει «Παραπέμπω την υπόθεσή σας στο Ραμπουαγιέ,να σας το λύσουν οι Βουργουνδοί» τους λέει.Στέπαν και Γκόγκα οδεύουν στη μοίρα τους.

ΣΑΒΒΑΤΟ 7 ΜΑΙΟΥ Δεσκάτη, σήμερα πρωί, στις 9.12 ο μαθητής της Β λυκείου Ι.Γ.,επίδοξος ποιητής εφευρίσκει την μεγαλύτερη λέξη της ημέρας «Αλβανοαλβανιτοουτσεκατροπόιαπριστινογεφυροαπάτσικρούζμπενμπλερστρεμπενιτσαπαντσεβοτραγκαμιχαμπερνς»

Και τρομαγμένος με το δημιούργημά του τρέχει στα λιβάδια,βρίσκει τον πατέρα του, του λέει τη λέξη κι εκείνος απαντάει «όιντα..»

 

 

 

 

Από το Ροκ των Μακεδόνων-Η βιογραφία των παιδιών που ήταν στο δημοτικό όταν ο Ελβις και ο Στελάρας μοιράστηκαν την ηχητική οικουμένη [εκφωνήθηκε,σύμφωνα με εσωτερικά τεκμήρια, μέρες πρίν τις δημοτικές εκλογές του 1994]

 

  

Το ροκ του αρχιτέκτονος, διηγημάτιο, συντεθέν εκ πολλών μελημάτων, ανασυνταχθέν και επιπόνως λεχθέν παρά του ποιητού της νομαρχιακής σας ο οποίος έχει αισθανθεί από ένα σημείο και έπειτα ότι μόνο στα νορβηγικά μπορεί να σας εξηγήσει το φρόνημα το οποίο τον διακατέχει αυτάς τας λαμπράς προεκλογικάς ημέρας. Ήτο πραγματικά αιμάσσουσα η αυγή της δεκαετίας του 60 ότε ο δάσκαλός μας ενεφανίσθη εις την τάξη του 3ου δημοτικού σχολείου Γιαννιτσών και μας ηρώτα: «Ποίον ελεύθερον θέμα θέλετε να ορίσουμε σήμερον, ω παιδία, ω τεκνία;» και εμείς εν σώματι του απαντήσαμε: «Ημείς διδάσκαλε επιθυμώμεν…», δια ποικίλων σολοικισμών πεποικιλμένα όλα αυτά ως και η υπόλοιπος διήγησή μου, όλα αυτά λοιπόν δια ποικίλων σολοικισμών πεποιηθέντα, και του απαντήσαμεν «Εμείς διδάσκαλε επιθυμώμεν να πούμε τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε», εχάρη ο δάσκαλος και έγραψε Ελεύθερον Θέμα εις τον μαυροπίνακα Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εγώ λοιπόν, ο οποίος έως τότε επεθύμον διαπρυσίως να γίνω ναυτικός, γεωπόνος, τεμπέλης και παίκτης μπιλιάρδου δεν μπορούσα να γράψω αυτά τα πράγματα τα απαράδεκτα εις την καθαράν κόλλαν αναφοράς η οποία μας εμοιράσθη, ήταν μάλιστα νομίζω, επλησίαζαν οι διαγωνισμοί της πέμπτης έκτης δημοτικού, θα σας γελάσω, και έγραψα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω Θέλω να γίνω αρχιτέκτων, μου άρεζε πολύ αυτό το όνομα αρχιτέκτων, να γίνω αρχιτέκτων, τι θα έλεγα νομομηχανικός, δεν τα ξέραμε τότε αυτά τα πράγματα. Γεωπόνος δεν μπορούσα να πω, γιατί ήταν λίγο έτσι καμπασακλίδικα αυτά τα πράγματα, δηλαδή τι να κάνω να ματίζω, να μπολιάζω τα δέντρα. Δεν ήταν ούτε το ναυτικός, το ναυτικός αυτόματα με πήγαινε στους αλήτες, είπαμε ήδη στη διήγησή μας τι εσήμανε να είσαι αλήτης σε επαρχιακή πόλη της δεκαετίας τους 50. Έτσι λοιπόν αρχιτέκτων, και μάλιστα άρχισα μια διήγηση ότι εγώ από μικρός έστηνα κύβους και κυβάκια και στρατιωτάκια και τα οργάνωνα καλά και βέβαια το μέλλον μου είναι ότι θέλω να χτίσω μια Ελλάδα νέα, μια Ελλάδα υπέροχον, λαμπράν, νεοτάτην και μπετονένια, διότι ως γνωστόν εζούσαμε όλοι σε σπίτια πετρόχτιστα ή τουβλόχτιστα, πλινθόχτιστα, με στέγες ξύλινες, που τα ταβανάκια μας ήταν ως επί το πλείστον καλαμωτές σουβατισμένες, παλαιά τα κουφώματα, ήδη εγώ είχα προλάβει στο χωριό του πατέρα μου και εκοιμήθηκα σε πατώματα που είχαν πήλινο παρακαλώ, χωμάτινο το δάπεδο, το οποίο ήταν έτσι πατημένο υπέροχα γλυκά έτσι από πηλό και η γιαγιά μου η Αφέντρα  το εστόλιζε κυκλοφορώντας την ποτιστήρα γύρω-γύρω κάνοντας διάφορα σχέδια. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι το να γίνω αρχιτέκτων και να χτίσω με μπετόν ήταν ένα καταπληκτικό πράγμα. Εξάλλου εκείνη την εποχή το λαχείο συντακτών έδιδε, εχάριζε διαμερίσματα και πολυκατοικίες. Τα βλέπαμε εκεί μέσα στις διαφημιστικές καταχωρήσεις, στην εφημερίδα Μακεδονία, στον Ελληνικό Βορρά, στη Δράση, τα είχαν έτσι σαν συννεφάκια μέσα σε κόμικς, διάφορες στραβά τοποθετημένες πολυκατοικίες, εδώ που τα λέμε τελείως γυμνές, ήταν σαν πολυκατοικίες της Υεμένης, κάτι τελείως άσπρα πράγματα, με κάτι μπαλκόνια ξερά, χωρίς καθόλου γείσα, αλλά βέβαια υπήρξαν πια οι νέες ορολογίες, λουτροκαμπινέ, σαλοτραπεζαρία, νικολοβάρβαρο, όχι αυτό είναι κάτι άλλο. Αυτό που έχει σημασία λοιπόν είναι ότι αυτές οι σύνθετες λέξεις μας οδηγούσανε σε έναν μαγευτικό χώρο όπου δε θα υπήρχαν πλέον φίδια στην αυλή μας, όπου δεν θα υπήρχαν πλέον τα ποντίκια, που τα βλέπαμε να πηγαίνουν απέναντι στο στάβλο του Λευτέρη, και όλα τα πράγματα θα ήταν καταρχήν με μωσαϊκό και βέβαια οι κουζίνες μας και τα έπιπλά μας θα ήταν από φορμάικα ή λίγο αργότερα από ξύλο τικ. Πεντακάθαρες δουλειές, ένας παράδεισος για τις νοικοκυρές και όχι όλα αυτά τα παλιά έπιπλα του στυλ του 50 με τις καρυδένιες τις ντουλάπες ή με αυτές τις σαλοτραπεζαρίες με τα λιονταρόποδα, αυτές που αργότερα κυνηγούσαμε ως φοιτητές για να βάλουμε στα δωμάτιά μας τα φοιτητικά. Ήταν ακριβώς 1960, ερχόταν το κιλό στη θέση της οκάς, ο τότε πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ξήλωνε γεμάτος χαρά τις γραμμές των τραμ, ξηλώνονταν όλα τα καλντερίμια στη Θεσσαλονίκη, από πάνω έμπαινε άσφαλτος, νομίζω δεν ξηλώθηκαν κιόλας στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Μια εποχή καθαριότητος, επέρχετο το απορρυπαντικό κλινεξ και ρεφλέξ, λοιπόν η μεγάλη γενιά των τεχνικών άρχισε να διαπλάθεται, να διαπλάθει το ήθος της και να μεταδίδει και ένα ήθος τρομακτικό πάνω σ’ αυτήν την ελληνική επικράτεια η οποία ως τότε ήταν θαρρείς ανέγγιχτη από το χρόνο. Περνώντας τα χρόνια και ενώ ήμουνα στο Γυμνάσιο, εγώ και οι υπόλοιποι ροκάδες συμμαθητές μου, το όνειρο μας βεβαίως, μάλιστα όχι ακριβώς όνειρο, αλλά λέγαμε ξέρω ‘γω ότι  α! ο τάδε, ο τάδε μένει σε διαμέρισμα, σήμαινε ότι έμενε τουλάχιστον τρία με τέσσερα μέτρα από το έδαφος και δεν ήταν υποχρεωμένος, επειδή το διαμέρισμα των δύο δωματίων, των τριών δωματίων δεν περιελάμβανε μέσα ούτε γιαγιάδες ούτε επιπλέον άτομα, ήταν δηλαδή μακριά από την πατριαρχική οικογένεια στην οποία ήμασταν εμείς συνηθισμένοι, από την επίσκεψη στη θεία, στο θείο, από το να κοιμόμαστε όλα τα ανιψάκια ή τα ξαδελφάκια όλα μαζί σε ένα τεράστιο κρεβάτι ενός ημιυπόγειου. Δηλαδή όλη εκείνη η θλίψη και η μούχλα της δεκαετίας του 50 έδινε πια τη θέση της σε κάτι λαχταριστό, σε κάτι πανύψηλο, σε κάτι που μας επέτρεπε να ονειρευόμαστε τα ύψη. Το πόσο γελοία ήταν όλα αυτά, τότε δεν μπορούσα να ξέρω. Θυμάμαι ότι στη Θεσσαλονίκη, το σπίτι της θειας μου της Ρίτσας, ήταν ένα ημιυπόγειο στην οδό Άρεως, όπου κατεβαίναμε και ζούσαμε μαζί όλα τα ξαδελφάκια, υπέροχα, και παίζαμε και με εκείνο το πως το λέγανε τη χάσκα, το αβγό το κουνούσανε ως εκκρεμές και ποιος θα το τρωγε. Περνούσαμε εν πάση περιπτώσει πάρα πολύ ωραία, υπήρχε ένα πελώριο εικονοστάσι με χιλιάδες εικόνες, όταν κοιμόμασταν το βράδυ μόνο εκείνο το φως του καντηλιού εφώτιζε και ξαφνικά ο θείος μου άλλαξε το επάγγελμά του, και από γυψάς έγινε διακοσμητής, έτσι έλεγε η κάρτα του. Το γύψιναι διακοσμήσεις καταργήθηκε και έγινε διακοσμητής, και άρχισε να παίρνει εργολαβικώς διάφορα μεγάλα σινεμά που γινόταν τότε, ο θείος μου ο Νίκος ο Διπλάρης, ο γυψάς ο λεβέντης, ο ψαράς, ο ρεμπέτης, άρχισε λοιπόν και πήρε τα γύψινα στο σινεμά Ρεξ, τα γύψινα στο σινεμά Ελλήσποντος, τα γύψινα νομίζω προς τα πάνω στον Έσπερο, και βεβαίως άρχισε να κάνει γύψινα σε εκκλησίες, άρχισε να κάνει γύψινα σε πολυκατοικίες και καρπός αυτών των κόπων το 1961 ήταν ένα διαμέρισμα, κάπου Βασ.Όλγας 116, στη Σαλαμίνα ακριβώς, όπου απέναντι σε μια πολυκατοικία του τέλους της δεκαετίας του ‘50 χτίστηκε μια υπέροχη γαλαζωπή πολυκατοικία της οποίας επήρε το ρετιρέ. Και πήγε επιτέλους όλη η οικογένεια να θαυμάσει αυτό το ρετιρέ, βλέπαμε κάτω την ιχθυόσκαλα, ανακάλυψα ένα τετράδιό μου του 1966 όπου ζωγραφίζω αυτήν ακριβώς την πολυκατοικία και ακριβώς εκεί που είναι σήμερα το πάρκο, και ήταν πραγματικά ο κόλπος του ιστιοπλοϊκού ομίλου που κάναμε μπάνιο εκεί ως το 1963, υπήρχαν διάφορα πλεούμενα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο πάρεξ μια ιχθυόσκαλα, και όλοι λέγανε μη στεναχωριέστε θα φύγει αυτή η ιχθυόσκαλα από εδώ και ο τόπος θα αξιοποιηθεί. Πέρασαν δύο χρόνια και με αιματηρές οικονομίες και η δική μου οικογένεια απέκτησε απέναντι από την πολυκατοικία του θείου μου, ένα διαμέρισμα σε μια άλλη πολυκατοικία, εκεί που είναι σήμερα Βασ. Όλγας 111. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγαμε και μείναμε σ’ αυτήν την πολυκατοικία ήταν καλοκαίρι του 1964, ήμουν δεκαέξι ετών και κοιμηθήκαμε στα φρέσκα σανίδια, στα μωσαϊκά, στην κουζίνα που έλαμπε, στα κουφώματα που έλαμπαν, στο στενό μεν μπαλκόνι αλλά που του έμπαινε ένας λαμπρός ήλιος παντού και το εκάλυπτε, και θυμάμαι το όνομα του μηχανικού, το πρώτο σχέδιο, την πρώτη κάτοψη που είδα στη ζωή μου. Βεβαίως είχα δει για πρώτη φορά στη ζωή μου σινική μελάνη, όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών, το θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά, ήταν 14 Φεβρουαρίου 1962. Έρχεται ο πατέρας μου στο σπίτι του Πετρίδη τότε στα Γιαννιτσά, μου φέρνει ένα πολύ μικρό μπουκαλάκι και ένα πολύ παράξενο όργανο, και μου λέει «Αγόρι μου, αυτό είναι γραμμοσύρτης και αυτή είναι σινική μελάνη, με αυτά σχεδιάζουν οι αρχιτέκτονες», οπότε πήρα εγώ, μου έδειξε πως να γυρίζω εκεί πέρα έναν κοχλία και μου έμαθε πως να βάζω μέσα στο μελανοδοχείο αυτή τη μελάνη και πως να κάνω διάφορα σκιτσάκια. Αυτός ο γραμμοσύρτης ήταν για μένα το πρώτο όπλο, αν θέλετε και η πρώτη υποχρέωση ότι έπρεπε να γίνω αρχιτέκτων, αφού ήμουν δεκατεσσάρων χρονών και οι συμμαθητές δεν εγνώριζαν τι εστί σινική μελάνη, άντε να γνώριζαν ορισμένοι που διάβαζαν το Θησαυρό τι εστί συμπαθητική μελάνη, αλλά τι εστί σινική μελάνη ήμουν ο μόνος που το ήξερα. Και αργότερα, το λέω και τρέμω, τον Μάρτιο του 1963 μου έφερε μέσα έτσι σε ένα κουτάκι έναν μεγάλο μαρκαδόρο, πράσινο, και απέξω έγραφε  σασιχάτα, αυτό ήταν το όνομα, όπως τογιότα, σουζούκι, ήταν το πρώτο γιαπωνέζικο εργαλείο που έβλεπα, ήταν ένας πράσινος μαρκαδόρος τον οποίο όταν άνοιγες το καπάκι μύριζε μπενζίνα ίσα με εκατό τετραγωνικά χιλιόμετρα, έτσι μου φαινότανε. Και βεβαίως έτσι και τον έβαζες πάνω στο χαρτί, και στο χαρτόνι να τον έβαζες, άφηνε το εκτύπωμά του από την πίσω την πλευρά. Και αυτό όπως μου εξήγησε ο πατέρας μου το χρησιμοποιούνε οι αρχιτέκτονες και κάποιοι μαρκαδόροι που σημαδεύουν τα μπαμπάκια στο εκκοκκιστήριο του Εφαρμοστίδη, βέβαια αυτό δε μου το είπε, σημασία έχει ότι είχα μαζί μου δύο όπλα αρχιτεκτονικά. Περνώντας τα χρόνια άρχισα να πλησιάζω με κάποιο ενδιαφέρον, ήμουν και μοντερνιστής στην ποίηση, στη ζωγραφική, δεν είχα κανένα λόγο να μην είμαι μοντερνιστής στην αρχιτεκτονική, έπαιρνα διάφορες εφημερίδες, περιοδικά, κοίταζα πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, και όταν έβλεπα κανένα παλιό κτίριο, έλεγα άντε πότε να εξαφανιστεί και αυτό για να αξιοποιηθεί. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, σε ένα περιοδικό, στη Νέα Εστία νομίζω, πάντως σε ένα τέτοιο ή στις Εποχές, που να θυμάμαι πια, πρέπει να ήταν στη Νέα Εστία, που είχε κάτι για το Χίλτον, το 1963 έγινε το Χίλτον, και είχε την πλαϊνή την όψη που έκανε ο Μόραλης και μια περιγραφή καταπληκτική του ξενοδοχείου το οποίο ήταν το κάτι τις άλλο από άποψη αρχιτεκτονικής. Το έβλεπα και μέλωνα, μαράζωνα, έλεγα μα είναι δυνατόν, θα τα χτίσουν όλα οι άλλοι και εγώ δε θα χτίσω τίποτα. Πέρασαν τα χρόνια, εγώ ήμουν σίγουρος πως θα αρχιτεκτονίσω, αλλά βέβαια έπρεπε να μάθω μαθηματικά που δεν ήξερα, εγώ ήμουν της φιλολογίας υποτίθεται, ματαιόσπουδος, αλλά τα μάθαινα εκεί τα μαθηματικά, ξαφνικά εκεί γύρω παραμονές που θα έδινα εξετάσεις έπαθα και εγώ το γενικό μου το κλακάζ, την περίφημη μαθητική νευροπάθεια, ε πάω στον μπαμπά μου και του λέω ποια αρχιτεκτονική, εγώ θα πάω στη σχολή Καλών Τεχνών, θα πάω κλασσική φιλολογία, δε με ενδιαφέρει τίποτα. Αγόρι μου, μου λέει, τι είναι αυτά που λες. Εδώ με την αρχιτεκτονική συνδυάζεις βουνό και θάλασσα, συνδυάζεις πρακτικότητα με θεωρητικότητα, συνδυάζεις επιστήμη και τέχνη, κάντο αυτό για χάρη μου και θα με θυμάσαι πάντα. Βεβαίως και τον θυμάμαι πάντα τον μακαρίτη τον πατέρα μου, τον ευλογημένο, αλλά βέβαια θυμάμαι πάντα αρνητικά όλη εκείνη την ιστορία με την αρχιτεκτονική, διότι αρχιτέκτων βγήκα, αλλά βεβαίως μόνο αρχιτεκτονική δεν ενάσκησα στα επόμενα δύσκολα χρόνια. Ε και από τότε ιδίως που ασκώ το αισχρό επάγγελμα του συγγραφέως έχω μόνο κακές αναμνήσεις από αυτή τη δουλειά. Αλλά δεν ήταν έτσι τα πράγματα, θα μιλήσουμε λοιπόν για την αρχιτεκτονική, την αρχιτεκτονική των χαμένων ευκαιριών, την αρχιτεκτονική των χαμένων φίλων, την αρχιτεκτονική των χαμένων φυτών, μιας χαμένης ζωής, με όσο περισσότερη αισιοδοξία μας επιτρέπει μια στενεμένη μάλλον προεκλογική περίοδος που είναι το μόνο πράγμα που με γεμίζει αυτήν την εποχή με χαρά. Ε! ρε Έλβις όψιμε, πάνω σ’ αυτές τις φοβερές σκηνές του Λάς Βέγκας. Ε! ρε Μακρυγιάννη, που λέει και ο Χριστιανόπουλος, να ‘ξερες γιατί ετζάκισες το χέρι σου, το τζάκισες για να χορεύουν σέικ τα κωλόπαιδα, εγώ ήμουν ένα από αυτά. Ποιος να το φανταστεί ποτέ, ότι θα βρισκόμασταν κάποτε στην ίδια συνομοταξία. Ο καθένας βέβαια με τον δικό του το μέγεθος και τη δική του την αξίωση, ποιητές.Εν πάση περιπτώσει περνάνε τα χρόνια του Γυμνασίου και εγώ δίνω εξετάσεις ακαδημαϊκού απολυτηρίου. Ήταν η εποχή παιδιά που μπορούσες με πολύ καλές γνώσεις ανθρωπολογίας και ιστορίας να γίνεις ναυπηγός. Ήταν ένα γνήσια δημοκρατικό σύστημα εκείνο το ακαδημαϊκό απολυτήριο, όπου κέρδιζες πόντους και εγώ δεν ξέρω από ποιο μάθημα και ήταν κάτι το φοβερό. Δίνω λοιπόν πρώτη φορά εξετάσεις, που να περάσω αρχιτεκτονική. Παρόλα αυτά επειδή είχα κάτι δεκαενιάρια σε ανάλυση νεοελληνικών κειμένων και κάτι άσους στην άλγεβρα μπήκα μαθηματικός, και μάλιστα μαθηματικός με υποτροφία. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πήρα αμέσως την πρώτη δόση της υποτροφίας και την έκανα μαγνητόφωνο, ένα ροκ μαγνητόφωνο υπέροχο, τεράστιο, μοντέρνο, μοντερνίζον, με καφέ απομίμηση τικ γύρω-γύρω που μύριζε, μοσχοβολούσε εκείνα τα τρανζιστοράκια του και βεβαίως άρχισα να το γεμίζω με αρχιτεκτονέ μουσική που ήταν πολύ της μόδας. Εκείνο το διάστημα, που ξαναέδινα εξετάσεις για να μπω επιτέλους στη μαγευτική μου αρχιτεκτονική, που πίστευα θα μου λύσει όλα τα προβλήματα, άρχισα να κάνω παρέα με αρχιτέκτονες φοιτητές, και μάλιστα άρχισα λίγο να βοηθάω κάποιες επί διπλώματι εργασίες τους, επειδή ένας συμμαθητής μου είχε δύο αδέρφια που ήταν ήδη αρχιτέκτονες, δηλαδή φοιτητές τελειόφοιτοι. Πηγαίναμε λοιπόν και βοηθούσαμε εκεί κάτι μεγάλους χάρτες της Θεσσαλονίκης, εκεί έμαθα τι θα πει περιφερειακός, έβλεπα την περίφημη μελέτη Τριανταφυλλίδη που είχε μια γέφυρα που πήγαινε από την Παλαιομάνα στο μεγάλο Καράμπουρνου που θα έλυνε το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης και θαύμαζα και έλεγα: Να! ρε τι γίνεται, ρε να! ρε πολεοδομία, ρε να! ρε αξιοποίηση ρε, με έχετε σκάσει, για να πας από τα Γιαννιτσά ξέρω ‘γω στη Θεσσαλονίκη μέσα από εκείνο το δρόμο ήθελες δύο ώρες, να! η εξέλιξη, τα μεγάλα τρένα, τα γρήγορα τρένα, τα μεγάλα αυτοκίνητα με πάνω από 120 χιλιόμετρα την ώρα, τότε τα 100 χιλιόμετρα ήταν το απόλυτο όριο, και κυρίως άσφαλτοι φαρδιές, άσφαλτοι, πολυκατοικίες παντού και οργανωμένα πάρκα. Κάποιος μάλιστα παλιός πολιτικός μηχανικός που γνώρισα εκείνη την εποχή μου έδωσε και ένα βιβλίο «Προς μια νέα αρχιτεκτονική» («Towards a new architecture») ήταν ένα βιβλίο του ΛεΚορμπιζιέ, το οποίο ήταν μεταφρασμένο στα αγγλικά. Με τα κουτσουροαγγλικά που ήξερα μετέφραζα ό,τι μπορούσα, βεβαίως εκαρφώθην κάτω από το περίφημο σήμα Το σπίτι είναι μια μηχανή να την κατοικείς, το πίστεψα αυτό το πράγμα και ξαφνικά ανακαλύπτω ότι είμαι μόνος. Δηλαδή ότι οι άλλοι φίλοι μου ήθελαν να γίνουν γεωπόνοι, γιατροί, άλλος έλεγε να τα οικονομήσω, εγώ παιδιά θέλω να γίνω οδοντίατρος, εγώ θέλω να γίνω ακτινολόγος γιατί δεν έχει πολύ δουλειά και την αράζεις και τα παίρνεις, μιλούσαν για χρήματα με έναν τρόπο που εμένα μου φαινόταν αδιανόητο γιατί ήταν φυσικό ότι εμείς ανήκοντας εις την μεγάλη τεχνική οικογένεια τα λεφτά θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα μας έλειπε σ’ αυτό το βίο. Το όνειρό μου λοιπόν ή για να το πω πιο ωμά η ονείρωξή μου για την αρχιτεκτονική ήταν ότι εγώ θα ζούσα σε κάποιο σπίτι και εγώ δεν ξέρω ποιο, πάντως σίγουρα σε πολυκατοικία, σε ένα στούντιο σαν αυτά τα διαμπερή του ΛεΚορμπιζιέ στη Μασσαλία εκείνη η πολυκατοικία, και θα είχα ένα στούντιο το οποίο θα έμοιαζε με το άλλο στούντιο που έκανε ο ΛεΚορμπιζιέ για έναν ζωγράφο, δηλαδή θα είχε ένα τριγωνικό τζάμι, ένα στο ταβάνι και δύο στην γωνιά, θα δημιουργούσε δηλαδή ένα πρίσμα από φως και εγώ θα φορούσα λευκή ποδιά, γιατί την εποχή εκείνη ξέρετε οι αρχιτέκτονες φορούσαν ακόμη ποδιά, ποδιά όπως οι οδοντίατροι, θα είχα όλα αυτά τα μολύβια, τα ταυ, τα τρίγωνα, θα είχα διαβήτες, θα είχα γραμμοσύρτες, θα είχα μπόμπες, μπόμπες λέγαμε ένα μικρό μηχάνημα που ήταν σαν διαβήτης αλλά το περιτυλίσσαμε γύρω από το δάκτυλό μας του δίναμε μια και έκανε μικρά κυκλάκια. Λοιπόν ονειρευόμουνα όλα αυτά τα εργαλεία τακτοποιημένα, μια απόλυτη καθαριότητα αποστειρωμένη, και εγώ μέσα στο σχεδιαστήριο με χαρτιά σκληρά σέλερ και όχι διαφανή, να εμπνέομαι και να είναι κάτω καμιά τριανταριά σχεδιάστριες, η άλλοι αρχιτέκτονες που να τους δίνω την έμπνευση που θα ‘βρισκα ότι έτσι θα γίνει το νοσοκομείο, αυτή τη σύλληψη θα έχει το σπίτι και θα τα ‘καναν αυτά τα πράγματα οργανωμένα, θα ‘βγάζαν τεύχη δημοπρατήσεων, ιστορίες και εγώ θα ήμουν ευτυχισμένος. Ούτε είχα σκεφτεί αν θα είχα παιδιά, αν θα παντρευόμουνα, αν θα ζούσα, αν θα πέθαινα, πως θα ήταν μετά από αυτό το στούντιο, βγαίνοντας έξω από αυτό το στούντιο, τι θα έκανα, τρίλιζα θα έκανα, ποιο κόμμα θα ψήφιζα, που θα παραθέριζα. Σας πληροφορώ πως δεν είχα ιδέα. Στα δεκαοκτώ μου χρόνια επάστωνα τον εαυτό μου να γίνει αρχιτέκτονας σ’ αυτό το στυλ. Βεβαίως με βοηθούσε πάρα πολύ το μαγνητόφωνο που είχα πάρει από εκείνη την υποτροφία την ματωμένη με 5500 χιλιάρικα, για την ακρίβεια ήταν 6000 η υποτροφία, αλλά είχα δώσει και 500 δραχμές για να πάρω έναν μοντερνίζοντα αναπτήρα Ρόνσον. Έτσι ήταν τότε αυτήν την εποχή, αλλά εσείς δεν τα ξέρετε αυτά. Και όσο και να σας μιλήσω για εκείνα τα χρόνια, που δεν μιλάω γι’ αυτά νοσταλγικά αλλά με κάποια πίκρα, είναι δύσκολο να καταλάβετε τι πράγματι σήμαινε το να έχεις αναπτήρα Ρόνσον μοντερνίζοντα το 1965, 64, 66, όπως και να ‘χει. Γίνεται το θαύμα περνάω στην αρχιτεκτονική. Με το που περνάω στην αρχιτεκτονική, μάλιστα για την ακρίβεια, δυο μήνες πριν περάσω, δηλαδή έδωσα τις εξετάσεις, ήξερα ότι έγραψα καλά και πήγα να κάνω, σαν τακτικός άνθρωπος, ως τακτικός έφηβος, μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Πάω λοιπόν σε μια κλινική απέναντι στην Παναγία Χαλκέων και ο διπλανός μου, ήταν πληροφοριοδότης της Χούντας, όπως έμαθα έπειτα, ενώ ο παραδιπλανός μου ήταν ένας επίσης υποψήφιος αρχιτεκτονικής που ήταν από την πόλη Κουφάλια, δίπλα ακριβώς από την Αγροσυκιά. Γίναμε φίλοι μ’αυτόν τον άνθρωπο και μάλιστα μπήκε και αυτός μαζί μου. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα, που μου μίλησε για αρχιτεκτονική με τον ανάλογο τρόπο που μιλούσα κι εγώ. Σήμερα λέγεται, και τότε βέβαια έτσι λεγόταν, Στέλιος Παπαδάκης, και γίναμε πάρα πολύ φίλοι τα χρόνια που ακολουθούσανε, έως ότου η ζωή πριν από είκοσι χρόνια μας εξαφάνισε. Όπως και να έχει λοιπόν, με τον Στέλιο τον Παπαδάκη και τον εαυτό μου μέσα στην κλινική αυτή που έβλεπε την Παναγία των Χαλκέων, ξαφνικά αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε τις ονειρώξεις μας και έβλεπα ότι είναι ακριβώς οι ίδιες. Κι αυτός ένα δασκαλοπαίδι, παιδί από επαρχιακή πόλη το οποίο ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, να έχει ένα μεγάλο στούντιο, ήταν διαφορετικό από αυτό που ονειρευόμουνα εγώ, για να χτίζει, να χτίζει πολυκατοικίες, νοσοκομεία, σχολεία, εντευκτήρια, να χτίζει ναούς, να χτίζει τα πάντα καινούρια, να φύγει το παλιό, το σάπιο από παντού. Όταν ήρθαμε Σαλονίκη μπήκαμε στην αρχιτεκτονική, πριν να μπούμε όμως, όλο εκείνο το διάστημα, βλέπαμε ότι η Θεσσαλονίκη κατέρρεε. Δηλαδή θυμάμαι την οδό Ανθέων, θυμάμαι τη Βασ. Όλγας, όλα εκείνα τα χρόνια που πηγαίναμε στα φροντιστήρια, που είχαμε τα πρώτα τα φλερτάκια μας, σ’αγαπώ μ’αγαπάς, ναι αλλά εγώ θα γίνω αρχιτέκτονας. Όλο εκείνο λοιπόν το διάστημα πέφτανε νεοκλασικά, πέφτανε σπίτια, πέφτανε αυτά, έπεφτε ένα σπίτι εβραίικο, εμείς το μόνο που κάναμε ήταν να αντιγράφουμε τα εβραίικα ανέκδοτα του παρελθόντος και να κοροϊδεύουμε τους καημένους τους ιδιοκτήτες, οι οποίοι ξέρω ‘γω όταν γκρεμίζονταν ένα παλιό σπίτι για να διώξουν τους γύρω-γύρω γιατί είχανε κάποιες λίρες υποτίθεται κρυμμένες από μέσα, φώναζε ο ένας στον άλλον Σολομών φύγε, κοίτα μην έβαλαν οι γερμανίδοι κατάσκοποι καμιά χειριμπιμπίδα και τέτοια αστεία, ανέκδοτα της εποχής, του 1960, τότε με τα πατήματα στο βούτυρο, με τα αστεία του Ταρζάν, με τα αστεία του Μπόμπου, ήταν μέσα και αυτά. Έπεφτε λοιπόν η Θεσσαλονίκη, κατέρρεε, και μάλιστα θυμάμαι ότι όταν πήγαινα με φίλους στο φροντιστήριο ή στην αρχιτεκτονική ή οπουδήποτε αλλού ανυπομονούσαμε και λέγαμε, καλά αυτά τα τέσσερα δεν πέσανε ακόμα. Και μάλιστα εκείνη την εποχή η περιοχή που είναι σήμερα κάτι λεύκες, δηλαδή μετά το Λευκό Πύργο, εκεί που είναι σήμερα ένα περίπτερο, ένας δισεκατομμυριούχος περιπτεράς, είχε τέσσερα πέντε παλιά νεοκλασικά σπίτια. Αυτά άλλα πέσανε σχετικά εύκολα μέσα στη δεκαετία του 60, αλλά ένα επέμενε, ένα παλιό ωδείο, επέμενε χρόνια και θυμάμαι που το ‘βλεπα και ‘λεγα καλά δεν το ρίξανε ακόμα. Αυτά γίνονται φυσικά όλα, το ομολογώ, μέσα στη δεκαετία του ‘60, όχι βέβαια μέσα στη δεκαετία του 70, και μέσα στην αρχιτεκτονική μαθαίναμε πράγματα και θαύματα. Και να ο Κορμπιζιέ και να ο Μισβαντερόε, και να ο ένας και να ο άλλος, ο ένας έκανε ένα σπίτι όλο τζάμι, ο άλλος έκανε το σπίτι μέσα στον καταρράκτη, το μπετόν μπορεί να σου βγάλει μπαλκόνια έξι μέτρα, η λατρεία του μπετόν παιδιά, ήταν κάτι το φοβερό το πόσο ελατρεύετο το μπετόν από την άποψη αυτή. Και ξαφνικά ξεχωρίζω τους συμμαθητές μου που είναι δύο ειδών, τους συμφοιτητές. Βλέπω κάποιους οραματιστές του μοντέρνου, τους φίλους μου, αυτοί σήμερα οι περισσότεροι είναι καθηγητές στο πανεπιστήμιο, στην ίδια αρχιτεκτονική σχολή, και έβλεπα και κάποιους άλλους οι οποίοι ήταν ψυχροί και λέγανε εγώ δεν ξέρω από αυτά, εγώ θα βγάλω φράγκα, και οι οποίοι όντως έχουνε βγάλει πάρα πολλά φράγκα από ότι πληροφορούμαι, διότι δεν ταιριάζουν μάλλον τα χνώτα μας και είναι αδύνατο να βρεθούμε καν στους ίδιους χώρους. Όπως λέει και ένας φίλος μου αυτοί μπαίνουν σε μαγαζιά  που έχει 900000 η κάλτσα, που να μπούμε εμείς σε αυτά τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει έτσι ήταν τότε η κατάσταση όταν συμβαίνει κάτι τραγικό θα το ΄λεγα, τρομακτικό θα το ‘λεγα, μέσα από τη διαδικασία της σχεδίασης, γιατί μας δίνανε θέματα φοιτητικά τα οποία έπρεπε να ξενυχτάμε, σας το έχω πει αυτό και άλλη φορά, μέρες και νύχτες για να βγάλουμε ένα σχέδιο, μπήκε το ροκ στη ζωή μας, με έναν τρόπο από το παράθυρο. Έπρεπε δηλαδή πάντα να υπάρχει ένα κασετόφωνο ή ένα μαγνητόφωνο, το οποίο να παίζει την ίδια και την ίδια και την ίδια μουσική, τη μουσική που μας άρεζε. Και έτσι ήταν οι Μπιτλς, ήταν οι Στόουνς, ήταν ο Πρίσλεϊ, ήταν οι Κινγκς, ήταν οι Λεντ Ζεπελιν, αργότερα ο Ζάππα. Αφού να φανταστείτε ήταν τέτοια η ταύτιση μουσικής και αρχιτεκτονικής ώστε, δε θα το πιστέψετε αλλά είναι γεγονός για τη δική μου τουλάχιστον τη συναντίληψη, θυμάμαι για παράδειγμα ότι 14 Σεπτεμβρίου του 1967 εκεί που σχεδίαζα και ήμουνα κάθεδρος και ήρθε ο φίλος μου ο Φοίβος ο Σιονακίδης και άνοιξε την πόρτα, τη στιγμή εκείνη παιζότανε, ξέρω ‘γω το τάδε τραγούδι των Κινγκς, δηλαδή θυμάμαι τον ήχο μαζί με το άνοιγμα της πόρτας, μαζί με το παράθυρο, δηλαδή μιλάμε για τέτοιες εντάσεις. Όπως επίσης όποτε ανοίγω ένα παλιό μου σχέδιο του ‘68, του ‘69, ένα παλιό μου βιβλίο αρχιτεκτονικής που διάβαζα εξετάσεις ξέρω ‘γω Στατική και τέτοια, ανοίγοντας τη σελίδα ξεχύνεται παιδιά από μέσα η μουσική που άκουγα όταν διάβαζα τότε αυτό το βιβλίο για να περάσω εξετάσεις. Ας ακούσουμε λοιπόν λίγη μουσική.Περνάει λοιπόν ο καιρός και αντιλαμβάνομαι ότι εν πάση περιπτώσει μπορώ να σχεδιάσω μια κάτοψη, μπορώ να κάνω μια όψη μοντερνίζουσα, να κάνω καμπύλους τοίχους, να χωρέσω κάποια ανεπιθύμητη τουαλέτα κάπου, γιατί ξέρετε όταν έχεις όραμα αρχιτεκτονικό οι κουζίνες, οι τουαλέτες, από που θα μπούνε, από που θα βγούνε, είναι πραγματικά πράγματα που δεν τα θέλεις, δεν είναι τυχαίο το ανέκδοτο που δείχνει τον αρχιτέκτονα να ξεχνάει τη σκάλα του σπιτιού, έχει τύχει, είναι γεγονός. Όταν δούλευα φοιτητής σε κάποιο μεγάλο project σε ένα στάδιο θυμάμαι ότι όλοι μας, ήμασταν είκοσι αρχιτέκτονες και φοιτητές, είχαμε ξεχάσει τις σκάλες του γηπέδου, τις μπήκες που μπαινόβγαιναν οι φίλαθλοι, τέτοια τρέλα μας είχε πιάσει να κάνουμε καταπληκτικούς πυλώνες και να κρέμονται από πάνω ξέρω ‘γω οι κερκίδες και το γήπεδο έτσι οβάλ ολυμπιακών διαστάσεων και να τα σκάμματα, οβάλ τα πάντα, και ξαφνικά, που ΄ναι ρε παιδιά οι μπούκες, λέμε θα βάλουμε από εδώ 20000 άτομα να φύγουν, από που να φύγουνε, ψάχναμε μετά σε τομές και τα λοιπά, τα ‘χαμε ξεχάσει, δεν είχαμε βάλει εισόδους σ’αυτό το στάδιο, παιδευόμασταν μετά επί ένα μήνα. Μπορώ λοιπόν να καταλάβω ότι από τη στιγμή που απέκτησα μια μικρή τεχνογνωσία, άρχισε βεβαίως να γίνεται μετά το καβάλημα του καλαμιού. Ο καθένας μας από τους φοιτητές της αρχιτεκτονικής, βοηθούντων βεβαίως και των καθηγητών, είχε αρχίσει να κάνει μικρές ομάδες, όπου προσπαθούσαμε να περάσουμε τον μοντερνισμό μας δεδομένο. Την εποχή εκείνη βεβαίως συμβαίνει και ένα τεράστιο κραχ. Το τεράστιο κραχ είχε να κάνει με την ανακάλυψη του ότι ρε παιδιά εκτός από αρχιτεκτονική και στούντιο τρισδιάστατα υπάρχει και πολιτική, ότι ζούμε ρε παιδιά σε μια χούντα να πούμε, εδώ πέρα πλακώνονται στο ξύλο. Οι παλαιολαμπράκηδες εν τω μεταξύ όλοι είχαν αφομοιωθεί, είχανε φάει ξύλο, είχανε μπει με κάτι γκόμενες σε κάτι δωματιάκια στην Δαγκλή, είχαν αρχίσει κάτι μικρές εκδοτικές προσπάθειες, και ξαφνικά η νέα γενιά των φοιτητών, τάμπουλα ράζα τελείως εν τω μεταξύ, το μυαλό μας είχε από κακοχωνεμένο κεφάλαιο του Μαρξ, νέα ελληνικά του Ρένου Αποστολίδη, Ο Αγών μου του Χίτλερ, γινόταν ο χαμός εκεί μέσα. Ξαφνικά ο χαμός εκείνος ανακαλύπτει αυτό που λέγεται πολιτική δράση. Και βέβαια επειδή δεν μας έπαιρνε να αντιπαρατεθούμε φωναχτά σε έναν πολιτικό λόγο, άρχισαν οι μετωνυμίες. Να ξαφνικά εγώ αρχίζω να βυζαντινίζω, άλλοι φίλοι μου αρχίζουν να γίνονται έτσι ρομαντικοί της Κέρκυρας και της Καντάδας, άλλοι ερωτεύτηκαν τα ρεμπέτικα για πρώτη φορά και χύνονται κατευθείαν μέσα στο Μάρκο τον Βαμβακάρη, και ενώ λοιπόν εμείς είμαστε ροκάδες ακαταλόγιστοι, απολιτίκ και χύμα, ξαφνικά μεταβαλλόμαστε σε κάποια πολιτικά όντα, τα όποια απ’ έξω μοιάζουν πάρα πολύ με τους συναδέρφους τους του Μάη του ΄68 ή τους άλλους τους ήρωες, τα Μπέρκλεϊ κ.λ.π, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι ξέρουμε για την πολιτική όσα ξέρω σήμερα για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος. Τίποτα. Δεν ξέραμε τίποτα. Ήταν σαν να είσαι υπουργός εξωτερικών βαλκανικής χώρας. Πας δηλαδή στο πουθενά προς εκτέλεση. Αυτό λοιπόν το πράγμα δημιούργησε ένα σοκ, αυτό έγινε γύρω στο ‘68, ‘67, ‘69, ‘70. Και βέβαια χωρίς να χάσουμε την ελπίδα μας στον μοντερνισμό, αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε την άλλη Ελλάδα. Τότε, ας πούμε θέλαμε να ντύσουμε τα φοιτητικά μας δωμάτια, και ξαφνικά χυθήκαμε στα παλιατζίδικα, ανακαλύψαμε καρέκλες κουρείων, παλιούς καθρέφτες, Καλημέρα σας, τότε εμφανίστηκαν τα σαρακατσάνικα ρούχα, ο,τιδήποτε ήταν λαϊκός πολιτισμός άρχισε να μας θέλγει, να κι αυτό και να κι εκείνο, και ήμασταν πέντε έξι νταήδες, θυμόμασταν και τα δημοτικά τραγούδια που τραγουδούσαμε στο Δημοτικό. Αυτή δηλαδή η ομαδική επιστροφή στις ρίζες έφερε σε σχέση με τον μοντερνισμό μας, έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό, ένα τρομερό κραχ, του οποίου όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν ότι χάσαμε ας πούμε τις ελπίδες μας στο μοντερνισμό, αυτό είναι το τραγικό της υπόθεσης, απλώς διχαστήκαμε. Εκεί δηλαδή που ήμασταν κάποια άτομα υποψήφιοι τεχνοκράτες και μπλεχτήκαμε με κάποιους λαϊκισμούς απαράδεκτους της αριστεράς, όπως αποδείχθηκε αργότερα, αντί να προκύψουν τεχνοκράτες ή ξέρω ‘γω λαοκράτες, προέκυψαν σχιζοφρενείς. Συγνώμη που τα λέω τόσο σκληρά, πολλοί μπορεί να πιστεύετε ότι είστε ακόμα στον δρόμο τον καλό και τον αγαθό, από αυτούς δηλαδή που είναι λίγο κρασί, λίγο θάλασσα, το αγόρι μου, ή βουνό και θάλασσα, ένα σπιτάκι στη θάλασσα και μια πολυκατοικία στη Θεσσαλονίκη, ή εσείς που πιστεύετε, όπως αρκετοί πια το πιστεύετε, ότι με ένα φιατάκι στο δρόμο και μια μοτοσικλέτα για το Σαββατοκύριακο έχετε εξαντλήσει την ευθύνη σας απέναντι σ’ αυτόν τον μάταιο βίο. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Βλέπω ότι γίναμε σχιζοφρενείς ακριβώς πριν από 25 χρόνια, αρχή δεκαετίας του ‘70, και μέσα από αυτή τη σχιζοφρένεια έπρεπε να αποφασίσουμε. Ή έπρεπε να γίνουμε κοσμοκαλόγεροι, να χυθούμε για παράδειγμα στις Πρέσπες, στη Νέβεσκα, στις Φλώρινες, στα Κιλκίς, στις Χαλκιδικές, όπως και το κάναμε, ψάχνοντας υποτίθεται διάφορα πράγματα του παρελθόντος ιστορικά και να μείνουμε εκεί. Εμείς όμως δεν κάναμε αυτό, εμείς τρέχαμε και ψάχναμε και δείχναμε και ράναμε, αλλά μόλις τελειώσαμε αρχιτεκτονική, το πρώτο πράγμα που σκεφτήκαμε ήταν να ανοίξουμε γραφείο αρχιτεκτονικό. Εκεί ακριβώς είναι και όλη η πλάκα της υπόθεσης, για την οποία μπορώ να μιλήσω μόνο σχετλιαστικώς, γι αυτούς που δεν ξέρουν Νορβηγικά σχετλιαστικώς κατά το σχέτλιος, σημαίνει με έναν τρόπο μάλλον αποθαρρυντικό, είναι δηλαδή κακιά λέξη, μιλάει για κακό πράγμα το σχετλιαστικώς, δεν είναι καλή, έτσι, είναι όπως το ασκαρδαμυκτί. Εν πάση περιπτώσει ανοίξαμε τα γραφεία μας. Ανοίξαμε τα γραφεία μας βέβαια σε έναν χώρο που έπασχε τότε από τα πάντα. Σήμαινε ότι έπρεπε να ακολουθήσουμε αυτά που μάθαμε στο Πολυτεχνείο και αυτά που ξέραμε από πριν. Έλα όμως που δεν μας είπε κανείς στο Πολυτεχνείο τι θα πει η διαδικασία να βγάλεις μια άδεια. Μέσα λοιπόν από αυτές τις τραγικές καταστάσεις, και επειδή το κέντρο της Θεσσαλονίκης, το έχω ξαναπεί πάλι αυτό, είχε χτιστεί από τους προηγούμενούς μας συναδέρφους, απόμειναν για εμάς κάτι Τούμπες, κάτι Άνω Τούμπες, κάτι Μαλακωπές, κάτι Καλαμαριές, δηλαδή τα έξω της Θεσσαλονίκης, Συκιές, Επτάλοφος, Καραϊσι, Πολίχνη, αυτά έπρεπε εμείς να ντύναμε με πολυκατοικίες. Επειδή όμως είχαμε επιστρέψει στις ρίζες, εμείς οι σχιζοφρενείς επιμένω, και επειδή είχαμε κάνει θέματα φοιτητικά για τα Μετέωρα, για την αυθαίρετη δόμηση, για τα μετόχια τα καλογερικά, για τους νερόμυλους, για ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου, μέσα λοιπόν από αυτόν τον αχταρμά ό,τι κάναμε το κάναμε με ενοχή. Δηλαδή, λέγαμε, όταν συναντούσα τον φίλο μου τον Στέλιο τον Παπαδάκη μετά, Τι κάνεις Στέλιο; E! για το επάγγελμα κάνω πολυκατοικίες, αλλά βέβαια έχω ένα όραμα να κάνω αυτό, να ζήσω εκεί, να πάρω ένα εξοχικό, να κάνω το ένα το άλλο. Ξαφνικά δηλαδή το διαμέρισμα είχε μετατραπεί σε ένα εξοχικό, αλλά κατά τα άλλα κάνω και πολυκατοικία για το επάγγελμα. Αυτό δηλαδή το οποίο βαρέθηκα να ακούω όλα τα χρόνια της Χούντας, ότι τι να κάνουμε να φύγουμε από τη θέση μας για να ‘ρθει κανένας άλλος πλέον ακατάλληλος, άσε να κάτσουμε εμείς που είμαστε και πιο δημοκράτες. Αυτό από πόσους ανθρώπους Θεέ μου το άκουσα εκείνα τα χρόνια. Δεν είχα λοιπόν καμιά εμπιστοσύνη σ’αυτούς που κρατούσαν επάγγελμα, γιατί τι άλλο να κάνουνε, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν να κάνουνε κάτι εφόσον το κάνουνε, αλλά ας μην αφήσουμε σχολιαστικά νορβηγικά επιφωνήματα να σκιάσουνε τον εύθυμο προεκλογικό χαρακτήρα αυτής της εκπομπής. Σημασία έχει ότι αυτή η σχιζοφρένεια, έφερε σε μια στιγμή το ράκος, δηλαδή γέμισε ξαφνικά η ζωή μου από αυτούς τους εύθυμους συμμαθητές και συμφοιτητές, που θέλανε να πλουτίσουν ή που θέλανε να γίνουν καθηγητές πανεπιστημίου ή που θέλανε εν πάση περιπτώσει να προκόψουνε, ξαφνικά άρχισαν, εμείς οι ίδιοι οι σχιζοφρενείς αρχίσαμε να γεμίζουμε την πόλη, γιατί εμείς τα ανοίξαμε αυτά τα μαγαζιά, με μπαρ. Θυμάμαι ένα μπαρ που λεγόταν Παγιάντες, απέναντι από τη Μητρόπολη, αρχιτέκτονες το ιδρύσαμε. Μπαίναμε μέσα, παραγγέλναμε ό,τι ποτό μπορούσε να φανταστεί ο νους του ανθρώπου, είχε και ένα εστιατοράκι έτσι συμπαθέστατο εκεί και τσιμπούσαμε κάτι, και πίναμε διάφορα ποτά. Αυτά γίνονται στην ωριμότητά μας μετά το ‘76, ξέρω ‘γω ‘75-’76, μετά ανοίγει το Μπανάλ, μετά ανοίγει το Φλου, ανοίγουν τα διάφορα, οι Δον Κιχώτες και κυρίως μέσα είναι οι μηχανικοί ανήσυχοι. Αρχίζουν και πέφτουν τα πρώτα διαζύγια, οι πρώτες διασταυρώσεις των οικογενειών, ήρθε μια εποχή εκεί στο τέλος της δεκαετίας του ‘70, που όλοι είχαμε παρθεί με όλους, ήταν κάτι το ασύλληπτο εκείνο το πράγμα, με προεξάρχοντες πάντα σ’αυτά τα πανηγύρια της σάρκας και του πνεύματος, τους αρχιτέκτονες της γενιάς μου. Εμείς λοιπόν, που κάναμε το επάγγελμα, αχ και δε θέλαμε να το κάνουμε, και από την άλλη βλέπαμε ότι τα όνειρά μας σκόνταφταν όχι τόσο πάνω στο ότι δεν μπορούσαμε να τα κάνουμε, άλλα πάνω στο ότι δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ξέρεις τι θα πει να κάθεσαι, εντάξει έκανα εγώ ένα γραφείο, το επίπλωσα, είχα και δυο συνεταίρους και μετά καθόμασταν στο γραφείο, φεύγαν οι οικοπεδούχοι, έφευγε ο ένας, έφευγε ο άλλος, μοιράζαμε τα λεφτά και μετά καθόμασταν. Τι ξέραμε να κάνουμε, δεν ξέραμε να κάνουμε τίποτα. Δεν ξέραμε ούτε να μιλήσουμε μεταξύ μας, η πολλή μεταπολιτευτική πολιτική είχε ήδη υποχωρήσει, ε δεν μπορούσαμε να πηγαίνουμε και κάθε μέρα σε συνεδριάσεις επί της διαδικασίας και τα λοιπά, να γυρίσουμε σπίτι μας ούτε κουβέντα, γιατί τα σπίτια μας ήταν μπουρλότο, διαλυμένα. Λοιπόν άντε να πάμε σε ένα μπαρ, άντε να δημιουργήσουμε μια κατάσταση, άντε να δημιουργήσουμε κάτι, κάτι, κάτι, το ο,τιδήποτε. Αυτό έφερε τις εξής συνέπειες, τώρα μιλώ σαν ιστορικός του μέλλοντός σας, ξέρω ότι δεν με ακούει κανείς πιτσιρικάς κάτω των είκοσι, κοιμάστε του καλού καιρού αυτή τη στιγμή, αλλά μπορεί να το πει καμιά γιαγιά σας, καμιά μαμά σας, να ότι ο Θεοδωρίδης είπε κάτι γι’αυτό το θέμα, ακούστε το έστω και εμμέσως, έστω και με σπασμένο τηλέφωνο, ομιλώ ως ιστορικός του μέλλοντός σας, και σας λέω πριν αποφασίσετε τι δουλειά θα κάνετε, πριν αποφασίσετε τι λεφτά θα βγάζετε από αυτή τη δουλειά ή ο,τιδήποτε άλλο, σκεφτείτε το φοβερό φαινόμενο μιας σκοτεινιασμένης από τη νύχτα πόλης η οποία είναι ωστόσο πάμφωτη από μικρά παραθυράκια φωτισμένα. Δείτε αυτήν την εικόνα μέσα στο μυαλό σας, κάντε την αναγωγή και σκεφτείτε ότι είστε ένα κομμάτι αυτής της πόλης και ότι ένα οποιοδήποτε από αυτά τα εκατό χιλιάδες  φωτισμένα παραθυράκια μπορεί να είναι το δικό σας. Το ερώτημά μου είναι πάρα πολύ απλό και αν δεν απαντήσετε σε αυτό το ερώτημα μην αποφασίζετε το επάγγελμά σας. Ξέρετε τι έχετε να κάνετε μέσα σ’ αυτό το δωματιάκι; Το ‘χετε αποφασίσει; Είστε ευχαριστημένοι; Μην πιστεύετε ότι θα βγαίνετε κάθε μέρα έξω ή ότι θα αγαπάτε τους ίδιους ανθρώπους επί τετρακόσια είκοσι τέσσερα χρόνια επειδή είστε είκοσι χρονών και πιστεύετε πρακτικά ότι ο βίος του ανθρώπου είναι του Μαθουσάλα εννιακόσια εβδομήντα τρία έτη, αυτά αφήστε τα. Σκεφτείτε, εγώ ο Τασούλης Καραμητσάκογλου μέσα σ’αυτό το δωμάτιο ναι βρίσκω τον εαυτό μου, ναι βεβαίως θα κάθομαι και θα παίζω πιάνο ή θα έχω ένα φίλο μου με τον οποίο θα ακούμε τους Άγαμοι Θύται ή θα είμαστε τρεις άνθρωποι και αφού ήμασταν παλιά ερωτευμένοι αλλά σήμερα θα ασχολούμαστε με συσκευασίες δεμάτων, κάτι θα κάνουμε, θα είμαστε ξέρω ‘γω Ερυθροσταυρίτες. Αφού σκεφτείτε το τι θέλετε να κάνετε αυτήν την έρμη τη ζωή μετά ετοιμαστείτε γι’ αυτήν, όλα θα ‘ρθουνε ήρεμα και αγνά, και το επάγγελμά σας και το τι θα κάνετε και με ποιους ανθρώπους θα είστε. Πέρασαν λοιπόν και αυτά τα χρόνια και έρχεται η μυστική δεκαετία του ‘80, η οποία δεν έχει ψευδαισθήσεις γιατί ακριβώς η γενιά μας άρχισε να παλιώνει. Εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω ότι μια από τις πιο συνταρακτικές σκηνές, στιγμές της ζωής μου, δεν ξέρω αν το έχω ξαναδιηγηθεί, κατέβαινα Επανωμή, πριν να γίνει μεγάλος ο δρόμος, είχα πάει στο μετόχι Κουμ στα Κριτζανά, της Μονής Χελανδαρίου, μετά την Επανωμή, μεταξύ Νέας Ηράκλειας και Επανωμής, που έγινε μετά μετόχι της Αγίας Αναστασίας από τον Όσιο Θεωνά το 1530. Επιστρέφω λοιπόν από ‘κει πέρα ένα μεσημέρι αφού το είχα αποτυπώσει, πρέπει να ήταν γύρω στο ‘70 τόσο, ‘79-’80, και έτσι όπως επιστρέφω και ξαφνικά κατεβαίνω το σαμάρι εκεί από το Πλαγιάρι και βλέπω τη Θεσσαλονίκη και το αεροδρόμιο και χτυπάει υπέροχα ο ήλιος σ’αυτήν την καταραμένη πόλη, την κατεστραμμένη τελείως και δεν είχε πολλά τίποτα πάνω στο Σέιχ Σου όπως έχει σήμερα τα απαράδεκτα, μόνο το Φιλίππειο, άκουγα και Rolling Stones από το ραδιόφωνο, από ένα σταθμό ενόπλων, και μετά λέει η εκφωνήτρια: Ακούσατε παλιά φωνητικά συγκροτήματα. Τι έκανε λέει, τι άκουσα παλιά φωνητικά συγκροτήματα, τους Rolling Stones παλιό φωνητικό συγκρότημα; Δηλαδή δεν ήταν οι Ventures, δεν ήταν οι Platters, ήταν οι Rolling Stones; Δηλαδή πέρασαν από το 1963 που εμφανίστηκαν 16-17 χρόνια, δηλαδή μας πήραν τα χρόνια; Και μετά κοίταξα θυμάμαι τον καθρέφτη του καντρέ και βλέπω κάτι κρεμάσματα, τα γνωστά κρεμάσματα ενός τριαντάρη που τα μάγουλά του χτυπιούνται λοξώς από τον ήλιο και λέω ρε φίλε αυτό ήταν, περάσαμε, όταν λέμε περάσαμε δεν περάσαμε γιατί πέρασαν ου! άλλα τόσα χρόνια και ζούμε και βασιλεύουμε, το θέμα είναι ότι είχαμε μπαγιατέψει. Αυτό λοιπόν το μπαγιάτεμα άρχισε να φέρνει, σε εμάς τους σχιζοφρενείς ποιητές εκείνου του μέλλοντος του δικού σας, άρχισε να φέρνει διάφορες εκρηκτικές καταστάσεις. Και ξαφνικά αντιλαμβάνομαι, εκεί αρχές της δεκαετίας του ‘80, βεβαίως ήταν και η ενασχόληση με την αρχαιολογία πάρα πολύ έντονη, ότι ό,τι σκεφτόμουνα ήταν περίπου άκριτο, ότι αυτό που έλεγα ότι ήταν αρχιτεκτονική ήταν στην ουσία το πλασμώδιο μιας μεταφυσικής όπου δεν είχε κάποιο αντίκρυσμα πουθενά. Ήμουν ανίκανος να χαϊδέψω ένα παιδί, ήμουν ανίκανος να ανταλλάξω μια κουβέντα με μια γυναίκα, ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι λέγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω μου, πολιτικά ή φυσικά, όπως και τώρα, είμαι τελείως αμόρφωτος, δεν ξέρω τι συμβαίνει γύρω μου και βέβαια το μόνο που μου έμενε είναι να μετανοώ. Να μετανοώ πικρά για τις πράξεις μου, να μετανοώ πικρά για τις συμφωνίες οικοπεδούχων, μηχανικών και εργολάβων στις οποίες συμμετείχα, να μετανοώ σκληρά για οποιοδήποτε προϊόν fiberglass βγήκε από τα χεράκια μου τον καιρό που διηύθυνα ένα εργοστάσιο από fiberglass. Να διαφωνώ ριζικά και να μετανοώ για οποιαδήποτε σύσκεψη στελεχών, executives και δημοσίων σχέσεων σε εταιρείες poy έτυχε να ανακατευτώ, να μετανοώ σκληρά για οποιοδήποτε κτίσμα αποτόλμησα να σχεδιάσω ή να επιβλέψω. Άρχισα γενικώς να μετανοώ. Και με το που άρχισα να μετανοώ ξαφνικά έγινε ένα θαύμα. Έχει δέκα χρόνια. Άρχισα να αναζητώ αυτό που κατηγορούσα ως εχθρικό να το περιβάλλω και ονειρευόμουν μια πεντακάθαρη Θεσσαλονίκη με πλακάκια, με ασφάλτους, με πάρκινγκ υπόγεια, με δέντρα υπέροχα, αλλά να μην αφήνουν φύλλα ει δυνατόν, ξαφνικά άρχισα να γοητεύομαι από τις ιδιοκατασκευές. Έβλεπα ένα σπίτι στην Άνω Τούμπα που ο κάτοικός του είχε έναν περιστερώνα, είχε είκοσι περιστέρια, είχε μαζέψει όλο το μπρικαμπράκ της γειτονιάς, όλη τη σαβούρα και έκανε δυο τρία πραγματάκια, τα ‘βαφε και με κανένα χρώμα, καθόμουν και το χάζευα, έλεγα αυτό είναι αρχιτεκτονική. Τι είναι αρχιτεκτονική; Αυτά που κάνουμε εμείς; Αυτό είναι αρχιτεκτονική. Και από τότε αρχίζω να βογκάω μπροστά στις παραγκουπόλεις. Υποφέρω κάθε φορά που βλέπω ότι μια ακόμα παράγκα ξηλώνεται για να γίνει πάρκο. Και μάλιστα όσο τους βλέπω συμμαζεμένους και συμμαζεμένους όλους αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους τόσο πιο πολύ γοητεύομαι από το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα ταπεινή ζωή, η οποία εκλιπαρεί όχι πια για μια ιστορία, γιατί δεν μπορούμε να γράψουμε την ιστορία, άλλα για μια μυθολογία. Και απ’ αυτή την άποψη είμαι άκρως αντίθετος με όλους αυτούς που αρχιτεκτονούνε και την ανάπλαση πια μιας καταραμένης, κατεστραμμένης πόλης. Με όλους αυτούς, που όπως το έχω πει και από παλιά, πουλάνε αναστήλωση σε κάτι λαδάδικα και σε δυο τρία νεοκλασικά που γλίτωσαν ακόμα. Αυτά τα απαράδεκτα πράγματα, γιατί έχουμε κάποιο γεγονός του 1910 στην πόλη μας αλλά δεν έχουμε 1950, αυτό είναι το τραγικό. Δηλαδή ενώ υπάρχει ιστορία στην πόλη μας, βυζαντινή, τουρκοκρατίας, μέχρι το 1910, ‘20, ‘30, ξαφνικά από το 1950 μέχρι το 1960 δεν υπάρχει τίποτα. Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει. Δεν ξέρω αν έχετε καταλάβει ότι αυτή τη γειτονιά, την οποία όλοι μας ξέρουμε γιατί σ’ αυτήν μεγαλώσαμε, μας την έχουν φάει. Ποιος μας την έχει κλέψει; Τον κλέφτη αναζητώ αυτής της γειτονιάς, τον απατεώνα που μου έμαθε ότι η αρχιτεκτονική είναι αγάπες και φούμαρα, τον απατεώνα που μου έμαθε ότι το να ξηλώνονται τα τραμ, να μπαίνει αντί για το κιλό η οκά ή το ανάποδο αντί για την οκά το κιλό, το να μπαίνει το ρεφλέξ αντί το πράσινο σαπούνι θα πάνε τα πράγματα καλύτερα και στον ψυχικό μου βίο. Τον απατεώνα ψάχνω που δεν μου έμαθε τι να κάνω πίσω από ένα φωτισμένο παράθυρο, τον απατεώνα ψάχνω, τον δικό σας απατεώνα και τον δικό μου, ψάχνω να βρω έναν κοινό εχθρό αν καταλάβατε πριν να καταλήξω γραφικός σαν τους έρμους τους οικολόγους, τους οποίους  άκουσα τις προάλλες να λένε, εμείς έχουμε αποφασίσει να πάμε για δήμαρχοι και νομάρχες, ξέρουμε ότι δε θα βγούμε άλλα θέλουμε να βγάλουμε αντιπρόσωπο γιατί πέρα απ’ αυτά είμαστε σε αγώνες, και άρχισαν να λένε διάφορα μυστήρια, στον αγώνα της ρύπανσης αυτού, στον αγώνα γι’ αυτό, εμείς είμαστε για αγώνες. Ποιοι είστε για αγώνες; Στο μεταξύ ο Χορτιάτης χτίζεται, το Σέιχ Σου χτίζεται, εσείς δεν έχετε καταλάβει ότι το Σέιχ Σου πάνε να το κάνουνε σαν το εσωτερικό πάρκο, σαν τη Νέα Υόρκη, από την άλλη την πλευρά θα χτιστεί άλλη μια Θεσσαλονίκη, δεν τα παίρνετe χαμπάρι αυτά τα πράγματα, δεν καταλάβατε ότι η Περιφερειακή είναι ο μελλοντικός κεντρικός δρόμος της Θεσσαλονίκης και καθόλου ο περιφερειακός της; Δεν έχετε καταλάβει αυτό το χάος που γίνεται; Η καταστροφή της παραλίας, οι υπόγειοι δρόμοι που θα τα ενώνουν όλα αυτά, τα πάρκινγκ, οι αξιοποιήσεις, δεν καταλαβαίνετε ότι είναι το τελευταίο χτύπημα στον παλαιό γνωστό παιδισμό μας; Γιατί το μόνο πράγμα παιδιά που μπορούμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή, όπως λέγαμε παλιά στα Γιαννιτσά, είναι να παίζουμε γκαζ, γκαζ, εσείς τις λέγατε εδώ γκαζιές. Εμείς τις λέγαμε γκαζες, γκαζ για την ακρίβεια, να παίξουμε καμιά γκάζα, να παίξουμε κανένα τάβλι. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να παίξουμε ούτε καν ντόμινο, νομίζω κάπου στη Γουμένισσα έχουν να παίζουν ντόμινο σε καφενείο. Δεν ξέρουμε καν να παίξουμε. Οι πόκες μας παρέμειναν φοιτητικές, τα καζίνα μας παρέμειναν σκοπιανά, τίποτα δεν υπάρχει που να μπορούμε να παίξουμε. Αυτό λοιπόν το μόνο πράγμα που μπορούμε και παίζουμε κάθε μέρα, βγαίνοντας με άκρατη παρρησία και θράσος έξω, είναι η ζωή μας. Παίζουμε την ίδια τη ζωή μας, την ίδια την κατάσταση που βρίσκεται πίσω από ένα φωτεινό παράθυρο. Ή μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα; Η προσωπική μου απάντηση είναι ότι είναι αλλιώς τα πράγματα. Δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς και πως θα περάσετε το βίο σας πίσω από τα φωτεινά κουτάκια, πάντως εγώ το βρήκα το κόλπο. Υπάρχει ευτυχώς ο μύθος, υπάρχει ευτυχώς η ποίηση, υπάρχει ευτυχώς η λογοτεχνία. Όλα αυτά τα πράγματα μπορούν να γίνουν καταπληκτικά, να σμαλτωθούν πάλι, να μαρμαρωθούν πάλι μέσα από τη γοητεία της περιγραφής, μέσα από τη γοητεία των συναισθημάτων, το τι αισθανόσουνα τον καιρό που ήσουν ρηχός. Γιατί ακόμα και αυτή η ρηχότητα αν την περιγράψεις καταπληκτικά μένει κάτι καταπληκτικό, γιατί ξέρετε η γραφή δεν έχει τέλος ούτε αρχή έχει. Συνεχίζουμε το δρόμο από εκεί που γονάτισε και το άφησε ο τάδε ποιητής μέχρι να προχωρήσουμε προς τον επόμενο που είναι καλύτερός μας. Μήπως λοιπόν μέσα από αυτή τη διαδικασία της γενικής ακύρωσης των πάντων οφείλεται που έχω πάθει γενική αγκύλωση. Και εγώ που έχω διακοσμήσει τόσα καταστήματα και έχω καρφώσει τόσα καρφιά και έχουν πέσει τόσα μπρικαμπράκια πάνω στο κεφάλι μου τον καιρό που μαστόρευα, σ’αυτή τη φάση είμαι ανίκανος να μαστορέψω και δεν μπορώ εδώ και ένα μήνα να στήσω ένα υποτυπώδες κοτέτσι για να τρώμε κανένα αυγό στο χωριό μας στην Αγροσυκιά, μήπως λοιπόν η αδράνεια του αρχιτέκτονα είναι που έφερε τον ποιητή; 

Είναι η ιστορία του λαού των Πρανδέων.Κυριάρχησαν κοπιώντες στην Λυδική χώρα και τους συνέβησαν, κατά την ώρα της κρίσεως, πολλά και ευφάνταστα γεγονότα.

Υπήρχε, δύο χιλιάδες  σύν χίλια διακόσια έτη πρό των  Τρωικών ένας πεδινός τόπος κυκλωμένος από δάση καστανέας και περιείχε ακριβώς δώδεκα μονόδενδρα τύκωνος.Η έκτασις του πεδιαδίου ήτο όσον τεσσαρων ημερών κυκλόδρομος και οι κορυφές του δάσους εμπόδιζαν περιμετρικώς τον ηλιασμό κατά δύο και πλέον ώρες.Πολλά νερά πηγαία, ένας ποταμός, ο Πρανδεύς.Οι πηγές του διεκρίνοντο από τις κορυφές των υψηλών δένδρων, οι εκβολές μήτε καν εθρυλούντο.

Υψηλός άνδρας λιπόσαρκος και μιξοπόλιος επέλεξε καλύβα λίσγου και γαμβάρεως.Και πρώτον έστησε γραπτό μνημείο στην εξώθυρα,με τους εξής λόγους, που ερμήνευσα δι΄εσάς:

 

Έτου μαρένι απαλά νέντε κοβάρι

(Έχει χρόνους πολλούς οπόταν δάση είδαν οι  λαοί)

Κάλα τασίρα μαρένι σεθ αβέντο μόρα

(Ωστόσο περισσότερους χρόνους εφοβούντο να πλησιάσουν)

Λίλαμπι, λίνταμπι,κόρ βα κόρ,νέντα

(Κύκνους ωχρούς,αμα Τε  κυανούς,ακατασχέτως εθεώρουν)

Κόρναμι «πάγα Τε νουν ,φάρ μα ριτάι»

(Έλεγαν «παράξενα πτηνά είναι λιμναία, όχι  επί φύλλων»)

 

Υπόμνημα: Έτου=άκλιτον.Μαρένι=μάρο,έτος.Νέν=ορώ.

Notify Blogger about objectionable content.
What does this mean?

Send As SMS

BlogThis!

ΚΕΡΚΥΡΑ, ΟΧΙ ΙΘΑΚΗ

18.9.06

Monitoring

Η παλιά πόλη της Κέρκυρας επιθυμεί την ένταξή της στη λιστα των μνημείων της Ουνέσκο.Τίποτε πιό λογικό, τίποτε πιό επιθυμητό. Έγινε ο φάκελος, κινητοποιήθηκαν φορείς και αντιπρόσωποι. Ο φάκελος κατατέθηκε, μένει το monitoring.Το ICOMOS ως σύμβουλος της Ουνέσκο, ένας σοβαρός φορέας, στέλνει μία υπεύθυνη να συντάξει την έκθεσή της.Έρχεται αύριο ,Τρίτη. Στην αρχή μας είπαν ότι θα μείνει έναν μήνα, μάλλον από λανθασμένη μετάφραση του προγράμματός της. Εντέλει η «κινητοποίηση¨της τοπικής κοινωνίας είναι γιά τρείς ημέρες. Γιατί κινητοποίηση; Επειδή οι κάτοικοι της παλιάς πόλης, παρκάρουν εθιμικώς στο πιό ακριβό πάρκινγκ της επικράτειας (δηλαδή πάνω σε προσεγμένους πεζοδρόμους) ,επειδή οι έμποροι κρεμάν «εικονοστάσια», δηλαδή κάτι εξώφθαλμες αηδίες έξω από τα μαγαζιά τους, ώστε η κινεζοπραμάτεια να πουλιέται γρήγορα, επειδή η τροφοδοσία των καταστημάτων δεν γίνεται σε πολύ πρωινές ώρες, αλλα όποτε λάχει ώσπου να εμφανιστούν οι πρώτες ράθυμες ομάδες περιηγητών, κατά τις 11, 12.Γιά μηχανάκια δεν συζητάμε-μπαίνουν παντού και πάντοτε. Μέσα σε 22 μήνες, τσακώθηκα δέκα φορές με μαγαζάτορες που πετούσαν σκουπίδια στά πλακόστρωτα.
Είναι προφανές (και αποδεικνύεται από την διαφορετική συμπεριφορά των ανθρώπων τον χειμώνα και το καλοκαίρι) ότι οι Κερκυραίοι είναι υπερήφανοι γιά την πόλη τους, αλλά με πολλές ,ευεξήγητες αντιρρήσεις, που έχουν να κάνουν με την βολή τους.Εάν η κυρία Κολέττα ,όπως υποθέτω, έρθει να ελέγξει την λειτουργία της παλιάς πόλης σε σχέση με αυτά που έχει τάξει ο φάκελος, ακόμη κι άν οι Κερκυραίοι απομιμηθούν εκείνην την αμερικάνικη ταινία όπου κάποιοι ξένοι σε μιά επαρχιακή πόλη θέλουν να πουλήσουν το σπίτι τους και δωροδοκούν τους κατοίκους γιά να εμφανίσουν μιά τρυφερή χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα,είναι σίγουρο ότι το έμπειρο μάτι της θα αναγνωρίσει τις δεκαετίες εγκατάλειψης, αυτοσχεδιασμών και άθλίου γούστου που έχουν μεταβάλει την περιοχή από τα μουράγια έως την Πίνια σε λαμπρό παράδειγμα προς αποφυγήν.Η κίνηση των «φορέων», δυό μέρες πρίν καταφθάσει,δεν πρόκειται να την φουλάρει. Η έκθεσή της (το προφητεύω) θα περιέχει μιά ορδή από αστερίσκους ,όπου θα επιφυλάσσεται γιά την δραστικότητα των πολεοδομικών ρυθμίσεων που πρέπει να επιβληθούν και την διάθεση των κατοίκων να τις σεβαστούν. Εως τότε, θα περιοριστώ σε μιά πρωινή βόλτα, αύριο στην παλιά πόλη και τα λέμε…
posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 3:08 μμ 3 comments links to this post  

16.9.06

Τεστέλαιον

Γιατί τα εν Κερκύρα πετρελαιοκίνητα οχήματα βγάζουν τόσο, μα τόσο μπουχαρί;
Α. Διότι η ατμόσφαιρα της νήσου είναι λαμπίκος, και κάθε ρύπανση βγάζει μάτι.
Β.Διότι η βενετσιάνικη διάταξη «περί ελέγχου ποιότητος του ελαίου» διατηρήθηκε αλώβητη, με αποτέλεσμα τα όργανα να ελέγχουν το λάδι, ποτέ το πετρολάδι.
Γ. Διότι όλοι είναι συνεννοημένοι.
Δ.Είναι θαύμα και σημείον μέγα.
posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 10:50 πμ 0 comments links to this post  

Cruasierii poveri

Παρασκευή απόγευμα, μιά ντουζίνα μεγάλα πούλμαν αραγμένα στην κάτω πλατεία,έχουν ξεφορτώσει εκατοντάδες τουρίστες του τύπου cruazierus poverus ,ενώ άλλοι τόσοι σεργιανάνε στη Σπηλιά και στα μουράγια-έχουν έρθει με τα πόδια από το λιμάνι.Έχουν στις τσέπες τους, συμφωνώ, όχι παραπάνω από τριάντα χιλιάδες ευρώ.Θέλουν να τα ξοδέψουν γιά κάποιο αναμνηστικό, βαρειά βαρειά άν κουραστούν, θα καθήσουν γιά καμιά μπιρίτσα.Δεν χρειάζεται ιδιαίτερο μυαλό να καταλάβεις ότι οι περισσότεροι θα επιστρέψουν στα δύο μεγάλα καράβια χωρίς να ψωνίσουν τίποτε.Η παλιά πόλη μιά τρέλα,τους γοητεύει.Αλλά οι ιστοί αράχνης που έχουν στήσει οι επαγγελματίες δεν είναι ελκυστικοί. Μιά ακατάσχετη κινεζαρία είναι κρεμασμένη έξω από τα μαγαζιά.Μπρικαμπράκια που συναντάς παντού στα τουριστικά μέρη υπό προφανή παρακμή.Αν η Κέρκυρα είναι ο δεύτερος ή ο τρίτος σταθμός τους, ξέρουν ότι μπορούν να αποκτήσουν αυτές τις σαχλαμάρες από οποιοδήποτε μέρος της Μεσογείου τους κουβανεί ο ατζέντης τους.Αν στο πρότυπο της διατροφικής αλυσίδας υπάρχει μιά τουριστική ομόλογος αλυσίδα, τότε οι έμποροι της Κέρκυρας έχουν σπάσει όλους τους κρίκους που τους συνδέουν με την κοινωνία τους.Καλοστημένα μαγαζιά, με όμορφες ταμπέλες, σκιώδεις, με ενδιαφέροντα αντικείμενα, σπανίζουν.Ελάχιστα έχουν οτιδήποτε κατασκευασμένο στο νησί.Η οικονομία είναι ρηχή, εύθραυστη. Κυριαρχείται από την αγωνία να ρεφάρουν ενόψει ενός φτωχικού χειμώνα.Δεν είναι ψύχραιμοι, δεν σκέφτονται με πρόβλεψη έστω μιά τριετία.Παρά τους δύο αιώνες περιηγητισμού και τα πενήντα χρόνια τουρισμού, κι ενώ ξέρουν τι τους περιμένει κάθε σεζόν, μιλάνε συνεχώς γιά ποσοστά και νούμερα και πτώση του τζίρου, κάθε χρονιά τα ίδια.Τα καθιστικά των μαγαζιών στην Σπιανάδα είναι άδεια.Οι cruazierii poveri διαθέτουν το ραντάρ του μπατίρη: ο πρώτος που θα σερβίρει έναν εσπρέσο με δύο ευρώ, θα πουλήσει μαθηματικώς τριακόσιους σε τρείς ώρες.Αλλά δεν νοιάζονται.Τους φτάνει ο τζίρος των πενήντα ευρώ, με δικαίωμα να διαμαρτύρονται με ένταση στη συνέχεια.Ομάδες που δεν αυτορρυθμίζονται, απλώς εξαφανίζονται.Τα δώδεκα κήτη παίρνουν τους Ιωνάδες και φεύγουν με τη σειρά τους. Φαίνεται επιτέλους το κάστρο, η είσοδος προς τον Μποσκέτο, ο ναϊσκος, η θάλασσα. posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 4:55 πμ 0 comments links to this post  

12.9.06

Ο Μπρίγκελ και η φράου Μπλούχερ

Κερκυραίοι, μέτοικοι, ξένοι, περιηγητές, τουρίστες, μαθητές έρχονται στο νησί με αυτήν την τρυφερή προεικόνα, όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη. Ακόμη κι αν η πραγματικότητα τους διαψεύδει με οικτρό τρόπο, έχουν τέτοια αγάπη στο τοπίο και στο ήθος που έχει διαμορφωθεί υπό ιδιότυπες συνθήκες, που είναι πρόθυμοι να αγνοήσουν πολλές δυσανεξίες του τόπου. Κι έχουν δίκιο. Όπως έχουν δίκιο να θέλουν κάποιον έλεγχο των «ζημιάρηδων», που έχουν καταφέρει σε λίγα χρόνια ,να καταστρέψουν με πάθος τον τόπο.
Κάθε πρωί, αυτό το χωριό (βοηθούν και οι συνηθισμένοι άνεμοι από τα νοτιοδυτικά) δέχεται την σκόνη από το νταμάρι κάτω από την Τρουμπέτα, στην είσοδο της ιστορικής περιοχής Αγύρου, μιάς περιοχής με υψηλό ποσοστό σωζόμενης αρχιτεκτονικής αλλά και κοινωνικής κληρονομιάς, που έχει υποστεί την τουριστική μάστιγα μόνον σε μία στενή λωρίδα θάλασσας, και μόνον όπου υπάρχουν αμμουδιες.Το νταμάρι έχει υπερβεί με εξοργιστικό τρόπο,όλες τις προδιαγραφές, ακόμη και γιά χώρες που δεν έχουν καμία ελπίδα γιά άλλη ανάπτυξη, εξόν να πουλάνε τα χαλίκια της γής τους.Έχει ζητηθεί το κλείσιμό του πολλές φορές, αλλά καθώς η νομαρχία δεν έχει ορίσει νέα λατομική ζώνη,κάθε κίνηση προς την κατάργησή του προκαλεί διαμαρτυρίες και πιέσεις από πολλές ομάδες συμφερόντων γύρω από την οικοδομή, αλλά και φόβους γιά εκτόξευση της τιμής των αδρανών.Εν τω μεταξύ, παραδίπλα, έχει οριστεί ο χώρος της μεγάλης λιμνοδεξαμενής που θα συμβάλει στην υδροδότηση του νησιού.Η μελέτη έχει ξεκινήσει, αλλα δεν υπάρχει περίπτωση να εφαρμοστεί χωρίς νέα λατομική ζώνη, διότι ακόμη και ένας ανεπαρκής υπάλληλος των ευρωπαϊκών μηχανισμών, δεν θα βάλει υπογραφή «προχωρήστε» σε ένα μείζον έργο ύδρευσης που γειτνιάζει με αυτό το μπουχαρί.Αντί γιά ενατένιση του Μπρίγκελ,γιά την ώρα ακούμε το χλιμίντρισμα των αλόγων της φράου Μπλίχερ( Μελ Μπρούκς, Φρανκεστάιν τζούνιορ).Δεν θίγω γιά την ώρα πράξεις, παραλείψεις και προβλήματα,που προκαλούν την λευκή τρύπα της Κέρκυρας, του μόνου σημείου που διακρίνεται στις δορυφορικές της φωτογραφίες…
posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 9:23 μμ 2 comments links to this post  

6.9.06

Η ωραία επιρροή των καλών παραδειγμάτων

Ο Σβάρτσιχ, εκ Σωκρακίου, μου έστειλε το απόκομμα της Ελευθεροτυπίας.Σημειώστε ότι οι Ροδίτες ξεκίνησαν εκστρατεία, και έχουν ήδη την ιστοσελίδα http://www.rodosculturalcapital.org/ όπου οι μακάριοι Κερκυραίοι και ο βουλευτής κ. Γεωργιάδης, μπορούν να μελετήσουν τι εστί προεργασία.Ηδη υπάρχουν κατάλογοι ηθοποιών, συγγραφέων, μεταφραστών, σκηνοθετών (52!) και πολιτικών, που ενισχύουν την πρωτοβουλία.
Από τον κατάλογο των πολιτικών απουσιάζουν επιδεικτικά οι Κρητικοί και οι Επτανήσιοι.Η Κρήτη ετοιμάζει , όχι συντονισμένα, την δική της υποψηφιότητα,κυρίως υπό την πίεση μεγάλων επιχειρηματιών και της πασιφανούς τουριστικής τους παντοδυναμίας.Οι Ροδίτες εξασφάλισαν, όπως φαίνεται τον Σπύρο Μερκούρη και την έμμεση υποστήριξη του δικτύου ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Στην Κέρκυρα, υπάρχει μόνον η πρόταση που έκανε ,μεταξύ άλλων ζητημάτων , ο κ. Γεωργιάδης,άνκαι υπήρξαν πολλές συζητήσεις στο παρελθόν.
Επαναλαβάνω: δεν τίθεται ζήτημα «ανάθεσης» πλέον.Καμία κυβέρνηση δεν είναι τόσο ανόητη ώστε να προτείνει πόλη που δεν θα τηρεί συγκεκριμένες προδιαγραφές και συνεργασίες, και δεν θα πρωτεύσει σε μελλοντικό εσωτερικό διαγωνισμό. Το ερώτημά μου είναι απλό: τι πιθανότητες έχει η Κέρκυρα(μαζί με τα Επτάνησα ασφαλώς) να συγκριθεί με την Ρόδο και τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη ως σύνολο και ενδεχομένως με τα Γιάννενα και την Ήπειρο, ή ακόμη και με άλλες περιοχές,όπως η Θράκη; ποιοί θα την υποστηρίξουν; ποιοί θα κάνουν lobbying, θα σκεφτούν και θα επεξεργαστούν τις στρατηγικές συνεργασίες, θα «ανακαλύψουν» άλλες ευρωπαϊκές πόλεις; Είναι σα να βλέπω την εξέλιξη: γκρίνια απίστευτη,φανφαρονισμοί, αίσθηση πληγωμένου μεγαλείου και ξεμπερδέψαμε.
Αρκετά με τα χαστούκια που δέχεται το νησί καθημερινώς.Μέρος αυτής της φάπας είναι και να δημοσιοποιείς ευκαιρίες και προθέσεις που δεν υπάρχει περίπτωση να υλοποιηθούν.
Και γιά να μη ξεκινήσετε την γκρίνια από την αφεντιά μου, ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι η υπόθεση «πολιτιστική πρωτεύουσα περί το 2020» (δεν ξέρω ποιοί επιμένουν γιά 2018 και 2019,άνευ ουσίας…) είναι καθαρά υπόθεση ανθρώπων που γεννήθηκαν μετά το 1970, επομένως η όποια παρέμβασή μου έχει στόχο να μη καείτε, κι όχι να σας κάψω…
posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 11:53 πμ 1 comments links to this post  

4.9.06

Ζητήματα του οδικού χάρτη

Από την πρώτη μέρα που την κατοικώ, η Κέρκυρα οφλαντάει με το οδικό της δίκτυο. Οι δημοσκοπήσεις του δίνουν πάντοτε μεγάλο ποσοστό ενδιαφέροντος, οι πάντες γκρινιάζουν. Είναι πυκνό και προβληματικό, ξεπερνάει τα 500 χιλιόμετρα, μόνον το νομαρχιακό, νομίζω, υπάρχει και το ευθύνης Περιφέρειας, όχι μεγάλο και πυκνό δίκτυο δημοτικών δρόμων και αγροτικών. Οι Κερκυραίοι ονειρεύονται βέβαια έναν άξονα βορρά-νότου και μιά σωστή παρακαμπτήριο της πόλης, που κακώς ονομάζουν περιφερειακή.Βλέπετε, έχουν κοτσάρει το αεροδρόμιο πάνω στη λιμνοθάλασσα της Παλαιόπολης και η κυρτή χερσόνησος του Μον Ρεπό δεν βγαίνει στην έναντι ακτή λόγω Κανονιού, Ποντικονησιού και αεροδιαδρόμου. Μέσα στην ψύχα της η πόλη, περιέχει έναν ανόργανο, ελαφρώς παρατημένο χώρο που μοιάζει σουρεαλιστικός, στα νότια της Γαρίτσας, κι ώς την ωραία στερεότυπη θέα. Ο χώρος αυτός την έχει γλυτώσει επειδή βρίσκεται εκτός πάσης χωροθέτησης και συνδυάζει μνημεία, εκτεταμένο αρχαιολογικό χώρο, το Μον Ρεπό, μεγάλα ξενοδοχεία, ωραία δείγματα αρχιτεκτονικής και σπιτούδια.Καθώς φιλολογούν περί περιφερειακών χώρων στάθμευσης και άλλων πρακτικών λύσεων που αδυνατούν να προχωρήσουν, το δίπολο αεροδρόμιο-λιμάνι, που είναι πρακτικά οι δύο είσοδοι προς το νησί, είναι ασύνδετοι μεταξύ τους και η πόλη αβίωτη όταν υπάρχει μεγάλη κίνηση. Κάτι έχουν πάρει τα αφτιά μου γιά μιά προσπάθεια που έχουν κάνει κάποτε να ζωντανέψουν την πόλη εμπορικώς, ουσιαστικά ενθαρρύνοντας τα ΙΧ να την πατούνε,αλλά μπορεί να είναι και ραδιοαρβίλα.Εναν δρόμο τον χρωστάνε, όσα σχέδια κι άν ετοιμάζουν: κάπου από το Σολάρι, πρέπει να συνδεθεί η εθνική Πέλεκα με την Εθνική Λευκίμμης,κι αυτό γιά να γλυτώσουνε την τράνζιτ κίνηση που surprise,surprise δεν είναι τόσο μεγάλη όσο την δείχνουν.Τα υπόλοιπα είναι αμελέτητα, επομένως δεν χρειάζονται συζήτηση.Αν δεν καταλάβουν ότι πρέπει η παλιά πόλη να παραμείνει ελεύθερη αυτοκινήτων, τελείως,και η υπόλοιπη πόλη να οργανωθεί πρακτικά,θα ματαιοπονούν.Αν η Κέρκυρα δεν έχει καραβάκια συγκοινωνίας,τότε ποιά ελληνική πόλη θα μπορούσε να έχει;
Ευκολώτερα δείχνουν τα πράγματα στην εξοχή.Τα ζωντανά χωριά είναι πολλές δεκάδες, οι τουρίστες φορτώνονται στο μεγαλύτερο ζωντανό νεκροταφείο πουλμαν της επικράτειας, το ΚΤΕΛ δουλεύει πολύ καλά, η αστική συγκοινωνία βογκάει.Οι χαράξεις των δρόμων, πολλές από την εποχή της Αγγλοκρατίας ,είναι εντελώς ακατάλληλες γιά μεγάλα οχήματα.Αλλά το 90% των στενών δρόμων θα μπορούσε να είναι διατηρήσιμο, χωρίς διανοίξεις, άν φρόντιζαν, όπως κάνουν συχνά στην Ευρώπη, να τους αντιμετωπίζουν σαν στενούς δρόμους, με άριστη σήμανση, πολλά μάτια τίγρης, ανά πενήντα, ογδόντα ή εκατό μέτρα να υπάρχει ένα είδος «κιρσού» ώστε να περιμένουν τα αυτοκίνητα ώσπου να περάσει το απέναντι.Οπότε θα σκεφτούν σοφότερα γιά το υπόλοιπο 10% και θα το φτιάξουν. Εν τω μεταξύ, δεν πειράζει καθόλου να επιμεληθούν τα προφανώς άτοπα συνήθειά τους. Η περιοχή της Σπηλιάς «φράζει» το μεσημέρι, όχι επειδή ο δρόμος δεν είναι φαρδύς, αλλά επειδή τα ξενοδοχεία απέναντι από το duty free έχουν δημοφιλείς καφετέριες και εκείνη η αναθεματισμένη η στροφή κάτω από το Καστελνουόβο, με τα ναυτικά μαγαζιά, φράζει κάθε τόσο από πελάτες που αγοράζουν δολώματα.Έχει καμιά τριανταριά τέτοια σημεία, που εμποδίζουν απίστευτα την κίνηση, επειδή οι κάτοικοι (και πολλοί Ιταλοί τουρίστες που βρήκαν να εφαρμόσουν εδώ το ουνα φάτσα ουνα ράτσα) δεν ξεβολεύονται με τίποτε.Γιά φανάρια, αστυνόμευση και «μονίμους κατοίκους» ,άλλη φορά…
posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 8:17 μμ 1 comments links to this post  

About Me

Name:ΠΕΤΕΦΡΗΣ Location:Χωρεπίσκοποι, Κέρκυρα View my complete profile

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

·                                 ΠΕΤΕΦΡΗΣ ·                                 ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ·                                 THE CULTURAL BARBECUE

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

·                                 Monitoring ·                                 Τεστέλαιον ·                                 Cruasierii poveri ·                                 Ο Μπρίγκελ και η φράου Μπλούχερ ·                                 Η ωραία επιρροή των καλών παραδειγμάτων ·                                 Ζητήματα του οδικού χάρτη ·                                 Κατάθεση ·                                 2019; ·                                 Λυρικός βίος ·                                 Οι πρώτες παρατηρήσεις

ΑΡΧΕΙΟ

·                                 Αύγουστος 2006 ·                                 Σεπτέμβριος 2006 ·                                 Current Posts
Web Site Counters
 

Notify Blogger about objectionable content.
What does this mean?

Send As SMS

BlogThis!

ΚΕΡΚΥΡΑ, ΟΧΙ ΙΘΑΚΗ

31.8.06

Κατάθεση

Ωσπου να εγκατασταθώ, 19 Οκτωβρίου 2004 στην Κέρκυρα, δεν είχα ιδιαίτερη εποπτεία του νησιού. Πρώτη επίσκεψη, ως εικός, στην εκδρομή του Πέμπτου ανά την Ελλάδα. Απρίλιος 1966. Φωτογραφίες στα χιόνια της Κατάρας, διαμονή στα Γιάννενα σε ένα χάνι, πέρασμα στην Κέρκυρα,διαμονή κάπου στο Μαντούκι σε ένα δωμάτιο σπιτιού (υπάρχει και μία φωτογραφία με μιά ελληνική σημαία) ξενάγηση στο Αχίλλειον και καφές στο Λιστόν (η πλατεία των Ληστών, μας έλεγε ο συνοδός καθηγητής, ο γιγαντώδης Μάνος), η θεωρία ενός μαντροτοιχου (μάλλον στην Αλεξάνδρας ή στην Ρεμούντα, που μου άφησε ανάμνηση πολυτελούς, ρομαντικής ζωής) και τέρμα.Η Μαριάνθη εκ μητρογονίας ήταν Μαλτέζα, με συγγενείς, παππουδες και γιαγιάδες στο Καρτέρι και στον λόγο Κογεβίνα. Αμέτρητοι μπαχτσέδες, φίνα έπιπλα μέσα σε καλυβάκια.Περάσαμε τον Αύγουστο του 1973 με τον Σβάρτσιχ και τις (τότε) συζύγους μας, έναν εξαιρετικό μήνα,φτάσαμε στο Σωκράκι, μείναμε στον Ύψο, είδαμε Παλαιοκαστρίτσα,αλλά και στο Σβαρτζιχόσπιτο, στην Θεοτόκη,καρακέντρο.Πρέπει να ξαναπήγαμε πρίν ψοφήσει η δεκαετία του 70 και είδαμε την γιαγιά της Μαριάνθης.Μετά, το 1984 με κάλεσαν να διαβάσω ποιήματα σε ένα διήμερο λόγου και τέχνης,με Μαρωνίτη, Γιώργο Μαρκόπουλο, Βαρβέρη,όπου γνώρισα τον Εμιρζά και τους φίλους του Πόρφυρα.Ήξερα ήδη τον Θεοτόκη Ζερβό και ο συμφοιτητής μου, Φών Βλάχος ,είχε εγκατασταθεί αωρί των ημερών στον τόπο του.Το 1986, ως μέλος της θεατρικής ομάδας Στούντιο 65,ήρθαμε Ιούλιο με την Σιγκάρετ γιά να κλείσουμε μία παράσταση των Νεφελών στο κάστρο,από τον τότε Δήμαρχο.Παίξαμε Αύγουστο, σε έναν εκπληκτικό χώρο, με πάρα πολύ κόσμο,δίπλα στον Αγιο Γεώργιο, ήσυχοι πως με την μοναδική γέφυρα θα βγάζαμε λεφτά από τα εισιτήρια, αλλά οι κορφιάτες ήταν γανωμένοι σε αυτά, είχαν πάει γιά βόλτα στο κάστρο από το απογευματάκι και εντέλει παίξαμε σε δυό χιλιάδες ανθρώπους, αλλά κόψαμε μόνον 600 εισιτήρια, απαρχή μιάς ολέθριας οικονομικώς τουρνέ.Και φάγαμε τα λεφτά στα δωμάτια και στην αφισοκόλληση,τόσοι άνθρωποι.Πέρασαν τα χρόνια,παραιτήθηκα το 2003 από την τότε δουλειά μου, ψάχναμε κάποιο μέρος μακρυά από Αθήνες και πόλεις, βρήκαμε εξαίσια μέρη σε Μεσσηνία , Μάνη και Βάτικα να νοικιάσουμε, κι εκεί που θα κλείναμε σπίτι στον Ασωπό, πάνω από την Πλύτρα (έπαιζε και η Μεθώνη, αλλά και το Λιμένι) έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον φίλο Δημήτρη Ταλιάνη. Πού είσαι βρε ψυχή; του εξήγησα τις προδιαγραφές. Ε,γιατί δεν έρχεσαι στην βόρεια Κέρκυρα; Πήραμε το αερόπλανο, Ιούλιο μήνα, μας πήγε στους Χωρεπισκόπους, σε έναν παλιό κοινό μας γνωστό, τον Τάκη Κουρσάρη, που τον ήξερα από μιά διάλεξη που έδωσα στην Έδεσσα, το 1992. Με το που καθήσαμε στην αυλή του ,υπό την περγουλιά, και είδαμε το τοσκανέζικο τοπίο, και τα οσπήτια ολόγυρα, απομείναμε. Δίπλα νοικιαζόταν ένα σπίτι, το κλείσαμε, κι αυτό ήταν όλο.Καλοί γείτονες,το Κουρσαρέικο, ο Παύλος, ο Δημοσθένης, ο Τάκης, απέναντι Κωστελέτοι, παραδίπλα οι Τζήλιοι, γενιές Ζουπαναίων και Τόμπρων, Χαλικιόπουλων και λοιπών.Στην αρχή παραξενευόμουνα με τις φωνές τους,μου φαινόταν δύστροποι, μετά κατάλαβα και το βούλωσα.Έκτοτε βγήκα από το νησί ελάχιστες φορές.Με ευχαριστεί ο νησιωτικός χαρακτήρας, επειδή έχει ολόγυρον, άν ψάξεις κάτι, είναι σίγουρο πως έχει γεωγραφικό πέρας.Γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους, η φύση δεν παίζεται, είναι ένας τόπος που καταστρέφεται με σχετικά μικρή ταχύτητα, ως προς άλλες περιοχές.Έχουν και τι να καταστρέψουν. Από την εποχή των Βενετσιάνων, της Επτανήσου Πολιτείας και των Αγγλων, έχουνε κληρονομήσει τεράστια αρχιτεκτονική κληρονομιά, έναν γιγάντιο, ανοργασμικό ελαιώνα, και πλήθος γοητευτικές συνήθειες.Πολλοί αιώνες αυτονομίας, έχουν δημιουργήσει περίεργα μορφώματα συμπεριφοράς και δράσεων, αλλά δεν το δένω και κόμπο ,επειδή και οι περιηγητές, καθώς και οι κερκυραίοι λόγιοι ,εδώ και διακόσια χρόνια, τα ίδια θέματα επισημαίνουν.Αυτά σας τα οφείλω γιά να έχετε μπούσουλα των προσιόντων απόψεών μου γιά τον κερκυραϊκό βίο και πολιτεία. posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 9:31 πμ 0 comments links to this post  

26.8.06

2019;

Χτεσινή πρόταση του βουλευτή Γεωργιάδη: η Κέρκυρα να επιδιώξει τον τίτλο της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας του πολιτισμού γιά το 2019.Μερικές χρήσιμες παρατηρήσεις: αποκλείεται το 2019, επειδή ήδη έχει καθοριστεί. Μιλάμε γιά 25 κράτη, ίσως 26 ή 28 ,εκείνα τα χρόνια, που θα μοιραστούν την περίοδο 2020-2033.Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η «σειρά» της Ελλάδας «πέφτει» το 2020. Αυτά ρυθμίζονται από το Ευρωκοινοβούλιο και την Κομμισιόν.Η Ελλάδα το 1999, εκμεταλλεύτηκε μιά διάταξη της Απόφασης 1419/99 που επέτρεπε «τράμπα» κοινή συναινέσει με κάποια άλλη χώρα. Βρέθηκαν οι Ολλανδοί που αντάλλαξαν το 2006 τους με το έτος της Ελλάδας, οπότε προέκυψε η Πατρα.Στο μεταξύ, ήρθε η διεύρυνση, και το ζήτημα της συμμετοχής των νέων κρατών, το ρύθμισε η απόφαση 649 της 13ης Απριλίου 2005.Οι πολιτιστικές πρωτεύουσες είναι πλέον δύο, και επιτρέπονται συμμετοχές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που συνέβη ήδη με το Stavanger της Νορβηγίας( γιά το 2008, μαζί με το Λίβερπουλ) αλλά και γιά το 2010,με την Κωνσταντινούπολη, μαζί με το Pecs και το Essen.
Το πιό σημαντικό είναι ότι εκκρεμεί προς ψήφιση, ένα σχέδιο απόφασης που θα συζητηθεί μέσα στο 2006 και έχει ήδη εγκριθεί από το ευρωκοινοβούλιο και την Κομισσιόν.Με βάση την μελέτη Palmer του 2004,και άλλα στοιχεία, το σχέδιο αυτό (30.5.2005,αριθμός 102)προβλέπει ενθάρρυνση των κρατών μελών να οργανώνουν εσωτερικούς διαγωνισμούς μεταξύ των πόλεών τους, επιβεβαιώνει την κρίση μιάς Επιτροπής που θα επιλέγει τις πόλεις και ορίζει δύο τουλάχιστον περιόδους παρακολούθησης, εποπτείας και ελέγχου της υποψήφιας πόλης,αφού κερδίσει τον τίτλο.Λοιπόν, η Ελλάδα, μεταξύ 2020 και 2032/4 θα έχει την δυνατότητα να διεκδικήσει την διοργάνωσή της, αλλά αφού προηγηθεί ο εσωτερικός διαγωνισμός. Εφαρμόστηκε ήδη με μεγάλη επιτυχία στην Αγγλία και αλλού. Κάθε πόλη ή περιοχή (σκεφθείτε: Ρόδος, Κρήτη, Ηπειρος, Ναύπλιο, Λέσβος, Θράκη και πάει λέγοντας) θα ετοιμάσει έναν φάκελο ολυμπιακών διαστάσεων και θα προκριθεί.Ακόμη κι άν οριστεί, δεν σημαίνει ότι έχει βέβαιη την συμμετοχή, επειδή θα πρέπει να περάσει από το monitoring.ε κάθε περίπτωση, θα έχει συνεταίρο μιά άλλη πόλη ,ενός άλλου κράτους, πιθανόν και κάποια πόλη εκτός Ε.Ε. Η πρόταση του βουλευτή σημαίνει λοιπόν προσήλωση της Κέρκυρας στους στόχους ενός θεσμού,κυριολεκτικά μετά είκοσι έτη,δηλαδή σε ένα άκρως αμφίβολο και ακαθόριστο μέλλον, όπου κάποια νέα απόφαση, μπορεί να τα ανατρέψει όλα αυτά.
Δεν φαίνεται να πηγαίνει καλύτερα η ένταξη στην λίστα της Ουνέσκο.Φέτος συμπεριέλαβαν την Πάτμο, ενώ πρίν λίγους μήνες, το Αργυρόκαστρο στην Αλβανία.Τρείς «βαλκάνιες» είσοδοι σε δύο χρόνια, πέφτουν βαρείς γιά το διεθνές στομάχι.Η Πάτμος είχε πανίσχυρους αφανείς υποστηρικτές, ενώ το Αργυρόκαστρο παρουσίασε καλό φάκελο και υποστηρίχτηκε πολύ ,ως νέο κράτος στην Ευρώπη, υποψήφιο γιά διάφορες εντάξεις (Πέρισυ η Αλβανία κέρδισε την έδρα της Ουνέσκο γιά την πολυφωνική μουσική. Κανένας σε κανέναν διεθνή φορέα δεν ξέρει τι εστί επτανησιακός μουσικός πολιτισμός).
Απεναντίας, η Κέρκυρα έχει πεδίον δόξης λαμπρόν από του χρόνου, άν εκμεταλλευτεί τον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών, συμμετέχοντας επ΄αμοιβαιότητι σε όλες ή σε επιλεγμένες πόλεις που ήδη προετοιμάζονται, όπως κάνει με μεγάλη επιτυχία εδώ και πολλά χρόνια η Ιαπωνία, στέλνοντας τελετές πυροτεχνημάτων παντού, σε συνδυασμό με άλλες δράσεις,μέσω ενός ιδιωτικού φορέα. Στα σκαριά βρίσκεται και η αμερικάνικη εκδοχή των πόλεων του πολιτισμού.Μιά πολιτιστική πρωτεύουσα έχει ένα οργανωτικό κόστος που υπερβαίνει τα 30 εκατομμύρια ευρώ,και μάλιστα χωρίς να μπορεί με αυτό το ποσό να προβληθεί επαρκώς. Απεναντίας, η συμμετοχή σε δεκαπέντε ή είκοσι πολιτιστικές πρωτεύουσες της Ευρώπης, από του χρόνου κι έως το 2019,μέσω προξενείων ,πρεσβειών και του «θεού της αμοιβαιότητας»,δηλαδή με ανταλλαγές (κάθε χώρα αναλαμβάνει το κόστος της μετάκλησης από το αεροδρόμιό της και μετά) μπορεί, με το δέκατο αυτού του κόστους, μοιρασμένο σε δέκα χρόνια, να δημιουργήσει μιά εξαίσια αναγνωρισιμότητα στην Κέρκυρα, αρκεί να έχει ελκυστικό πακέτο και να μη μπατάρει μήτε προς την πρωτοπορεία, μήτε προς το φολκλόρ.Η Κέρκυρα θα έχει δυό φορές τον χρόνο «πολιτιστικό πρόσωπο» στην Ευρώπη, ενώ το νησί θα υποδεχτεί εκπληκτικές εκθέσεις, παραστάσεις και προγράμματα,πάλι δυό φορές το χρόνο,κάθε χρόνο.
Στο μεταξύ, από το blog αυτό, κάθε συζήτηση είναι δεκτή.
posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 9:04 πμ 2 comments links to this post  

25.8.06

Λυρικός βίος

Η Κέρκυρα επέπρωτο να αποκτήσει λυρικό θέατρο, ένα μέγαρο μουσικής, με την ίδια λογική που ιδρύουν ΤΕΙ στην περιφέρεια: θέλουμε να αναπτύξουμε την Σαγιάδα και την Πάργα; άς χτίσωμεν ένα ΤΕΙ τουριστικών επαγγελμάτων γιά να καθετοποιήσουμε την παραγωγή! Αναρίθμητα τέτοια εκτρώματα έχουν δημιουργηθεί από τον θανατερό προγραμματικό πασοκέα οραματισμό, σε συνδυασμό με την κοτζαμπάσικη γαλάζια νοοτροπία.Το Μέγαρο Θεσσαλονίκης τα φέρνει βόλτα δύσκολα. Το Μέγαρο της Βέροιας, τα ίδια. Έκαναν ένα υβρίδιο Μεγάρου στην Πάτρα, μέσα στο πανεπιστήμιο, που οι Πατραείς, δεν το θεωρούν ¨δικό τους».Ενα λυρικό θέατρο στην Κέρκυρα, με κόστος δέκα δισεκατομμύρια,πρέπει να κάνει εκατό παραστάσεις με πληρότητα 80% και εισιτήριο 60 ευρώ γιά να συντηρηθεί.
Τέλος πάντων, ξεκίνησε η διαδικασία. Μελέτη, φορέας, τέτοια. Ο φορέας, κάπου εκεί, μεταξύ 1998 και εφεξής, συμφωνήθηκε να είναι μία αναπτυξιακή εταιρεία της νομαρχίας. Πρώτο φάουλ. Αν τη υπόθεση την κίνησαν στελέχη της νομαρχίας, δεν σημαίνει ότι είναι και οι σωστοί διαχειριστές της! άλλο ζήτημα η πρωτοβουλία, άλλο ζήτημα η διαχείριση.Ηταν πεντακάθαρα ζήτημα είτε του Δήμου, είτε του Υπουργείου Πολιτισμού.Ο Δήμος, εκών άκων, υποσχέθηκε το οικόπεδο. Κατά την ολυμπιακού τύπου ιδεοληψία, διάλεξαν έναν χώρο στα Παγκρατέικα, σαφώς αρχαιολογικόν, σε υποβαθμισμένη περιοχή, με ελπίδα το Μέγαρο να λειτουργήσει ως τάνκ που θα ανέπτυσσε την περιοχή. Οσο αναπτύσσει, προσθέτω ,ένα αθλητικό παλάτι την Κοκκινιά.
Και μόνον το μη πολεοδομημένο, υπό ανασκαφήν, κατανεμημένο σε μικρές και μεγάλες ιδιοκτησίες οικόπεδο, σήμαινε ένα πράγμα: ντράβαλα και καθυστερήσεις. Χωρίς οικόπεδο,ξέρετε, δεν έχει οικοδομική άδεια, όρους δόμησης,συνδετικές αρτηρίες, δεν έχει τίποτε. Το μόνο που κινείται ανεξάρτητα, είναι η εκπόνηση της μελέτης. Πρόκειται γιά μηχανή με νεοελληνική πατέντα.
Μεταξύ 1998 και 2002, δήμος και νομαρχία ήταν καταπράσινες, αλλά με έντονη εμφύλια οσμή.Ξέρετε ήδη ότι μερικές περιοχές, είναι καλύτερα να έχουν προ των πυλών τους ταλιμπάν και χεζμπολάδες, πεζοναύτες και αεροπειρατές, παρά να μπλεχτούν σε γαλάζιο ή πράσινο σύστημα καπετανάτων.Το έργο εντάχτηκε στο τρίτο πακέτο το 2002.Συνέπεσε με πράσινο νομάρχη (στα μαχαίρια με τον επικεφαλής της αναπτυξιακής του εταιρείας) και με έναν δήμαρχο που χάθηκε πρόωρα, αφήνοντας γαλάζιο αντικαταστάτη.Ο δήμαρχος, έχοντας αντιπολίτευση που σφαζόταν μεταξύ της, αλλα υπέρμαχος των «έργων»,εξήγησε ότι δεν του περισσεύουν πόροι και διάθεση να αποζημιώνει ιδιοκτήτες,κι άν το ήθελαν, άς τους πλήρωναν σε βάρος του προϋπολογισμού του έργου. Εξάλλου συνέβαιναν εκταταμένες ανασκαφές, που κι αυτές από το «έργο» πληρώνονταν. Πρίν ξεκινήσει το Λυρικό,το 10% του προϋπολογισμού ήταν δεσμευμένο αλλού, στα πρόδρομα έργα.
Εν τω μεταξύ, δεν σταμάτησε ο διάλογος και η αντίδραση ως προς την σκοπιμότητα του έργου.Αλλά επικρατούσε η μνημειώδης ανακρίβεια «μη χρεωθούμε ότι αφήσαμε δέκα δίς να μη μπούνε στο νησί». Το έργο ανήκε στις δράσεις»σύγχρονες δομές πολιτισμού».Οι υποστηρικτές του διέδιδαν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση: ή το φτιάχνουμε και εισπράτουμε το ποσόν ,ή χάνεται το σύμπαν.Ανακρίβεια καραμπινάτη. Κανένας φορέας, κανένας μηχανισμός, ευρωπαϊκός ή άλλος, δεν μπορεί να αντισταθεί σε μία ενδελεχή, σοβαρή, τεκμηριωμένη μελέτη.
Ο νομάρχης, έκανε δυό κινήσεις υπέρ του έργου. Έδιωξε τον διευθύνοντα την αναπτυξιακή (δικαίωμά του) και έβαλε τον εαυτό του επικεφαλής (λάθος διμούτσουνο).Επίσης, προχώρησε την από πολλά χρόνια λιμνάζουσα πολεοδόμηση της περιοχής.Αρχισαν οι αγωγές, τα εξώδικα και οι διαμάχες με τους ιδιοκτήτες. Πρόβλεψη πιθανής λύσης: μεταξύ τεσσάρων και δεκατεσσάρων ετών. Το έργο έπρεπε να βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο έως το τέλος του 2006.
Από καιρού εις καιρόν, υπήρχε ενημέρωση από τους δύο βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.Το έργο βάλτωνε, και ήταν προφανές.Η μελέτη κόστους-ωφέλειας ήταν εντός των νεοελληνικών ορίων: με άριστα το δέκα, έναν ανεκτικός δάσκαλος θα του έβαζε ένα δυάρι, κι αυτό λόγω του αρκετού χρόνου που κόστισε σε κάποιον να μαγειρέψει την επιστημονική του φαντασία.Το υπουργείο δεν έχει πόρους, μήτε διάθεση γιά μεγάλα έργα, πράγμα όχι ιδιαίτερα αρνητικό.Οι ίδιοι που έλεγαν «δεν αλλάζει το πρόγραμμμα» οι ίδιοι άρχισαν να προειδοποιούν ότι θα έβρισκαν άλλες ώριμες μελέτες γιά να απορροφηθεί ένα ποσόν από τα χαμένα.Ηταν και η καταραμένη παράγραφος περί δομών σύγχρονου πολιτισμού, που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει δαπάνες γιά κάστρα, γιά φόσσες, γιά μουσεία, ακόμη και virtual χαριτωμενιές. Η Κέρκυρα έχει βαρύτατη και υπολειτουργούσα λόγω αχρηματίας πολιτιστική υποδομή, αλλα μπορεί να καλύψει μεταβίας το ενδιαφέρον εκατό ανθρώπων γιά τον λυρικό βίο,ενώ οι Κερκυραίοι αποτελούν σπουδαίο συντελεστή του μουσικού μας πολιτισμού. Οι είκοσι φιλαρμονικές, οι υπερεκατό χορωδίες, ο μικρές χορευτικές και θεατρικές ομάδες, δεν καταλάβαιναν τι σήμαινε «τα λεφτά του Λυρικού στην πόλη» όταν θα μπορούσε να μετατραπεί η Λότζια, το δημαρχείο,στην προτέρα της κατάσταση, ως όπερα δωματίου και να καλύψει πάσα λυρική ανάγκη ,και μάλιστα με επισκέπτες από όλον τον κόσμο.Βγαίνει λοιπόν τις προάλλες ένα δελτίο τύπου του υπουργείου, με υποστηρικές τους δύο κυβερνητικούς βουλευτές και μιλάει γιά «εξυγίανση» του Έργου, δηλαδή πάπαλα.Ποιός φταίει; ο νομάρχης.
Ο νομάρχης έγινε νομάρχης επειδή φημίστηκε ως καλός δήμαρχος στην Αχαράβη. Ο υποψήφιος της Νέας Δημοκρατίας, φημίζεται ως καλός δήμαρχος των Αχιλλείων.Η δομή δεν αλλάζει.Η νομαρχία παίζεται στον πόντο.Μπορεί να αλλάξει χέρια.Ο δήμος δεν παίζεται πουθενά. Θα τον κερδίσει ο Τρεπεκλής, επειδη οι αντίπαλοί του έχουν βάλει στην εγκυκλοπαίδεια του Δημοσίου βίου, στο λήμμα «τι να κάνετε γιά να χάσετε» την φωτογραφία τους.Τώρα ψάχνουν έτοιμες μελέτες γιά να ξανακερδίσουν μερικά από τα χαμένα χρήματα.Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη μαύρη τρύπα. Το σφάλμα του νομάρχη, το σφάλμα του δημάρχου, η πολιτική των βουλευτών (και των τριών, αυτή τη φορά).
Αυτά τα δέκα δίς, μόλις φάνηκε, από το πάσχον οικόπεδο και την ενδονομαρχιακή ασυνεννοησία, ότι δεν θα περπατήσει, έπρεπε να γίνουν αφορμή γιά μιά εναλλακτική πρόταση.Να πέσουν ιδέες σε κοινό τραπέζι, να προεπιλεγούν έργα γιά την πόλη και την περιφέρεια,χωρίς σώνει και καλά να συνδυαστούν με την ενδεχόμενη κατάρρευση του Λυρικού.Με δέκα δίς, ως κεφάλαιο, στηρίζεις ένα δεκαετές πρόγραμμα μουσικού πολιτισμού, που έχει την εύνοια της κοινωνίας, συγκεντρώνει άριστους μουσικούς, μεγάλους δάσκαλους, δημιουργεί χώρους γιά πρόβες, προηθεύεται πάσα υποδομή, γνωστική και πρακτική, θεσμοθετεί αριστεία, φεστιβάλ και κίνητρα, ανανεώνει τις χορωδίες, βελτιώνει την μουσική εκπαίδευση, και το σπουδαιότερο, μετατρέπει την Κέρκυρα σε ευρωπαϊκό κέντρο μουσικής.Μαζί με το λαμπρό πανεπιστήμιο, τους εξαίσιους αναξιοποίητους χώρους.Από τις δικές της δυνάμεις, χωρίς μεταγραφές.
Αυτό έπρεπε να κάνουν μόλις οσμίστηκαν το πατατράκ. Τώρα, μπήκε ένα ακόμη καρφί στο κάθισμα του νομάρχη.Και το κράτος θα προφασιστεί «έλλειψη μελετών» και θα στείλει (άν δεν έχει στείλει ήδη) τα χρήματα σε άλλους κωδικούς. Κάτι μου λέει ότι η Κέρκυρα θα πάρει γύρω στα 3 η 4 εκατομμύρια ευρω ακόμη, γιά να ζαχαρωθεί το χάπι.
Και βέβαια, όλα αυτά (που προέρχονται από τις εικόνες και τα αναγνώσματα που εισέπραξε ένας ξένος,επομένως δεν παράγουν παρασκήνιο, μήτε είναι όλα αληθή) θα μπορούσαν να εμπνεύσουν ένα μείζον λυρικό έργο, γιά τα έργα και τις ημέρες του Μακιαβέλη στην Κέρκυρα, μάλλον στη μορφή της όπερας μπούφας.
posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 10:46 πμ 0 comments links to this post  

24.8.06

Οι πρώτες παρατηρήσεις

·                                 Στην Κέρκυρα δεν έχει λαϊκές αγορές, παζάρια ή εβδομαδιαίες. ·                                 Δεν είναι «ύβρις» να έλκεις την καταγωγή από σλάβους ·                                 Σπανίως βλέπουν την θέα. Συνηθίζουν να κάθονται στον δρόμο, σε σκαμνάκια, κορμούς δέντρων, ακόμη και έως αργά, κινδυνεύοντας να χτυπηθούν από αυτοκίνητα.Τα μπαλκόνια και οι εξώστες που χρησιμοποιούν, βρίσκονται πάντοτε πάνω στον δρόμο. ·                                 Έχουν καταπληκτικά επιχειρήματα στις συζητήσεις τους ·                                 Μετα βίας καταλαβαίνω πεντέξη Κερκυραίους, άν με δουλεύουν η άν μιλάνε σοβαρά. Είναι εξαιρετικά σκωπτικοί. ·                                 Γυναίκες και άνδρες έχουν τελείως διαφορετική αντίληψη του χώρου και του χρόνου. ·                                 Πίνουν πολύ, ιδίως στα χωριά. ·                                 Εκτιμούν πάρα πολύ τις κόκκινες σάλτσες και την κανέλλα. ·                                 Έχουν με τις ελιές τους μιά ιδιότυπη, σεβαστική και ταυτόχρονα απόμακρη σχέση.Σα να είναι ζωντανές. Σε μιά ζωντανή σχέση, δεν απαγορεύονται φυσικά τα εγκλήματα. ·                                 Ζούνε, πολλές χιλιάδες, σε παραδοσιακά κελύφη με μικρό ύψος, χωρίς ευκολίες. ·                                 Φυτεύουν τα ζαρζαβάτια τους στήνοντας από καλάμια περίτεχνα ανακρατήματα. Εντούτοις σπανίως κορφολογούν τις ντομάτες. posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 8:46 μμ 1 comments links to this post   Μέσα σε εικοσιδύο μήνες,μπόρεσα να επισκεφθώ τα κόκκινα σημάδια του χάρτη. Αγαπώ την Κέρκυρα. Με ξαφνιάζει καθημερινά. Αλλά δεν έχω χάσει το βλέμμα του ξένου, μήτε πρόκειται, άχρι θανάτου. posted by ΠΕΤΕΦΡΗΣ @ 7:38 μμ 1 comments links to this post  

About Me

Name:ΠΕΤΕΦΡΗΣ Location:Χωρεπίσκοποι, Κέρκυρα View my complete profile

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

·                                 ΠΕΤΕΦΡΗΣ ·                                 ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ·                                 THE CULTURAL BARBECUE

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

·                                 Η ωραία επιρροή των καλών παραδειγμάτων ·                                 Ζητήματα του οδικού χάρτη ·                                 Κατάθεση ·                                 2019; ·                                 Λυρικός βίος ·                                 Οι πρώτες παρατηρήσεις ·                                 Μέσα σε εικοσιδύο μήνες,μπόρεσα να επισκεφθώ τα κ…

ΑΡΧΕΙΟ

·                                 Αύγουστος 2006 ·                                 Σεπτέμβριος 2006 ·                                 Current Posts
Web Site Counters
 

Επόμενη σελίδα: »